Ομιλίες

es2

Αλέξανδρος Ίσαρης, ένας ιδιαίτερος ξένος στην Ελλάδα του 21ου
 
Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, καλησπέρα σας!
 
Θα το πω εξαρχής. Ο Αλέξανδρος Ίσαρης είναι ένας καθολικός δημιουργός, ένας PoetaUniversalis, που θυμίζει έντονα τους καλλιτέχνες της Αναγέννησης. Στο έργο του συντελείται μια πολυκαλλιτεχνική έκρηξη: η Αναγέννηση, το μπαρόκ, το ροκοκό, ο εξπρεσιονισμός, ο υπερρεαλισμός, ο εκλεκτικισμός, η ζωγραφική, η ποίηση, η μουσική συμφύρονται μέσα στις δημιουργίες του και γεννούν ένα αλλόκοτο αλλά λαμπερό κράμα. Προσωπικότητα πολύπλευρη, με ευρεία γενικά παιδεία και διαρκή παρουσία στα πνευματικά και καλλιτεχνικά τεκταινόμενα, έχει αφήσει τη σφραγίδα του σε πάμπολλα έργα, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Υπηρετεί την Τέχνη με διάφορα εκφραστικά μέσα, κυρίως όμως δια των χρωμάτων και των λέξεων.
Ο Ίσαρης δεν είναι ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί στο περιθώριο της ζωής. Η ζωή του ολόκληρη κινείται τόσο φυσικά μέσα στην τέχνη, ώστε ταυτίζεται μαζί της. Η απόφασή του να προχωρήσει στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, στην οποία αποκρυσταλλώνεται η καλλιτεχνική και αισθητική οπτική του, μας δίνει την ευκαιρία να αποτιμήσουμε συνολικά το έργο του, σε μια διαδρομή μισού σχεδόν αιώνα. Ο τόμος Εγώ ένας ξένος. Ποιήματα 1967-2011, από τις εκδόσεις Κίχλη, καλαίσθητος αναμφίβολα, κάτι για το οποίο αξίζουν εύσημα στην εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη, περιλαμβάνει τις τέσσερις ήδη δημοσιευμένες συλλογές του (Όμιλος Φίλων Θαλάσσης - Ο Ισορροπιστής, 1976,Οι παρενέργειες της σιωπής, 1984,Οι Τριστάνοι, 1992, καιΘα επιστρέψω φωτεινός, 2000), αλλά και δύο συλλογές που εκδίδονται για πρώτη φορά: Οι ελεγείες της απουσίας και Ένα ποίημα για τον Πάτροκλο. Ο τίτλος Εγώ ένας ξένος δείχνει νομίζω τη δυσκολία ή και αδυναμία του Ίσαρη να αισθανθεί οικείος σ’ ένα περιβάλλον όπως έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας τόσο από λογοτεχνικής όσο και από κοινωνικής πραγματικότητας.
Αποτολμώ, ώστε να αποτελέσει αφορμή συζήτησης από την κριτική, τη διάκριση της ποιητικής παραγωγής του Ίσαρη σε δύο περιόδους. Στην πρώτη εντάσσονται οι τρεις πρώτες συλλογές και είναι η περίοδος της αναζήτησης. Έτσι, λοιπόν, από την έντονη εικονοποιία της φρίκης, όπου ο ποιητής εξωτερικεύει συναισθήματα τρόμου και ανασφάλειας, που πηγάζουν και από την εποχή της χούντας στη διάρκεια της οποίας γράφτηκαν τα ποιήματα του Ομίλου φίλων Θαλάσσης, περνάει στις Παρενέργειες της σιωπής, όπου η αγχωτική αίσθηση ισορροπείται από τη μυθοποιητική δύναμη της φαντασίας, για να καταλήξει στους Τριστάνους, όπου επικρατεί η θλίψη που τρέφεται από τη μοναξιά, τις απογοητεύσεις και τις ματαιώσεις. Στη δεύτερη περίοδο εντάσσονται οι τρεις τελευταίες συλλογές και είναι η περίοδος  της ωριμότητας και της εμβάθυνσης. Οι τρεις αυτές συλλογές συνιστούν μια τριλογία του Πένθους, που γεννά η αγωνία, η απουσία και η απώλεια. Έτσι, από την υπαρξιακή αγωνία της συλλογής Θα επιστρέψω φωτεινός, περνάει στις ελεγείες της απουσίας της ομώνυμης συλλογής, για να καταλήξει στο Ένα ποίημα για τον Πάτροκλο. Το τελευταίο είναι  ένα συνθετικό και πολυφωνικό ποίημα, στο οποίο ο Ίσαρης, ίσως για να καταδείξει την ενότητα του πόνου στις διάφορες μορφές έκφρασης στην πορεία του χρόνου, έχει εντάξει στίχους από δημοτικά τραγούδια, καθώς και αποσπάσματα από την Ιλιάδα αλλά και τον Καβάφη, μ’ έναν αριστοτεχνικό τρόπο, που καθιστούν το ποίημα συγκλονιστικό. Και στις τρεις συλλογές κυριαρχεί η απόγνωση, που ωστόσο δεν είναι παρά το όχημα προς μια βαθύτερη αυτογνωσία.
Κεντρικό θέμα σε ολόκληρη την ποιητική κατάθεση του Ίσαρη είναι το δίπολο ζωή - θάνατος και οι μεταμορφώσεις ή τα προσωπεία με τα οποία εμφανίζονται οι δύο πόλοι· ο τρόπος με τον οποίο ο ένας τρέφει τον άλλον, καθώς ο θάνατος και η ζωή βρίσκονται σε άρρηκτη ενότητα. Τα άλλα παράπλευρα μοτίβα ή υπομοτίβα αποτελούν εκφάνσεις του κεντρικού· φωτίζουν ή φωτίζονται απ’ αυτό.
Ο θάνατος, όπως αναδύεται μέσα από την ποίηση του Ίσαρη, είναι μια προέκταση της ζωής, ένα κομμάτι της, κατά κάποιον τρόπο μια διαστρέβλωσή της, κάτι σαν σκοτεινή αρρώστια. Δεν ενδιαφέρει τόσο σαν το τέλος του βιολογικού κύκλου αλλά σαν στοχασμός πάνω σε ανερμήνευτα ζητήματα· σε θέματα που η βιωματικότητα δεν αποτελεί προϊόν των πραγμάτων αλλά των δι-αισθημάτων. Πρόκειται για στοχασμό που προκύπτει μέσα από την ωριμότητα, την ισορροπία και τις αναδρομές των εύκρατων μηνών και των δύσκολων χρόνων. Ο θάνατος δεν αμφισβητείται, είναι ο απόλυτος κυρίαρχος· το αναπόφευκτο δεν ακυρώνεται, παρατείνεται όμως ο χρόνος του σπασμού ή αναβάλλεται κι απομακρύνεται, ώστε να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερη ζωή.
 
«Ναι, θα επιστρέψω στο σκοτάδι όπως κι εσύ.
Όμως ως τότε θέλω να γευτώ τα χρώματα
Που βγαίνουν από τ’ άνθη
Όταν το σώμα σφίγγεται για να μη σπάσει.
Θέλω ν’ ανοίξω τα φυλλώματα
Και να ριχτώ στη θάλασσα του στήθους σου
Γλείφοντας και ρουφώντας.
[…]»
 
Είναι αδιάφορο αν υπάρχει ο θάνατος. Υπάρχει όμως η ζωή, που δεν ορίζεται μόνο από την καταφατικότητα των πράξεων και των αισθήσεων, αλλά και από την αποφατικότητα  των απειλών και των υπονομεύσεών της. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο, «Όταν θα δύουν οι αισθήσεις / Και θα ξυπνά το αίσθημα», είναι που κινείται η ποιητική γραφή του Ίσαρη. Θα έλεγε κανείς ότι ο ποιητής βαδίζει στην πράσινη γραμμή μεταξύ ζωής και θανάτου, τη στιγμή που η ζωή τρέχει με αυξημένη ταχύτητα προς τον θάνατο και αντιστρόφως· περπατά σε τεντωμένο σκοινί και στοχάζεται, έχοντας ξεπεράσει πλέον την αγωνία της πτώσης ή της πλευράς στην οποία θα πέσει.
Ο Ίσαρης είναι βέβαια καταφατικός της ζωής ποιητής. Ο έρωτας και η αγάπη τροφοδοτούν την ουσία της ύπαρξης (amo ergo sum), τα σώματα, το αίμα, ό,τι ρέει. Και ο θάνατος είναι η απουσία αυτών. Ανάμεσά τους διεξάγεται μια αδιάκοπη πάλη. Και ποιος είναι ο νικητής; Η ζωή, που διαρκώς βρίσκει τρόπους να αναπαράγεται, να ανανεώνεται, να αναγεννιέται, ή ο θάνατος, που τρώει, τρώει και ποτέ δεν καταφέρνει να καταβροχθίσει τη ρίζα της ζωής, τρώει τα κλαδιά του δέντρου της αλλά η φύτρα παραμένει; Ποιος θα κερδίσει τελικά, ο Ίσαρης ως βιολογική οντότητα, που σίγουρα κάποτε θ’ αφανιστεί, ή ο Ίσαρης ως πνευματική οντότητα, που είναι δυνατόν με το έργο του να αντισταθεί στον αφανισμό του;
Αυτή η προβληματική κυριαρχεί σε ολόκληρο το έργο του. Τόσο όμως ο θάνατος όσο και η ζωή μεταμορφώνονται διαρκώς. 
Ο θάνατος, λοιπόν, παρουσιάζεται ως φόβος, τρόμος και αγωνία:
 
«Οι μέρες που θα ’ρθουν
Θα ’ναι ακίνητες
Σαν παράλυτες
Μέσα σ’ ένα καροτσάκι·
Θα ’χουν κέρινα χέρια
Μάτια από πλαστικό·
 
Μια καρδιά να χτυπάει
Με τονωτικά.»
 
Προβάλλεται ως μοναξιά, ως λησμονιά και θλίψη, ως φθορά και κυρίως ως η απουσία της αγάπης: «Χωρίς αγάπη πετρώνει η ψυχή / Σαν να χιονίζει αδιάκοπα μέσα στο καλοκαίρι».
Από την άλλη, η ζωή μέσα από τις μεταμορφώσεις της απαυγάζει δια της μνήμης και των έγχορδων ονείρων, που αναβλύζουνε σαν σπέρμα, τα γεγονότα μετατρέπονται σε αναμνήσεις, δεν απόλλυνται, αναπλάθονται, ό,τι παλιώνει γίνεται καρπός· θριαμβεύει δια της αγάπης της χλωρής και του έρωτα, που εξαγνίζουν και καθαγιάζουν· αιωνιοποιείται δια της Δημιουργίας, που πηγάζει από το σκοτεινό πηγάδι του αίματος.
Η συναίρεση γεγονότων και αισθημάτων, ο συμφυρμός στοχασμών και απολογισμών οπλίζουν το ποιητικό υποκείμενο, την περσόνα του Ίσαρη, μ’ ένα μαγικό κλειδί, που του δίνει τη δυνατότητα να μπει στον μαγικό κύκλο: ο θάνατος δεν μπορεί να είναι παρά η Μητέρα Μήτρα. Στην οποία ο ποιητής επιστρέφει. Μ’ ένα μεγάλο προνόμιο όμως: φωτεινός· γιατί βουτήχτηκε ακέραιος μέσα στην κολυμβήθρα του φωτός.
 
«Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.»
 
Επομένως, ο Ίσαρης αντιμετωπίζει τον θάνατο όχι ως κατάληξη, αλλά ως επιστροφή. Και, επιπλέον, ως πραγματικότητα τεχνουργικής αξιοποίησης, καταθέτοντας ένα σπουδαίο μέρισμα στο ταμείο της Δημιουργίας.
Η ποίηση του Ίσαρη είναι βιωματική. Ο ποιητής φαίνεται να έχει ρουφήξει το μεδούλι της ζωής, έχει γευτεί και την ηδονή και την οδύνη, και τον ενθουσιασμό και τον σπαραγμό. Έχει αναρριχηθεί σε φωτεινά υψίπεδα, αλλά έχει κατέβει και στα σκοτεινά πηγάδια. Γι’ αυτό και η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονη σωματικότητα. Ο Ίσαρης είναι αναμφισβήτητα σωματικός δημιουργός. Το δέρμα, οι φλέβες, το αίμα, τα εντόσθια, τα οστά, οι εκκρίσεις, ό,τι έχει γενικά σχέση με το σώμα, βρίσκονται παντού στα γραπτά του, όπως και στη ζωγραφική του. Θα έλεγε κανείς ότι έχει σπουδάσει το σώμα, το έχει μελετήσει και στην ακμή και στη φθορά του, έχει συμφιλιωθεί μαζί του, ώστε το χρησιμοποιεί ως μέσο εμβάθυνσης και ολοκλήρωσης, αλλά και ως εφαλτήριο δημιουργίας. Έτσι, στη γραφή του, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε έντονα, αναδεικνύεται ένας αισθησιασμός και μια ερωτική σχέση με τα πράγματα.
Ανάμεσα στη ζωγραφική και την ποίηση του Ίσαρη υπάρχει στενότατη σχέση. Πολλά από τα ποιήματά του προβάλλουν σαν ζωγραφικοί πίνακες, άλλοτε εξπρεσιονιστικοί και άλλοτε υπερρεαλιστικοί. Η ιδιότητα του ζωγράφου και του ποιητή ενίοτε συγχέονται. Η ζωγραφική της ποίησής του αναζητά την ποίηση της ζωγραφικής του, οι λέξεις τα χρώματα, η φωνή το βλέμμα, και τανάπαλιν, με εντελώς ιδιάζοντα αποτελέσματα. Ο συνταγματικός άξονας δημιουργεί χρωματικές κλίμακες, οι λέξεις οδηγούν συχνά σε ζωγραφικές εκφράσεις, στα τοπία των τρυφερών ή βίαιων παθών, στην εικονοποιία του φόβου, στους πίνακες της κολάσεως, στα τοπία του θανάτου:
 
«Με ξύπνησαν για να με παν
Στον Όμιλο κι εγώ ρωτούσα.
Οι αδερφές με έγδυσαν και γελούσαν
Και μ’ έπλυναν και με στέγνωσαν
Και μετά είδα το μηχάνημα που έκοβε
Κεφάλια και μαλλιά και δόντια
Κι εγώ ρωτούσα· … » 
    
Παρά τη δραματικότητα και την ένταση που διακρίνεται πολλές φορές στα ποιήματα του Ίσαρη, στο βάθος καίει το καντήλι του λυρισμού, ένα άρωμα λυρικότητας κυλάει σαν αίμα μέσα στις φλέβες των στίχων του. Και παρά τη στιλπνότητα των σημαινόντων, που συμπορεύεται με την καθαρότητα των σημαινομένων, ο Ίσαρης είναι μεταφυσικός ποιητής. Η ποίησή του, άλλοτε υπογείως και άλλοτε εμφανώς, διαπνέεται από βαθύ αίσθημα θρησκευτικότητας. Πρόσωπα από τη Βίβλο, ονόματα αγίων, επικλήσεις στον Θεό σημαίνουν το ενδιαφέρον του Ίσαρη, μεταφυσικώ τω τρόπω, για οτιδήποτε σχετίζεται με πράγματα πέραν της λογικής. Όχι βέβαια με την έννοια της θρησκοληπτικής διάστασης, αλλά της μέθεξης με το θείο, που συντελείται μέσα από τον έρωτα, την αγωνία του θανάτου και την τέχνη. Δι’ αυτής της οπτικής εξηγείται στο έργο του και η αξιοποίηση των μύθων, τόσο των ελληνικών όσο και άλλων λαών. Ενίοτε, μάλιστα, η επινόηση νέων μυθολογικών ονομάτων δίνει την εντύπωση ότι ο Ίσαρης στοχεύει στη δημιουργία μιας προσωπικής μυθολογίας, καθιστώντας τους μύθους αναγκαία τροφή για να μπορέσει να ζήσει ο άνθρωπος.
Οι ποιητικές καταβολές του Ίσαρη, αν εξαιρέσουμε τον Καβάφη, μια αίσθηση του οποίου παρατηρείται ενίοτε στη γραφή του, ενδεχομένως και τον Χειμωνά, δύσκολα ανιχνεύονται στην ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα. Ο Ίσαρης διαθέτει υψηλή ευρωπαϊκή κουλτούρα, έχοντας εντρυφήσει στο έργο αρκετών κεντροευρωπαίων κυρίως συγγραφέων, τους οποίους και έχει μεταφράσει στη γλώσσα μας. Ο Rainer Maria Rilke, ο Robert Muzil, ο Max Fritz, ο Tomas Mann, αλλά και ένας σκηνοθέτης, ο Andrei Tarkovsky, κυρίως αυτός, σύμφωνα με ομολογία του ποιητή σε τελευταία συνέντευξή του στον ομιλούντα, είναι εκείνοι που έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στον ψυχισμό του και άρα καθορίσει τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον κόσμο, συνεπώς και τον τρόπο που γράφει. Να προσθέσω, επίσης, ότι στη δεύτερη ενότητα της συλλογής Θα επιστρέψω φωτεινός, με τον τίτλο Προσωπογραφίες, παρουσιάζονται εν είδει ποιητικών βιογραφιών ποιήματα τιμής σε δημιουργούς που τον γαλούχησαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ύφους του, αφήνοντας έντονη τη σφραγίδα τους στη ζωή και το έργο του.
Πολιτογραφημένος γραμματολογικά στη γενιά του ’70, ο Ίσαρης διαφοροποιήθηκε εξαρχής και με σαφήνεια από τους ομοτέχνους του. Το έργο του, κινούμενο στη σφαίρα της υπαρξιακής αγωνίας, είναι περισσότερο οντολογικό και μεταφυσικό και λιγότερο κοινωνικό. Η μουσική, η εμμονή στη μουσική, η υποδόρια και ερωτική παρουσία της, διατρέχει διαρκώς την ποίησή του, άλλοτε υποκρούουσα κι άλλοτε ρητή. Η γραφή του, με ύφος απογυμνωμένο και γλώσσα αφαιρετική, στηρίζεται συνήθως στην υποβολή μέσω των εικόνων, του ονείρου και των χρωματικών αποχρώσεων. Η σπουδαιότητά του βρίσκεται ακριβώς σε τούτο: ότι άρθρωσε στην ποίηση, εξ ιδιοσυγκρασίας ίσως αλλά και λόγω παιδείας, μια ιδιαίτερη φωνή, εντελώς ξεχωριστή και απολύτως διακριτή στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης.
 
Σας ευχαριστώ πολύ!
 
[Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 13 Μαρτιου 2014 στο βιβλιοπωλείο Ιανός της Αθήνας, σε εκδήλωση
για την παρουσίαση του βιβλίου Εγώ ένα ξένος. Ποιήματα 1967-2011 του Αλέξανδρου Ίσαρη]

Κυρίες και κύριοι
 
Ο Γιώργης Παυλόπουλος εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Ο νεκρός Γ. Π.» στο τεύχος 4 του περιοδικού ‘Οδυσσέας’, που τύπωνε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Εξέδωσε επτά ποιητικές συλλογές σε μια ποιητική διαδρομή 65 χρόνων, πράγμα που σημαίνει ότι ο ποιητής υπήρξε εξαιρετικά ολιγογράφος.
Ο Παυλόπουλος ανήκει στην Α΄ μεταπολεμική γενιά και είναι ένας από τους σημαντικότερους και χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της. Η δύσκολη και οδυνηρή 20ετία 1935-1955, μέσα στην οποία ο ποιητής πέρασε την εφηβεία του και ανδρώθηκε, χαρακτηρίζεται από κλίμα διεθνούς αγωνίας και αβεβαιότητας, αλλά και από κορυφαία ιστορικά συμβάντα για τη χώρα μας: μεταξική δικτατορία, πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, ψυχροπολεμική μετεμφυλιακή περίοδος. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις προσωπικές για τον ποιητή συγκυρίες, όπως περιπέτειες υγείας και βιοτικές δυσχέρειες στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και έντονες λογοτεχνικές ανησυχίες, όξυναν την πολιτικοκοινωνική συνείδησή του, επέδρασαν δραματικά στον ψυχισμό του και σημάδεψαν καθοριστικά την πνευματική δημιουργία του. Ο ποιητής επεξεργάστηκε αισθητικά τη συνταρακτική αυτή εμπειρία και τη μετουσίωσε σε ποίηση. Η διασταύρωσή του, επομένως, με την ιστορία δίνει εν πολλοίς το στίγμα του έργου του. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παυλόπουλος είναι πολιτικός ποιητής, με την έννοια ότι παρατηρεί, συμμετέχει και καταγράφει τις αντιδράσεις του στα ιστορικά δρώμενα. Όλα αυτά εγγράφονται ποιητικά σε ολόκληρο το έργο του, κυρίως όμως στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του, στο Κατώγι και το Σακί.
Λέξεις κλειδιά, με συχνή παρουσία στις δύο πρώτες συλλογές του, και με ό,τι υποδηλώνουν θεματικά, όπως: τα μνήματα, οι πεθαμένοι, τα άλογα, ο αντάρτης, τα κομμένα κεφάλια, υποχωρούν κάπως από τα Αντικλείδια και εξής, για να αντικατασταθούν από άλλες λέξεις, όπως: το όνειρο, η γυναίκα, ο έρωτας, η ηδονή, ο ποιητής και το ποίημα, με όλες τις συνδηλώσεις τους. Παρατηρούμε επομένως μια μετάβαση από το συλλογικό στο προσωπικό, από το εξωτερικό στο εσωτερικό, από την παρατήρηση και την περιγραφή στην υπαρξιακή διύλιση των πραγμάτων. Και καθώς αυτό παρατηρείται ολοένα και περισσότερο από συλλογή σε συλλογή, δημιουργούμε ισχυρή την πεποίθηση ότι ο Παυλόπουλος είναι, εντέλει, προσωπικός ποιητής, στο βαθμό που τελικό μέλημά του είναι η αναδίφηση της ανθρώπινης ψυχής.
Στο σύνολό της σχεδόν η ποίηση του Παυλόπουλου χαρακτηρίζεται από μια ήπια και κατασταλαγμένη δραματικότητα. Δραματικότητα που πηγάζει εν γένει από την απώλεια: συντρόφων, φίλων και συναγωνιστών, αγαπημένων γυναικών, των παιδικών χρόνων, της νεότητας αλλά και της ζωής γενικά που μεταβάλλεται και φεύγει, του έρωτα που αμβλύνεται και παρέρχεται. Η ποίησή του δομείται, θεωρώ, στο τρίγωνο: μνήμη-έρωτας-όνειρα.
Η μνήμη, «αυτή η παράδοξη Φυσική –όπως έχει ειπωθεί– να βλέπεις τη σκιά ενώ το αντικείμενο δεν υπάρχει» είναι στο έργο του Παυλόπουλου ευρύχωρη, τραυματική ωστόσο και τραυματισμένη, πλασμένη από οδυνηρά κυρίως συμβάντα, τόσο συλλογικά όσο και προσωπικά, στοιχειωμένη από τους αγαπημένους νεκρούς του. Ο έρωτας λειτουργεί σαν ανατρεπτική δύναμη στην υπαρξιακή μοναξιά, ως αντιστάθμισμα, εκτός των άλλων, στα επαχθή της ζωής του γεγονότα. Η αισθαντικότητα παρατηρείται σε ποιήματα ήδη από τις πρώτες συλλογές του, ενώ διαποτίζει ολόκληρες τις τελευταίες. Θα μπορούσα να πω ότι ο αισθησιασμός, που αναβλύζει άλλοτε έντονος και άλλοτε διακριτικός, είναι στην ποίηση του Παυλόπουλου ο κώδικάς της: «Απάνω ετοίμαζαν το τραπέζι του γάμου / κι εγώ με τη μικρή αδερφή της νύφης / κατεβήκαμε στο κατώγι να φέρουμε τυρί. / Άνοιξα το βαρέλι κι έχωσα το δάχτυλο / στη μυρωδάτη φέτα. / Κι όπως το έβγαλα βουτηγμένο στην άρμη / εκείνη μου το πήρε και το ’βαλε στο στόμα της / να δοκιμάσει πρώτη» («Η δοκιμή» –Τα αντικλείδια). 
Το όνειρο απελευθερώνει τον ποιητή, προσφέροντας επιπλέον καινούργιο και παράδοξο υλικό στην ποιητική κοσμογονία του. Τα όνειρα, ωστόσο, του Παυλόπουλου παρουσιάζονται με τέτοια αληθοφάνεια, ώστε να αποκτούν μια διάσταση πραγματική. Πρόκειται για ένα μέσο θέασης της πραγματικότητας με έναν διαφορετικό τρόπο. Έτσι, πραγματικό και ονειρικό λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, όπου το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Τα όνειρα, λοιπόν, ονειροφαντασίες της νύχτας ή της ημέρας, δεν αποτελούν απλώς μια καταφυγή, με σκοπό μάλιστα τη διαφυγή, αλλά είναι μια άλλη όψη της πραγματικότητας του ποιητή. Συνιστούν, θα έλεγα, προέκταση της υπόστασής του και συνθέτουν μαζί με τις μεταμορφώσεις τον ποιητικό του κόσμο. Δημιουργώντας ο ποιητής όνειρα μέσα στα όνειρα και μεταμορφώσεις μέσα στις μεταμορφώσεις, απελευθερώνει τα πράγματα και τα αναδεικνύει με πληρότητα. Βυθίζεται στο υποσυνείδητο, για να εξορύξει τα κοιτάσματά του. Πασχίζει να ανακαλύψει την αρχέγονη ουσία, «τον έρωτα / στα σκοτεινά του βάθη», την πρώτη μορφή.
Ο Παυλόπουλος, αργά και αποσταγματικά, μας δίνει ποίηση αφτιασίδωτη, με την ομορφιά και τη δύναμη της φυσικής γυμνότητας. Η γλώσσα του είναι πυκνή και ταυτόχρονα λιτή, χωρίς περιττά επίθετα και ανούσια σχήματα λόγου, αδιακόσμητη και χωρίς ίχνος ρητορισμού, καθαρά ρηματική, που προκαλεί ωστόσο αναμφισβήτητη μέθεξη. Η εκφραστική λιτότητα και οι χαμηλόφωνοι τόνοι σε συνδυασμό με τη ροϊκότητα των εικόνων δίνουν το στίγμα της ποίησής του. Η γραφή του είναι αφηγηματική, ευανάγνωστη και διαυγής στην επιφάνεια, ωστόσο πολυσήμαντη και συχνά σκοτεινή στο βάθος της, ενίοτε αλληγορική και με διάθεση φιλοσοφική. Ο λόγος του είναι καίριος, ρεαλιστικός και υποβλητικός, κυριολεκτικός θα έλεγα και απροσποίητος, που παίζοντας ωστόσο με τον κατάλληλο φωτισμό, αφήνει σκιές προκειμένου να τις αποκρυπτογραφήσει ο αναγνώστης.
Ο ποιητικός κόσμος του είναι μαγικός και ονειρικός, παρά το γεγονός ότι τα υλικά του είναι απτά, καθημερινά, οικεία. Μας κερδίζει αμέσως καθώς έχουμε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι και δικός μας κόσμος. Ο ποιητής ξεδιπλώνει χωρίς εκζήτηση και κατασκευασμένα ευρήματα τη μυθοπλασία του, η οποία κατορθώνει να μας ‘εξαπατήσει’ με τη φυσικότητά της. Η κινηματογραφική οπτική και η σκηνική κάποιες φορές διάρθρωση δίνουν εικόνες εναργείς, που κινούνται διαλεκτικά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Στη θεματογραφία του παρατηρείται ακόμη μια εναγώνια μέχρις οδύνης επιθυμία αυτοπροσδιορισμού, ένας διαβρωτικός –άλλοτε ορατός και άλλοτε αδιόρατος– φόβος, η διάψευση των οραμάτων και των ελπίδων, ο θάνατος, οι εν Άδη καταβάσεις και οι νεκροί και, κυρίως, η αγάπη η αναλλοίωτη. Γράφει στο ποίημα «Η στάχτη»: «Γίναμε στάχτη της έλεγε / όμως με βλέπεις και σε βλέπω / και μένει ακόμα η αγάπη / που δεν μπορεί να γίνει στάχτη / και μένει ακόμα η αγάπη». Πολλές φορές ο ποιητής ερωτοτροπεί με θέματα και πρόσωπα από την αρχαιοελληνική λογοτεχνική παράδοση, ενώ η μουσικότητα, η επανάληψη κάποιων μοτίβων καθώς και το τσάκισμα σε ορισμένες περιπτώσεις του στίχου αποτελούν σαφείς ενδείξεις για τη γόνιμη επαφή και επίδραση του δημοτικού τραγουδιού. Εμφανής είναι επίσης η έντονη αυτοαναφορικότητα, ένας αγωνιώδης προβληματισμός για την ποίηση και τον ποιητή –κυρίως στις συλλογές Αντικλείδια και Λίγος άμμος τα ποιήματα ποιητικής αφθονούν, ενώ η προσωποποίηση της ποίησης ως γυναίκας, άλλοτε οικείας και άλλοτε απρόσιτης ή μοιραίας, δείχνει την ερωτική σχέση του ποιητή με την τέχνη του.
Ο Παυλόπουλος είναι βιωματικός ποιητής, μετουσιώνει το αίμα του σε μελάνι και χτυπά αποτελεσματικά την πόρτα της ευαισθησίας μας. Η ποίησή του προκαλεί αλλά και συμπληρώνει την ποιητική μας πείρα, προτείνοντας μιαν Άλλη πραγματικότητα. Αυτήν που απλώνεται ανάμεσα ή καλύτερα πέραν του πραγματικού και του φανταστικού· που βασίζεται στα όνειρα και τη μνήμη και αρδεύεται από τις ίδιες τις μεταμορφώσεις της. Όσο για το κέρδος ο ποιητής ξέρει καλά, και θα το μάθει και ο αναγνώστης που θα τολμήσει να στροβιλιστεί στης δημιουργίας του τη θύελλα, πως «κάθε ηδονή / έχει και τη δική της πληρωμή».
 
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.
 
[Εικοστό ένατο Συμπόσιο Ποίησης - Το μοντέρνο στην ποίηση.
Συνεδριακό και Πολιτιστικό κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών, 2-5 Ιουλίου 2009]
 
 

Κυρίες και κύριοι
 
Ο Χρίστος Λάσκαρης (Χάβαρι Ηλείας, 1931 - Πάτρα, 2008) εμφανίστηκε στην ποίηση σε σχετικά μεγάλη ηλικία, όταν δημοσίευσε στην ανθολογία νέων λογοτεχνών Παρουσίες, Αθήνα 1970, τα ποιήματά του: «Η μεταμόρφωση», «Κρυφή ζωή», «Το κλουβί και το πουλί», «Οι επισκέπτες», «Οι μυλόπετρες». Εξέδωσε επτά ποιητικές συλλογές και δύο συγκεντρωτικούς τόμους. Ο ποιητής εντάσσεται στη Β΄ μεταπολεμική γενιά, αλλά στάθηκε έξω από το γενικότερο κλίμα των περισσοτέρων της γενιάς του, χωρίς μαρτυρίες για τα οδυνηρά πολιτικοκοινωνικά συμβάντα και την ψυχροπολεμική κατάσταση της εποχής του. Είναι δημιουργός ιδιαίτερος, που βαδίζει εντελώς προσωπικό δρόμο στην ποίηση.
Ο Λάσκαρης είναι ένας ποιητής-φωτογράφος. Τα ποιήματά του αποτελούν γκρίζες εικόνες, ασπρόμαυρες φωτογραφίες πάντα (και ποτέ έγχρωμες) υπαρξιακών στιγμιότυπων και εσωτερικών τοπίων, τραβηγμένες από μια οπτική που αναδεικνύει και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποίησής του. Έχω την αίσθηση ότι ο Λάσκαρης θα μπορούσε να είναι ένας πολύ καλός φωτογράφος. Αν επέλεξε την πένα και όχι τη φωτογραφική μηχανή για να εκφραστεί, τούτο συνέβη όχι μόνο από ιδιοσυγκρασία, αλλά και επειδή θεώρησε ότι η πένα τού παρείχε περισσότερες δυνατότητες απ’ ό,τι ο φακός, ώστε να εισχωρήσει βαθύτερα στα πράγματα και τις ρωγμές τους. Όλα τα ποιήματά του είναι καδραρισμένα και αφήνουν, έστω κι αν είναι ολιγόλογα, να εννοηθούν πολλά. Η ποίησή του, λοιπόν, όπως και η φωτογραφία, εμφανίζει επιφάνειες και ρωγμές και καλεί τον αναγνώστη να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από τη θεατή πλευρά των πραγμάτων. Γράφει στο ποίημά του «Η φωτογραφία»: «Περισσότερο κι απ’ τα γραφτά του / –ακόμη και τα πιο προσωπικά– / φαίνεται να μιλάει γι’ αυτόν, / τούτη η παλιά, / ασπρόμαυρη φωτογραφία· / π’ αδύνατος, / με κοντό παντελονάκι, / κοιτάζει φοβισμένα το φακό, / κολλημένος πάνω στον πατέρα του».
Την ποίηση του Λάσκαρη διατρέχουν απαρχής μέχρι τέλους θλίψη και λύπη, διάχυτη μελαγχολία και έντονη νοσταλγία. Νοσταλγία για την παιδική ηλικία, κυρίως, και μάλιστα στην επαρχία (δεν είναι τυχαίο που έχει γράψει πολλά ποιήματα με τον τίτλο «Επαρχία»). Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο ποιητής έζησε μέχρι τα 14-15 χρόνια του στο Χάβαρι, ένα χωριό στα βορειοδυτικά της Ηλείας, πριν μετακομίσει οικογενειακώς το 1945 στην Πάτρα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του. Ο ίδιος, μάλιστα, σε συνέντευξή του στο περιοδικό ‘Οροπέδιο’, χαρακτηρίζει αυτή την εσωτερική μετανάστευσή του «ξερίζωμα» και «πρώτο ψυχικό τραύμα», το οποίο έχω την πεποίθηση ότι δεν έκλεισε ποτέ. Το πλαίσιο λοιπόν των ποιημάτων του είναι η μεγαλούπολη στην οποία ζει, με την οποία δε συμφιλιώθηκε ποτέ, και η επαρχία την οποία νοσταλγεί, αντιστεκόμενος στην αστική πραγματικότητα, με την τεχνολογία, τις τηλεοράσεις, τα ασανσέρ. Το περιβάλλον της πόλης τον καταπιέζει, προτιμά και αναπολεί το φυσικό, δεν προσαρμόζεται στο τεχνητό. Νιώθει νοσταλγία, επίσης, για ό,τι ανεπιστρεπτί παρέρχεται: για τη νιότη, τον έρωτα, τη ζωή γενικότερα. Όλα βέβαια τα διασώζει μέσω της μνήμης και της γραφής, αλλά ξέρει καλά ότι δεν είναι το ίδιο.
Ο Λάσκαρης είναι βαθιά ερωτικός και υπαρξιακός ποιητής, καλλιεργητής των ένδον, που βιώνει έντονα την αγωνία, τη μοναξιά, την απουσία, τον ανέκφραστο και ανεκπλήρωτο ή περατωμένο έρωτα, τη στέρηση, την ανία, τη μονοτονία και την πλήξη της καθημερινής ζωής, τον τρόμο· τα ποιήματά του, όπως λέει ο ίδιος, είναι τρόμος «δοσμένος σε παραλλαγές». Η γραφή του είναι μινιμαλιστική, άμεση, τρυφερή, χαμηλότονη, στοχαστική, ενώ δεν απουσιάζουν εντελώς κάποιες λυρικές νότες, αν και αυτό που την χαρακτηρίζει περισσότερο, συνδέοντάς την μάλιστα με τον Καβάφη, είναι η υποδόρια ειρωνεία. Στα ποιήματά του, μικρά δράματα της καθημερινότητας, που εκφράζουν φθορά, παρακμή και αδιέξοδες καταστάσεις, μιλά με χρώματα μουντά για τις θλιμμένες Κυριακές, τους απόκληρους της ζωής, τους αναξιοπαθούντες: απελπισμένους, γέροντες, αρρώστους, τρελούς, ανερώτευτους. Κυρίαρχο θέμα στην ποίησή του είναι επίσης ο θάνατος, στις διάφορες μάλιστα μορφές του, και η εξοικείωση σιγά σιγά μαζί του: «Έρχεται ο θάνατος και κάθεται δίπλα μου, / τελευταία / όλο και πιο συχνά έρχεται / και κάθεται δίπλα μου // κάθεται αμίλητος / με το χέρι του / πάνω στο γόνατό μου», γράφει στο ποίημα «Έρχεται ο θάνατος». Σ’ αυτά τα ποιήματα, κατεξοχήν, υπάρχουν εμφανείς καρυωτακικοί απόηχοι, καθώς κινούνται σ’ ένα κλίμα ελεγειακό και με εμφανή τη γοητεία που του ασκεί η αυτοχειρία: «Μονάχα οι αυτόχειρες / είναι πραγματικά ελεύθεροι // Οι άλλοι / βρισκόμαστε στο σώμα μας // ακόμα / κι όταν ονειρευόμαστε» («Μονάχα οι αυτόχειρες»).
Ο λόγος του Λάσκαρη είναι ρηματικός, ενώ προβάλλεται πάντοτε ένας πρωταγωνιστής, που, είτε σε πρώτο πρόσωπο μιλάει είτε σε τρίτο, δεν είναι παρά το alterego του ποιητή. Τα υλικά, όπως και ο τρόπος γραφής του, είναι απλά –η απλότητα είναι δομική αρετή στο έργο του. Η ποίησή του βασίζεται στον υπαινιγμό και στο έμμεσο· ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα λέει όλα, υπάρχουν αρκετά στρώματα πίσω που πρέπει να ανακαλυφθούν και αποκαλυφθούν.
Στα περισσότερα ποιήματα του Λάσκαρη υπάρχει σταθερά υψηλή ποιότητα, ενώ συναντούμε και κάποιες στιγμές που τα ποιήματά του δεν τελειώνονται –και τούτο δεν έχει να κάνει με την ωριμότητα ή μη του ποιητή, αλλά με άγονες συνθήκες κατά τη φάση της συγγραφής. Άλλωστε, στην ποίησή του δεν παρατηρούμε από συλλογή σε συλλογή αξιοσημείωτη διαφοροποίηση ή εξέλιξη, με την έννοια της κατάκτησης νέων τρόπων γραφής ή της επινόησης καινούργιων θεμάτων. Ο ποιητής καταθέτει εξαρχής τις θεματικές και μορφολογικές συνιστώσες του έργου του και κινείται ακατάπαυστα γύρω από το ίδιο κέντρο, δίνοντας παραλλαγές ή ευρύνοντας ανάλογα θέματα. Έχω την εντύπωση ότι δεν είναι τυχαίο που στη συγκεντρωτική έκδοση του 2004 (η οποία περιλαμβάνει τις έξι πρώτες ποιητικές συλλογές του) δεν έχουν σημειωθεί οι χρονολογίες έκδοσης της κάθε συλλογής και, επιπλέον, έχουν προστεθεί ποιήματα χωρίς να αναφέρεται στο Σημείωμα του ποιητή σε ποια εποχή ανήκουν.
Ο Χρίστος Λάσκαρης, ποιητής πράγματι ξεχωριστός, σκηνοθετώντας με απαράμιλλο, λιτό, αλλά και ρεαλιστικό τρόπο τους εσωτερικούς χώρους του ποιητικού υποκειμένου του, στην ουσία πέτυχε να αναδείξει τον περίκλειστο άνθρωπο, τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι είναι αδύνατο να ξεφύγει από την αρπάγη του χρόνου.
 
Σας ευχαριστώ.
[Εικοστό ένατο Συμπόσιο Ποίησης - Το μοντέρνο στην ποίηση.
Συνεδριακό και Πολιτιστικό κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών, 2-5 Ιουλίου 2009]
 
 

Το εισιτήριο του Γιάννη Παππά για τη χώρα της ποίησης

Κυρίες και κύριοι
 
Η ποιητική συλλογή Στην άκρη του ονείρου είναι η πρώτη του Γιάννη Παππά. Ωστόσο, θα ήταν αναληθές αν λέγαμε ότι ο Παππάς είναι άρτι αφιχθείς, νεοφερμένος δηλαδή, στην ποίηση. Και εξηγώ αμέσως το γιατί.
Ο Γιάννης Παππάς από το 1993 μέχρι το 1999 συνεξέδιδε στην Πάτρα με τον Αντώνη Σκιαθά το λογοτεχνικό περιοδικό Ελί-τροχος. Έχει οργανώσει πολλά συνέδρια και λογοτεχνικές εκδηλώσεις στην Πάτρα, την Αθήνα και αλλού. Έχει δημοσιεύσει κριτικά κείμενα για νεοέλληνες συγγραφείς σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Το 2003 δημιούργησε, και διευθύνει έκτοτε ανελλιπώς, το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό και πολιτιστικό περιοδικό Διαπολιτισμός, από τα πρώτα και καλύτερα, και σήμερα βεβαίως ακόμη, ηλεκτρονικά περιοδικά για τη λογοτεχνία. Το 2004 κυκλοφόρησε σε δική του μετάφραση το βιβλίο του Cesare Paveze Τα ποιήματα από τις εκδόσεις Printa. Το 2007, στο τεύχος 43 του περιοδικού Πλανόδιον, μετέφρασε μαζί με τον ποιητή Σωτήρη Παστάκα 12 σύγχρονους Ιταλούς ποιητές. Στη συνέχεια μετέφρασε 20 ερωτικά ποιήματα του Ιταλού νομπελίστα ποιητή EugenioMontale, η έκδοση των οποίων πραγματοποιήθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις του περιοδικού Οδός Πανός.
Όλα αυτά δηλώνουν ότι ο Παππάς δεν ήρθε το 2008 από το πουθενά στην ποίηση, και μάλιστα στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του. Αντιθέτως, προετοίμαζαν την έλευση του ποιητή, ο οποίος κυοφορούσε για πολλά χρόνια φαίνεται, μέχρι να γεννήσει αβίαστα, με φυσικό τοκετό κι όχι με καισαρική, δική του ποίηση, που κάθε άλλο παρά πρωτόλεια δείχνει, αν και η συλλογή Στην άκρη του ονείρου είναι, όπως είπαμε, η πρώτη του.
Ας περάσουμε λοιπόν στο υπό παρουσίαση βιβλίο. Η συλλογή Στην άκρη του ονείρου έχει εκδοθεί με ιδιαίτερα καλαίσθητο τρόπο, στη γνωστή σειρά Ποίησης των Εκδόσεων Μεταίχμιο. Το βιβλίο, το εξώφυλλο του οποίου κοσμεί πίνακας του Claude Monet, όχι τυχαία επιλογή πιστεύω, περιέχει 29 ποιήματαˑ 29 αυτόνομα ποιήματα, τα οποία όμως συνδέονται μεταξύ τους με ευκρινή ενότητα.
Η συλλογή Στην άκρη του ονείρου δομείται, κατά την άποψή μου, πάνω στο τρίγωνο: μνήμη – νοσταλγία – όνειρο, με όλες τις συνδηλώσεις τους και όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Η μνήμη για τον Παππά δεν αποτελεί, απ’ ότι φαίνεται, μια απλή ανάμνηση του παρελθόντος. Συνιστά μια βιωμένη πραγματικότητα, η οποία επιφέρει ισορροπία στις δύστροπες πλευρές του παρόντος. Το χώμα της μνήμης του Παππά, όχι μόνο δεν έχει ξεραθεί με το πέρασμα των χρόνων, αλλά παραμένει νωπό, ακριβώς γιατί ο ποιητής φροντίζει να το ποτίζει ανελλιπώς.
Η νοσταλγία είναι η κινητήρια δύναμη, ώστε να ζωντανέψει η μνήμη και να πάρει μπρος το όνειρο. «Βρέχει στον ύπνο μου σταγόνες νοσταλγίας», γράφει ο ποιητής, κι αυτό τον κάνει να αισθάνεται, όπως ομολογεί, ότι είναι αλλού. Ο Παππάς είναι ένας ευγενικός νοσταλγός του παρελθόντος του. Όχι μόνο του στενά προσωπικού του παρελθόντος, αλλά και του μικρόκοσμου που αναπτύσσεται γύρω του.
Το όνειρο, μια λέξη που εκτός από τον τίτλο τη συναντούμε πολλές φορές σε αρκετά από τα ποιήματά του, λειτουργεί για τον Παππά με όρους ταξιδιού. Είναι μάλιστα και το μέσο για το ταξίδι, αλλά και ο προορισμός του ταξιδιού.
Ο Παππάς ωστόσο είναι σαφής. Στον τίτλο της συλλογής του αναφέρεται όχι στο όνειρο γενικά, αλλά στην άκρη του ονείρου. Τι σημαίνει άραγε αυτό το: στην άκρη του ονείρου; Γιατί όχι: μέσα στο όνειρο; Μήπως αυτό το στην άκρη υπονοεί ότι ο ποιητής φτάνει ακριβώς μέχρι την άκρη, κοιτάζει μέσα, αλλά δεν μπορεί να μπει; Τι είναι επομένως το όνειρο στην ποίηση του Παππά; Διακινδυνεύοντας μια ερμηνεία αυτού του μοτίβου, αυτού του συμβόλου, θα έλεγα ότι το όνειρο, κατά την εκτίμησή μου, είναι το μέσο για να ταξιδέψει ο ποιητής προς την παιδική ηλικία, και είναι ακόμη η ίδια η παιδική ηλικία, με ό,τι περιλαμβάνει: πρόσωπα, πράγματα, πόλεις, τόπους, οσμές, αισθήσεις, όπου σφόδρα επιθυμεί ο ποιητής να επανακάμψει, όμως φτάνει μέχρι την άκρη, μέχρι τις παρυφές, βλέπει φως, αλλά δεν μπορεί πια να μπει μέσα, διότι ουσιαστικά έχει πλέον απομακρυνθεί από εκεί. Διαβάζουμε στο βιβλίο:
 
Όμως τη νύχτα πάντα,
στην άκρη του ονείρου,
ένα παιδάκι με ματωμένα γόνατα
παίζει μονάχο του κουτσό
πάνω στο νωπό χώμα της μνήμης.
 
κι αλλού:
 
Στην οδό ονείρων κάποτε υπήρχαν χωματένιοι δρόμοι,
Λιβάδια και τρεχούμενα νερά.
Δίπλα παίζαν τα παιδιά την πικρή τους αθωότητα.
Ύστερα από χρόνια της ασφάλτου το φίδι σέρνεται
παντού, σφυρίζοντας.
 
Και η μνήμη με τις αναμνήσεις της και η νοσταλγία και το όνειρο κινητοποιούνται βράδυ, νύχτα για την ακρίβεια. «Οι αναμνήσεις αρχίζουν το βράδυ» γράφει ο Παππάς στον εναρκτήριο στίχο του πρώτου ποιήματός του. Κι αλλού:
 
Στον κήπο πίσω από το σπίτι τη νύχτα σκάβοντας
Έφτανε λαχανιασμένος στο όνειρο.
ή
Όταν νυχτώνει, αλητεύει το μυαλό
και ψάχνει να σε βρει.
    
Όλα λοιπόν για τον ποιητή είναι «μια ανάμνηση στις ρωγμές του μυαλού». Γι’ αυτό και θεωρώ ότι τα ποιήματα της συλλογής Στην άκρη του ονείρου είναι εν πολλοίς ποιήματα επιστροφής. Ο ποιητής νιώθει έναν διακαή πόθο να επιστρέψει: στις ρίζες, στους τόπους της γενέθλιας γης, στη χαμένη αθωότητα. Νιώθει καταπιεσμένος στο αστικό περιβάλλον της εποχής του, όπου αναγκάζεται να πουλάει κάθε μέρα την ψυχή του. Γράφει ο ίδιος:
 
Τώρα στην πόλη πια ξεπουλάω τα υπάρχοντά μου σε
υπαίθρια παζάρια
 
Γνωρίζει όμως καλά ότι μόνο μέχρι το σύνορο μπορεί να φτάσει και ν’ αγναντέψει απλώς μέσα. Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι όλα παίζονται στην άκρη του ονείρου. Γι’ αυτό και ό,τι στο τέλος απομένει δεν είναι παρά η θλίψη για την αδυναμία της πραγματικής επιστροφής, η πικρή ματαιότητα, η αίσθηση της απώλειας και της φθοράς, ο οριστικά χαμένος χρόνος.
 
Όταν επιστρέφεις νύχτα με δροσιά
στους νοτισμένους κάμπους,
το ξέρεις πως τώρα πια κανείς δεν θα σε περιμένει
 
παραδέχεται με πικρία. Οπότε, το μόνο που απομένει, αντίδοτο στη θλίψη του, είναι η ποίηση. Ο ποιητής βρίσκει διέξοδο μέσω της ποίησης, που συγγενεύει με το όνειρο, έστω κι αν αυτή δεν είναι παρά ένα καταφύγιο, που μάλλον ο Παππάς δεν το φθονεί διόλου, όπως ο αυτόχειρας της Πρέβεζας:
 
Όταν ο χρόνος όλα θα τα ρημάξει,
τα ποιήματα θα λάμπουν πάνω στην άμμο
 
γράφει, επαναδημιουργώντας, μέσω της ποίησης, τον παρελθόντα κόσμο. Θεραπεύει την ποίηση, ώστε, αν και ναυαγός ονείρων, να διατηρεί ακέραιη την πίστη του, «περιμένοντας το καινούργιο καράβι να περάσει» για ένα νέο ταξίδι προς το όνειρο, με οδηγό την αγάπη και την ελπίδα. Γιατί όπως λέει,
 
Μόνο η αγάπη μπορεί να ριγώσει το σκοτάδι με λίγο λευκό,
μόνο η ελπίδα μπορεί να αστράψει λίγο φως.
 
        Ένα άλλο σύμβολο-μοτίβο στην ποίηση του Παππά είναι το ποτάμι, μια λέξη που απαντά επίσης με μεγάλη συχνότητα στο corpus της συλλογής. Τι είναι όμως το ποτάμι για τον Παππά; «Τα ποτάμια είναι ο χρόνος που κυλάει» λέει ο ίδιος. Ένα ποτάμι, όπως γνωρίζουμε, ξεκινάει από κάπου και καταλήγει κάπου. Είναι σαν ένας δρόμος. «Τα ποτάμια κυλάνε πάντα στη θάλασσα», λέει πάλι ο ίδιος. Από πού πηγάζουν όμως; Σας διαβάζω το  ομότιτλο της συλλογής ποίημα, που αποτελεί, νομίζω, κλειδί για την αποκωδικοποίηση του συμβόλου, αλλά και ένα κλειδί ανάγνωσης ολόκληρης της συλλογής:
 
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
 
Τη μια στιγμή ήσουνα στο ποτάμι
Την άλλη στην άκρη του ονείρου.
Βρέθηκες στο κέντρο της μεγάλης πλατείας
Γύρω σου χοροπηδάνε μεταμφιεσμένοι
Είπες: τι κάνω εδώ;
Εγώ μια βόλτα στο ποτάμι πήγαινα.
 
Το ποτάμι, λοιπόν, είναι ο δρόμος, νομίζω, που οδηγεί τον ποιητή στην άκρη του ονείρου, δηλαδή στην παιδική ηλικία. Να το πω αλλιώς; Το ποτάμι είναι ο δρόμος που συνδέει την ώριμη ζωή με την παιδική ηλικία, κι ακόμη παραπέρα τη γέννηση με το θάνατο:
 
Τα ποτάμια είναι η μοίρα των ανθρώπων
Που κανένας δεν μπορεί να αλλάξει.
 
Περνώντας στη μορφολογία της συλλογής, θα έλεγα ότι η ποίηση του Παππά είναι απλή και απέριττη, καθαρή και διάφανη, ακριβολόγος, ανεπιτήδευτη, χωρίς βερμπαλισμούς και λεκτικές εκζητήσεις. Είναι μια ποίηση που, όπως λέει ο Eugenio Montale, «δεν προορίζεται για κανέναν, ούτε για τους άλλους ούτε για κείνον που τη γράφει». Είναι μια ποίηση που απλώς υπάρχει:
 
Σαν το νερό που βγαίνει από την πυρωμένη πέτρα,
σαν το αηδόνι που κελαηδάει μονάχο ολημερίς στο δάσος.
 
Η γραφή του Παππά, παλλόμενη από έναν υποδόριο και διακριτικό ερωτισμό, συν-κινεί τον αναγνώστη, καθώς αναφέρεται, και μάλιστα μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, σε θέματα που, ενώ ξεκινούν από τις προσωπικές εμπειρίες, τα βιώματα και τα συναισθήματα του ποιητή, καταφέρνουν να γίνουν οικουμενικά και να αφορούν τον καθένα.
Ο Γιάννης Παππάς, με τη συλλογή του Στην άκρη του ονείρου, έχει εξασφαλίσει το εισιτήριο για τη χώρα της Ποίησης. Με άλλα λόγια, έχει θέσει στέρεες βάσεις για μια ευδόκιμη πορεία. Η ποίηση, όπως είναι γνωστό, είναι ένας αδιάκοπος αγώνας να τιθασεύσουμε τις λέξεις και να κατακτήσουμε το προσωπικό μας ύφος. Ο δρόμος, ούτως ή άλλως, είναι μακρύς και δύσκολος. Εκτιμώ, και το εύχομαι βεβαίως, ότι ο Γιάννης Παππάς θα τον περπατήσει επιτυχώς.
 
Σας ευχαριστώ.
 
[Ομιλία που εκφωνήθηκε στη Στοά του βιβλίου, στις 7 Νοεμβρίου 2008, σε εκδήλωση
για την παρουσίαση του βιβλίου Στην άκρη του ονείρου του Γιάννη Παππά]
 
 

Κλειδιά και αντικλείδια στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου 
Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης και της ποιητικής του
 
Κυρίες και κύριοι
Φίλες και φίλοι
 
Θα ήθελα, εξαρχής, να ευχαριστήσω το Πανεπιστήμιο Πατρών καθώς και την Επιτροπή Πολιτιστικής Ανάπτυξης, και ειδικότερα τον Αναπληρωτή καθηγητή της Ιατρικής και ποιητή Γιάννη Ζαρκάδη, για την πρόσκλησή τους να μιλήσω σήμερα εδώ για έναν σημαντικό ποιητή, τον Γιώργη Παυλόπουλο. Η πρόσκληση αυτή, και το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια, αποτελεί τιμή για μένα, και λυπούμαι που ο ποιητής δεν μπόρεσε, λόγω των προβλημάτων της υγείας του, να παρευρεθεί στην αποψινή μας εκδήλωση. Χαίρομαι, ωστόσο, και πρέπει να το πω, που βλέπω στο ακροατήριο πολλούς Πατρινούς ομοτέχνους και φίλους, αλλά και πρώην μαθητές μου στη Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου και νυν φοιτητές του Πανεπιστημίου σας.
 
Πριν αναπτύξω το θέμα μου για τον τιμώμενο ποιητή, θα ήθελα να καταθέσω δυο λόγια για τον άνθρωπο Παυλόπουλο και τη γνωριμία μου μαζί του.
Πρωτοσυναντηθήκαμε το 1988 με αφορμή την έκδοση της ποιητικής συλλογής του Τα αντικλείδια. Την προηγούμενη χρονιά, το 1987, είχε κυκλοφορήσει η πρώτη δική μου ποιητική συλλογή, την οποία και, τιμητικά, του απέστειλα. Εξαιτίας μιας κολακευτικής απαντητικής επιστολής του γι’ αυτό το πρώτο βιβλίο μου, και καθώς καταγόμαστε από τον ίδιο νομό, πήρα το θάρρος να του ζητήσω να τον επισκεφτώ στο σπίτι του, στις Εργατικές Κατοικίες του Πύργου, με σκοπό να τον γνωρίσω από κοντά, αλλά και να συζητήσω μαζί του την πρόθεσή μου να γράψω ένα κριτικό κείμενο για τη συλλογή του Τα Αντικλείδια, τα οποία με είχαν στην κυριολεξία μαγέψει.
Είκοσι ακριβώς χρόνια μετά, θυμάμαι ακόμη αυτή τη συνάντησή μας. Θυμάμαι έναν άνθρωπο προσηνή, γλυκομίλητο, τρυφερό να μου μιλάει με απλότητα και χωρίς καμιά έπαρση ή επιτήδευση για την ποίηση, για τη ζωγραφική, για την τέχνη γενικά, για τη σχέση του με τον Σινόπουλο και για τη σχέση του με τον Σεφέρη. Με μάγεψε και ως άνθρωπος.
Έκτοτε, όταν πήγαινα ή έφευγα από τη γενέτειρά μου, έκανα αρκετές φορές στάση στον Πύργο, για να τον συναντήσω και πάλι. Ποτέ δεν έχασε απέναντί μου τη λάμψη του ως άνθρωπος.
Για τον ποιητή θα μιλήσω ευθύς αμέσως.
Όπως θα έχετε δει και στο πρόγραμμα της εκδήλωσης, ο τίτλος της ομιλίας μου είναι: «Κλειδιά και αντικλείδια στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου». Σκοπός μου, δηλαδή, είναι να ανιχνεύσω τα βασικά θέματα και τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης και της ποιητικής του.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος, γεννημένος στον Πύργο της Ηλείας το 1924, όπου και διαμένει μόνιμα, με ένα μικρό μόνο διάστημα μετοίκησής του στην Αθήνα, εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1940 με τη δημοσίευση δύο διηγημάτων του στην εφημερίδα «Πατρίς» του Πύργου. Το 1943 δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τον τίτλο «Ο νεκρός Γ. Π.», στο τεύχος 4 του περιοδικού «Οδυσσέας», που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα τις ποιητικές συλλογές: Το κατώγι, 1971, Το σακί, 1980, Τα αντικλείδια, 1988, Τριαντατρία Χαϊκού, 1990, Λίγος άμμος, 1997, Πού είναι τα πουλιά;, 2004. Σας πληροφορώ ότι από το 2004 και εξής έχω δει αρκετά ποιήματά του δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά έντυπα, πράγμα που σημαίνει ότι ο ποιητής μας θα ετοιμάσει οσονούπω το επόμενο βιβλίο του. Ωστόσο, δύο παρατηρήσεις μπορούμε αβίαστα να κάνουμε στο σημείο αυτό: πρώτον, παρά το γεγονός ότι πρωτοδημοσίευσε ποίημα το 1943 και έγραφε βεβαίως συνεχώς από τότε, ο Παυλόπουλος εξέδωσε την πρώτη του συλλογή μόλις το 1971, ενώ οι ποιητές της γενιάς του είχαν αρχίσει να τυπώνουν ήδη από τη δεκαετία του ’40· δεύτερον, με έξι μόλις βιβλία σε μια ποιητική διαδρομή 65 χρόνων γίνεται αντιληπτό ότι ο ποιητής είναι εξαιρετικά ολιγογράφος, αν και ο ίδιος πιστεύει ότι «ο αριθμός των ποιημάτων που γράφει ένας ποιητής είναι αμετάκλητος και δεν εκφράζεται ούτε με το ‘λίγο’ ούτε με το ‘πολύ’ […] Τον προϋποθέτουν όλοι οι αριθμοί των ποιημάτων που γράφτηκαν πριν και που θα γραφτούν μετά από αυτόν».
Ο Γιώργης Παυλόπουλος ανήκει στην Α΄ μεταπολεμική γενιά και είναι ένας από τους σημαντικότερους και χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της. Η δύσκολη και οδυνηρή 20ετία 1935-1955, μέσα στην οποία ο ποιητής πέρασε την εφηβεία του και ανδρώθηκε, χαρακτηρίζεται από κλίμα διεθνούς αγωνίας και αβεβαιότητας, που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και από κορυφαία ιστορικά συμβάντα για τη χώρα μας: μεταξική δικτατορία, πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, ψυχροπολεμική μετεμφυλιακή περίοδος. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις προσωπικές για τον ποιητή συγκυρίες, όπως περιπέτειες και βιοτικές δυσχέρειες στη διάρκεια της κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και έντονες λογοτεχνικές ανησυχίες, όξυναν την πολιτικοκοινωνική συνείδησή του, επέδρασαν δραματικά στον ψυχισμό του, και σημάδεψαν καθοριστικά την πνευματική του δημιουργία. Ο ποιητής επεξεργάστηκε αισθητικά τη συνταρακτική αυτή εμπειρία και τη μετουσίωσε σε ποίηση. Η διασταύρωσή του επομένως με την ιστορία δίνει εν πολλοίς το στίγμα του έργου του. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παυλόπουλος είναι πολιτικός ποιητής, με την έννοια ότι παρατηρεί, συμμετέχει και καταγράφει τις αντιδράσεις του στα δρώμενα. Όλα αυτά, λοιπόν, εγγράφονται ποιητικά σε ολόκληρο το έργο του, κυρίως όμως στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του, στο Κατώγι και το Σακί. Ακούστε, για παράδειγμα, με τι συγκλονιστικό και εντελώς απέριττο τρόπο παρουσιάζεται η επώδυνη εμπειρία της Κατοχής, στο ποίημά του «Η πέτρα» από τη συλλογή Το σακί:
 
Νύχτα πείνα κατοχή
και στη θράκα για ψωμί
ψέναμε μια πέτρα.
 
Έσκασε στα τέσσερα
μαύρισε και ράισε
μα δεν έγινε ψωμί.
 
Και την έκανα κομμάτια
την εμοίρασα στα πιάτα
μα κανείς δεν άγγιζε.
 
Τότε γονατίζοντας
ζήτησε συχώρεση
ούρλιαξε η Μάνα.
 
Ή η εμπειρία του Εμφυλίου στο ομώνυμο ποίημα της ίδιας συλλογής:
 
ΤΟ ΣΑΚΙ
 
Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
 
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
 
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
 
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
 
Λέξεις κλειδιά, με συχνή παρουσία στις δύο πρώτες συλλογές του, και με ό,τι υποδηλώνουν θεματικά, όπως ο νεκρός, τα μνήματα, οι πεθαμένοι, τα σκοτωμένα περιστέρια, τα άλογα, τα σκυλιά, το ποτάμι, ο αντάρτης, τα κομμένα κεφάλια, υποχωρούν κάπως από τα Αντικλείδια και εξής, για να αντικατασταθούν από άλλες λέξεις, όπως ο ύπνος, το όνειρο, η βάρκα, το πηγάδι, το φεγγάρι, η γυναίκα, ο έρωτας, η ηδονή, ο ποιητής και το ποίημα, με όλες τις συνδηλώσεις τους. Παρατηρούμε επομένως μια μετάβαση από το συλλογικό στο προσωπικό, από το εξωτερικό στο εσωτερικό, από την παρατήρηση και την περιγραφή στην υπαρξιακή διύλιση των πραγμάτων. Και καθώς αυτό παρατηρείται ολοένα και περισσότερο από συλλογή σε συλλογή, δημιουργούμε ισχυρή την πεποίθηση ότι ο Παυλόπουλος είναι, εντέλει, προσωπικός ποιητής, στο βαθμό που τελικό μέλημά του είναι η αναδίφηση της ανθρώπινης ψυχής.
Θα επιλέξω, για να αναφερθώ διεξοδικότερα, τέσσερα θεματικά μοτίβα, πάνω στα οποία θεωρώ ότι δομείται ολόκληρη η ποίηση του Παυλόπουλου. Μοτίβα που παρατηρούνται σε όλες σχεδόν τις συλλογές του, εδραιώνονται όμως από τα Αντικλείδια, τη σημαντικότερη κατ’ εμέ συλλογή του, και εξής.
Το πρώτο θεματικό μοτίβο είναι η μνήμη, «αυτή η παράδοξη Φυσική, όπως έχει ειπωθεί, να βλέπεις τη σκιά ενώ το αντικείμενο δεν υπάρχει». Η μνήμη του Παυλόπουλου είναι ευρύχωρη, τραυματική ωστόσο και τραυματισμένη, πλασμένη από οδυνηρά κυρίως συμβάντα, τόσο συλλογικά όσο και προσωπικά. Για τον Παυλόπουλο το παρόν δεν οδηγεί στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν. Ο ποιητής επαναβιώνει το παρελθόν του, το ζει ετεροχρονισμένα, αποκρυσταλλώνοντάς το και σηματοδοτώντας το μέσα στην τέχνη του. Η σχεδόν αδιάκοπη χρήση ιστορικών χρόνων αποτελεί αναμφισβήτητη ένδειξη. Πολλές φορές ο Παυλόπουλος ‘παγώνει’, ακινητοποιεί μέσα στο χρόνο αυτό που επιθυμεί. Έτσι, αφού το προφυλάξει από τη φθορά, έχει τη δυνατότητα να το απολαμβάνει διαρκώς στη στιγμή της ακμής του. Ωστόσο, δεν λείπει ούτε η επίγνωση ούτε η απόγνωση γι’ αυτό που δεν το βιώνεις ακριβώς και με την ίδια ένταση έξω από τον καιρό του. Γράφει λοιπόν: «μα τώρα ξέραμε πως παίζαμε απελπισμένα / παίζαμε τον έρωτα / την περασμένη μας ζωή / μέσα στο σκοτεινό μου όνειρο / σαν δυο ηθοποιοί αδέξιοι / που τρέμουνε το σκηνοθέτη».
Το δεύτερο θεματικό μοτίβο στην ποίηση του Παυλόπουλου είναι το όνειρο, το οποίο κυριαρχεί περισσότερο στα Αντικλείδια .
Το όνειρο απελευθερώνει τον ποιητή, προσφέροντας επιπλέον καινούργιο και παράδοξο υλικό για τη σύνθεση της ποιητικής μυθολογίας του. Τα όνειρα, ωστόσο, του Παυλόπουλου παρουσιάζονται με τέτοια αληθοφάνεια, ώστε να αποκτούν μια διάσταση πραγματική. Πρόκειται για ένα μέσο θέασης της πραγματικότητας με έναν διαφορετικό τρόπο. Έτσι, πραγματικό και ονειρικό λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, όπου το ένα τροφοδοτεί το άλλο με αγαστή ισορροπία. Τα όνειρα λοιπόν, ονειροφαντασίες της νύχτας ή της ημέρας, δεν αποτελούν απλώς μια καταφυγή, με σκοπό μάλιστα τη διαφυγή, αλλά είναι μια άλλη όψη της πραγματικότητας του ποιητή. Αποτελούν, θα έλεγα, προέκταση της υπόστασής του και συνθέτουν μαζί με τις μεταμορφώσεις τον ποιητικό του κόσμο. Δημιουργώντας ο ποιητής όνειρα μέσα στα όνειρα και μεταμορφώσεις μέσα στις μεταμορφώσεις, απελευθερώνει τα πράγματα και τα αναδεικνύει με πληρότητα. Βυθίζεται στο υποσυνείδητο, για να εξορύξει τα κοιτάσματά του. Πασχίζει να ανακαλύψει την αρχέγονη ουσία, «τον έρωτα / στα σκοτεινά του βάθη», την πρώτη μορφή.
Το επόμενο θεματικό μοτίβο είναι ο έρωτας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο έρωτας στην ποίηση του Παυλόπουλου λειτουργεί σαν ανατρεπτική δύναμη στην υπαρξιακή μοναξιά, ως αντιστάθμισμα, εκτός των άλλων, στα επαχθή της ζωής του γεγονότα. Η αισθαντικότητα παρατηρείται σε ποιήματα ήδη από τις πρώτες συλλογές του, διαποτίζει ωστόσο ολόκληρες τις τελευταίες. Θα μπορούσα να πω ότι ο αισθησιασμός, που αναβλύζει άλλοτε έντονος και άλλοτε διακριτικός, είναι στην ποίηση του Παυλόπουλου ο κώδικάς της.  Σας διαβάζω ένα εκπληκτικό ποίημα από τη συλλογή Λίγος άμμος:
 
ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
 Στην Ανθή
 
Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
 
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
 
Μπορώ της λέω
 
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
 
Μπορώ της λέω
 
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
 
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
 
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
 
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.
 
Τέταρτο θεματικό μοτίβο ο εναγώνιος και αγωνιώδης προβληματισμός του για την ίδια την ποίηση και την ποιητική, μια έντονη δηλαδή αυτοαναφορικότητα. Κυρίως στις συλλογές Τα αντικλείδια και Λίγος άμμος τα ποιήματα ποιητικής, στα οποία και διαφαίνεται η αίσθηση του ανικανοποίητου και του διαφεύγοντος, αφθονούν. Η εμφάνιση της ποίησης ως μοιραίας, αινιγματικής και δυσπρόσιτης ή απατηλά οικείας γυναίκας δείχνει την ερωτική σχέση του ποιητή με την τέχνη του. Σε ολόκληρο σχεδόν το έργο του υπάρχουν στίχοι, αλλά και ολόκληρα ποιήματα, που αναφέρονται στην ίδια την ποίηση, στην αγωνία της έκφρασης, στην πεμπτουσία της ποιητικής εμπειρίας. Κορύφωση αποτελεί το διασημότερο ίσως ποίημά του, «Τα αντικλείδια». Η διαδικασία της δημιουργίας είναι σκοτεινή. Ανάμεσα στον ποιητή και στο ποίημα δεν υπάρχουν πάντοτε αγαθές σχέσεις, αλλά και σχέσεις συγκρουσιακές. Η ποίηση έχει ενδογενείς δυνατότητες, το ποίημα πολλές φορές οδηγεί τον ποιητή και το αποτέλεσμα παραμένει μυστήριο. Γράφει λοιπόν: «Και βέβαια δεν είναι τίποτε απ’ όλα τούτα. / Είναι μονάχα το ποίημα που πέρασε στον ύπνο του / και μάταια θα παλεύει να το θυμηθεί μετά / κι όταν ακόμη θα το έχει φτάσει σε τούτη τη γραφή». Ακόμη, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι ποιητές πληρώνουν με το αίμα τους το τίμημα της τέχνης. Δουλεύουν επί ποινή θανάτου: «Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε. / Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα. / Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ / τι απογίναν οι μαστόροι». Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ποίημα «Η κόρη της αβύσσου», της συλλογής Που είναι τα πουλιά;, αφιερωμένο όχι τυχαία στη μνήμη τριών Γάλλων poètesmaudits, καταραμένων ποιητών, του Φρανσουά, του Κάρολου και του Αρθούρου, του Villon δηλαδή, του Baudelaire και του Rimbaud. Σας το διαβάζω:
 
Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ
 
Αχτύπητη κι ωραία πάνω στη Γιαμάχα της
            κόβει το κρύσταλλο της νύχτας σαν διαμάντι
στην όψη της χορεύουν φλόγες
            από την Κόλαση του Δάντη.
 
Μπαίνει στα μπαρ σεκλετισμένη κι οι νέοι ποιητές
            την τρέμουνε και την κερνάνε βότκα και ουίσκι
μα Εκείνη κοιτάζει αόριστα στην πόρτα να φανεί
            χλομός ο πρίγκιψ Μίσκιν.
 
Δεν έχει πού να κοιμηθεί, γυρίζει εδώ κι εκεί
            με μια κιθάρα και δισάκι
διαβάζει κάτω από τις γέφυρες
            Βιγιόν και Καρυωτάκη.
 
Όταν πλαγιάζει με τους οικοδόμους στα γιαπιά
            το Κοινοβούλιο συνέρχεται εκτάκτως και βελάζει.
Εκείνη ονειρεύεται τη μάνα Επανάσταση
            όλους να μας θηλάζει.
 
Κόβει με όνειρο τις φλέβες της
            για να τη βλέπουνε της νύχτας οι καθρέφτες
για να παγώνει μέσα της ο κόσμος ο κακός
            οι μαστροποί κι οι κλέφτες.
 
Ανοίγει τα συρτάρια επιδόξων συγγραφέων
            με του διαβόλου τ’ αντικλείδια
κλέβει τα αισθηματικά τους κείμενα
            και τα πετάει στα σκουπίδια.
 
Κάποτε κλαίει σαν παιδί
            χώνοντας το πρόσωπο στη γούνα του ανέμου
κι άλλοτε είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα
            ψάχνει για το υποβρύχιο του πλοιάρχου Νέμου.
 
Στο άχτιστο φως της λέξης μένει εκστατική
            με δέος, ηδονή και τρόμο
στα βάθη της λογοτεχνίας χάνεται
            χωρίς επιστροφή, χωρίς να βρίσκει δρόμο.
 
Την ποθούν, μα τους περιφρονεί
            τους δήθεν εραστές του απολύτου
το γκόλφι της το χάρισε σ’ έναν τρελό τραγουδιστή
            για ένα πικρό φιλί του.
 
Κι εμένα όταν μου λέει «Πάρε με»
            τα παίζει όλα, η θεατρίνα,
με προκαλεί ποζάροντας
            σαν μια πουτάνα σε βιτρίνα.
 
Κι όταν μου λέει «Πεθαίνω εγώ για σένα»
            εγώ δεν την πιστεύω
την άπιαστη ομορφιά της με θλίψη καρχαρία
            σε μαύρη άβυσσο γυρεύω.
 
Αχτύπητη κι ωραία καβάλα στη Γιαμάχα της
σκίζει τις διαβάσεις του μυαλού μου σαν  πριονοκορδέλα
πηδάει τους τάφους των ονείρων μου
            τ’ αγάλματα και την παλιά μου ομπρέλα.
 
Με παίρνει πισωκάπουλα στη σέλα της
            κι εγώ την αγκαλιάζω από τη μέση
γέρνω γλυκά στην πλάτη της
            κλείνω τα μάτια και μ’ αρέσει.
 
Και μ’ ανεβάζει ανάλαφρα στον ουρανό
            κι από τον ουρανό με κατεβάζει κάτου
μπαίνουμε στο βαρέλι και μαρσάροντας
                        γυρίζουμε γυρίζουμε το γύρο του θανάτου.
 
Συνεχίζω με ορισμένα στοιχεία που αφορούν την ποιητική του δημιουργού.
 
Ο ίδιος ο Σεφέρης, φίλος του Παυλόπουλου, είχε πει χαρακτηριστικά: «Μ’ ενδιαφέρει η ποίηση του Γ. Π. γιατί είναι αποτελεσματική χωρίς «ψιμύθια», εννοώ χωρίς γλωσσικούς κορδακισμούς, που συνήθως είναι επιφανειακά σχήματα χωρίς ν’ αγγίζουν τίποτε στο βάθος –και η ποίηση είναι, αν μπορώ να πω, έκφραση βάθους». Είναι γνωστοί επίσης οι στίχοι του Σεφέρη:
 
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά    βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
 
Ο Παυλόπουλος, αξιοποιώντας στο έπακρο τους στίχους αυτούς του δασκάλου του, μας δίνει μια ποίηση γυμνή, με την ομορφιά και τη δύναμη της φυσικής γυμνότητας. Η γλώσσα του είναι πυκνή και ταυτόχρονα λιτή, χωρίς περιττά επίθετα και ανούσια σχήματα λόγου, αδιακόσμητη και χωρίς ίχνος ρητορισμού, καθαρά ρηματική, που προκαλεί ωστόσο αναμφισβήτητη μέθεξη. Ο λόγος του είναι καίριος. Η εκφραστική λιτότητα και οι χαμηλόφωνοι τόνοι σε συνδυασμό με τη ροϊκότητα των εικόνων δίνουν το στίγμα της ποίησής του. Ο ποιητής ξεδιπλώνει χωρίς εκζήτηση και κατασκευασμένα ευρήματα τη μυθοπλασία του, η οποία κατορθώνει να μας εξαπατήσει με τη φυσικότητά της. Η γραφή του είναι ρεαλιστική και υποβλητική, κυριολεκτική θα έλεγα και απροσποίητη, που παίζοντας ωστόσο με τον κατάλληλο φωτισμό, αφήνει σκιές προκειμένου να τις αποκρυπτογραφήσει ο αναγνώστης.
Συνοψίζοντας και καταλήγοντας, θα έλεγα ότι ο ποιητής αναζητάει εναγώνια και μέχρις οδύνης την καταγωγή του, την ουσία της ύπαρξής του. Ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πάει; Είναι ένας «άνθρωπος, όπως γράφει, που πάλευε στον ύπνο του / να θυμηθεί ποιος είναι», αλλά «ποιος είναι και πού πηγαίνει / κανείς δεν ξέρει». Δύσκολη υπόθεση η ταυτότητα για τον ποιητή. Ο ποιητικός κόσμος του είναι μαγικός και ονειρικός, παρά το γεγονός ότι τα υλικά του είναι απτά, καθημερινά, οικεία. Μας κερδίζει αμέσως καθώς έχουμε την αίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι και δικός μας κόσμος. Στο σύνολό της σχεδόν η ποίηση του Παυλόπουλου χαρακτηρίζεται από μια ήπια και κατασταλαγμένη δραματικότητα. Μια δραματικότητα που πηγάζει εν γένει από την απώλεια: συντρόφων, φίλων και συναγωνιστών, αγαπημένων γυναικών, των παιδικών χρόνων, της νεότητας αλλά και της ζωής γενικά που μεταβάλλεται και φεύγει, του έρωτα που αμβλύνεται και παρέρχεται. Η γραφή του είναι αισθαντική και διάχυτα μελαγχολική, ευανάγνωστη και διαυγής στην επιφάνεια, ωστόσο πολυσήμαντη και συχνά σκοτεινή στο βάθος της, αλληγορική ενίοτε, αφηγηματική και με διάθεση φιλοσοφική, με κινηματογραφική οπτική και σκηνική κάποιες φορές διάρθρωση, με εικόνες εναργείς που κινούνται διαλεκτικά μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Εξέχουσα θέση στη θεματογραφία του, εκτός από τη μνήμη, τα όνειρα, τον έρωτα και την ποιητική, κατέχουν ένας διαβρωτικός –άλλοτε ορατός και άλλοτε αδιόρατος– φόβος, η διάψευση των οραμάτων και των ελπίδων, ο θάνατος, οι εν Άδη καταβάσεις και οι νεκροί, οι αλλεπάλληλες και διαρκείς μεταμορφώσεις και, κυρίως, η αγάπη η αναλλοίωτη: Γράφει στο ποίημα «Η στάχτη»: «Γίναμε στάχτη της έλεγε / όμως με βλέπεις και σε βλέπω / και μένει ακόμα η αγάπη / που δεν μπορεί να γίνει στάχτη / και μένει ακόμα η αγάπη». Πολλές φορές ο ποιητής ερωτοτροπεί με θέματα και πρόσωπα από την αρχαιοελληνική λογοτεχνική παράδοση, ενώ η μουσικότητα, η επανάληψη κάποιων μοτίβων καθώς και το τσάκισμα σε ορισμένες περιπτώσεις του στίχου δίνουν σαφείς ενδείξεις για τη γόνιμη επαφή και επίδραση του δημοτικού τραγουδιού. Συχνά, επίσης, μέσα στα ποιήματά του περνούν εικόνες από την επαρχία και ιδιαίτερα από την γενέθλια πόλη του.
Ο Παυλόπουλος είναι βιωματικός ποιητής, μετουσιώνει το αίμα του σε μελάνι και χτυπά αποτελεσματικά την πόρτα της ευαισθησίας μας. Έχω μάλιστα την πεποίθηση ότι απαιτεί και τη βιωματική συμμετοχή του αναγνώστη, ώστε να νιώσει, να αισθανθεί το ποίημα και όχι να το ερμηνεύσει νοητικά. Δεν είναι τυχαίο που τα ποιήματα του Παυλόπουλου παραμένουν ισχυρά στη μνήμη για πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή τους. Η ποίησή του, σφύζουσα από ένταση, έτσι καθώς πέφτει αργά και αποσταγματικά από το εργαστήρι του, προκαλεί αλλά και συμπληρώνει την ποιητική μας πείρα, προτείνοντας μιαν Άλλη πραγματικότητα. Αυτήν που απλώνεται ανάμεσα ή καλύτερα πέραν του πραγματικού και του φανταστικούž που βασίζεται στα όνειρα και τη μνήμη και αρδεύεται από τις ίδιες τις μεταμορφώσεις της. Όσο για το κέρδος ο ποιητής ξέρει καλά, και θα το μάθει και ο αναγνώστης που θα τολμήσει να στροβιλιστεί στης δημιουργίας του τη θύελλα, πως «κάθε ηδονή / έχει και τη δική της πληρωμή».
 
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.
 
[Ομιλία που εκφωνήθηκε στο  Πανεπιστήμιο Πατρών, στις 9 Απριλίου 2008,
προς τιμήν του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου] 

   


© 2014-2017 Στάθης Κουτσούνης | fb icon