Memento mori

0

 
μια Παράσταση μικρού μήκους
του Στάθη Κουτσούνη
με τον Κύκλο Ενεργών Καλλιτεχνών
πάνω σ’ ένα ποίημα του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου
 
Ιδέα - Σενάριο - Σκηνοθετική επιμέλεια: Στάθης Κουτσούνης
Μουσική σύνθεση: Κωστής Παπασιδέρης
Χορογραφία: Βίκυ Αρκουλάκη
Φωτισμοί: Ευτυχία Λιβανίου
Τεχνική υποστήριξη: Αντώνης Ντόνης, Γιώργος Ρήγας
 
Πήραν μέρος
Ποιητής: Πάρις Γεωργίου
Μούσα: Βίκυ Αρκουλάκη
Απόλλων: Ορέστης Καραγιάννης-Χατζάκος
Ακόλουθοι του Απόλλωνα: Ευριπίδης Λουκίδης, Κωστής Παπασιδέρης
Μπαλαρίνες & Μουσικοί: Χρυσάνθη Αγγέλου, Μαρία Κιούπη – Αντώνης Κατζηλάκης, Στέφανος Κατσάνης
Φωνή του ποιητή: Στάθης Κουτσούνης
 
Χόρεψαν: Χρυσάνθη Αγγέλου, Βίκυ Αρκουλάκη, Μαρία Κιούπη
 
Έπαιξαν οι μουσικοί:
Ορέστης Καραγιάννης-Χατζάκος: πιάνο
Αντώνης Κατζηλάκης: κιθάρα
Στέφανος Κατσάνης: κιθάρα
Ευριπίδης Λουκίδης: τύμπανο
Κωστής Παπασιδέρης: μπαγλαμά
Τραγούδησε ο Στέφανος Κατσάνης
 
memento-mori   
Ανέβηκε στις 17 Μαρτίου 2012
Στο Θέατρο της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου
Ν. Μίληση 3, Παλλήνη 
 
 
 
Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: Αφρική, VI (Ο κύκλος των ζωδίων, 1952)
 
Είχε τα χέρια γυμνά και τα πόδια γυμνά
και περπατούσε, σαν τον Έρωτα το γυμνό, ανάμεσα στις ανθισμένες κουφοξυλιές.
«Memento mori», συλλογίστηκα τότες.
 
Τα μάτια της έλαμπαν σαν τη φλόγα στο τζάκι.
Χειμωνιάτικη φλόγα κ’ η βροχή να ταξιδεύει στους κάμπους
και να νυχτώνει στις λαγκαδιές.
 
Θάθελα να κοιμηθώ μέσα στα μάτια της, να καρτερέσω την άνοιξη,
το πράσινο βρύο που θ’ ανθίσει στους βράχους.
Θάθελα ν’ αγαπήσω τα μάτια της με την αγάπη την ήσυχη,
με την αγάπη την άδολη.
Θάθελα να σωπάσω μαζί της.
«Memento mori», συλλογίστηκα τότες.
 
Ήταν ένα ήσυχο πρόσωπο,
προορισμένο να κάνει την προσευχή του τ’ απόβραδο,
ανάμεσα σε γαλάζιους αγγέλους.
Το πρόσωπο του παιδιού που νυστάζει.
Το πρόσωπο της κόρης της νέας, που κουβεντιάζει με τ’ άστρα στο νερό, στο πηγάδι
Το πρόσωπο της γυναίκας, που διπλώνει τα χέρια της στην ποδιά της
κι αναπαύει το μόχθο της.
 
Θάθελα να της φορέσω ένα βραχιόλι στο πόδι,
από κοράλλι ξανθό.
Θάθελα να σκαλίσω στον αλάβαστρο τον πορτοκαλή
τα φύλλα του γέλιου της.
Θάθελα να πασπατέψω τον κόρφο της, το χλωμό, το ζεστό,
σημάδι σημάδι.
«Memento mori», συλλογίστηκα τότες.
 
Σηκώθηκε ν’ ανάψει φωτιά και φάρδυναν τα πόδια της
και διψάσαν τα χέρια μου,
δυο ανθρώπινα χέρια,
και λαμπάδιασαν τα στεγνά δάχτυλά μου
κ’ ένιωσα το κορμί μου να καταλιέται,
σαν το φρύγανο το κορμί μου να καίγεται.
«Memento mori», συλλογίστηκα τότες.

© 2014-2017 Στάθης Κουτσούνης | fb icon