Στιγμιότυπα του σώματος

 

6n 
Στάθης Κουτσούνης
Στιγμιότυπα του σώματος 
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
 
Ο έρωτας, η φύση, οι επιθυμίες και οι ενοχές, η ακμή και η φθορά μέσα από την αέναη εναλλαγή των εποχών και τις μεταμορφώσεις του σώματος.
Το σώμα σαν ένα ποτάμι που ρέει διαρκώς, που χύνεται ορμητικό στον ωκεανό της ματαιότητας, για να το ρουφήξει γρήγορα το υπόγειο πηγάδι της ανυπαρξίας.
Στην έκτη ποιητική συλλογή του, ο Στάθης Κουτσούνης φωτογραφίζει Στιγμιότυπα του σώματος. Σ' έναν αγώνα με βέβαιο νικητή· ποιον όμως;
 

Ποιήματα

μάθημα ανθρωπολογίας ο  δάσκαλος με  στέλνει
να  φέρω  τον  σκελετό   φοβάμαι  κατεβαίνω  στο
υπόγειο  βλέπω  τα  όργανα  φοβάμαι  επιστρέφω
στην  τάξη  σκελετός  ο δάσκαλος  αγγίζει  με  τον
χάρακα    τα    οστά    μου   φοβάμαι   τα    παιδιά
ξεκαρδίζονται     λένε    αστεία    είμαι     άσαρκος
κοκαλωμένος   δίπλα    στην   έδρα    φοβάμαι   οι
συμμαθητές μου ακόμα γελάνε
 
αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους 

τύχη
 
σε ποθούσα παράφορα
κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας
 
εσώρουχα τείχη
 
          6 
 
κάτοπτρο
 
στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο
 
          6 
 
ανάφλεξη
 
το αιδοίο σου καπνίζει
καψούλι που έσκασε στο χέρι μου
 
          6 
 
λεία
      
θέλω πάντα να με κοιτάζεις
σαν λύκαινα που επέζησε
μοναχή στον χιονιά για βδομάδες
και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη 

επίμονα σχεδόν μ' ακολουθεί
χωρίς να με ρωτάει
μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος
άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω
κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει
ενίοτε με εξοργίζει
μα όποτε εξαφανίζεται
αισθάνομαι μισός
 
ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα
ξεκολλάει από τα πόδια μου
και κοκαλώνει καταγής
 
πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο
να κείτεται ατάραχος
αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα
 
το σώμα μου

πατέρα φωνάζω
τι γυρεύεις εκεί πάνω θα πέσεις
 
ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό
με μάτια άκλειστα κοιτώντας το ταβάνι                                
και τα χέρια να ψάχνουν τις τσέπες του
 
μη φοβάσαι μού λέει
και τι να κάμω
πια φόρτωμα οι μέρες μου βαρέθηκα
 
κατάπιε τη μιλιά του σκυθρωπός
μα ξαφνικά η όψη του φωτίζεται                                                        
κι όπως τότε που ήμουν παιδί                                                
μη με χασομεράς
με μαλώνει τρυφερά                                                             
δεν έχω τώρα καιρό         
                                                      
σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος                                    
να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του                                
ώσπου θολωμένος                                        
με άδραξε απ’ το μπράτσο     
                       
γιε μου μού σώθηκαν όλα
μήπως σου βρίσκονται κέρματα για τα διόδια                                              

Κριτική

«Αν υπάρχει κάτι που μιλάει αυτό είναι σίγουρα το σώμα… Το χάσμα το εγγεγραμμένο στο ίδιο το καθεστώς της απόλαυσης ως διάστασης του σώματος, στο ομιλούν ον, να τι αναδύεται από τον Φρόιντ από εκείνο το τεστ… που είναι η ύπαρξη της ομιλίας. Εκεί όπου αυτό μιλάει, εκεί απολαμβάνει. Και δεν σημαίνει πως γνωρίζει τίποτε, διότι παρά ταύτα, μέχρι νεωτέρας, το ασυνείδητο δεν αποκάλυψε τίποτε για την φυσιολογία του νευρικού συστήματος, ούτε για τη λειτουργία της καύλας, ούτε για την πρόωρη εκσπερμάτιση…». Ζακ Λακάν, Encore.
…μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια… (Δαντέλα). Στο φως του ψυχαναλυτικού λόγου η σύγχρονη ποίηση και οι ποιητές, για να παραφράσουμε πάλι τον Λακάν, θα πρέπει να νιώθουν τη φρίκη, σαν τους χριστιανούς ή τους ψυχαναλυτές… τότε αντίκρισα την κραυγή/ απ’ της γυναίκας την κοιλιά/ να κόβει φέτες/ το φως και την ψυχή μου (Η τρύπα). Πεδίο και λόγος της απόλαυσης η σωματογραφία του Στάθη Κουτσούνη καταγράφει την αγωνία, τα πάθη, την έκπληξη, τη λύσσα, το αναπόφευκτο και το αναπόδραστο του υποκειμένου που γραπώνεται στη θηλιά της γραφής του, σ’ αυτό το μοναδικό και σπαρακτικό του τραγούδι. Η ωριμότητα και η τόλμη στα ποιήματα του Κουτσούνη είναι σημεία έκδηλα σε μια γραφή που μας συνοδεύει σ’ αυτό το ταξίδι της εμπειρίας. Κι ας είναι βέβαιο/ πως τίποτα στο τέλος δεν θα μάθω (Βολίδα). Η αλήθεια του ποιητικού λόγου ομοιάζει κάπως με την εμπειρία της αγάπης… ο άλλος είναι ένα πεδίο αναμονής, προσμονής, καρτερίας, ελπίδας και συμφοράς. Μια αίθουσα αναμονής, για να θυμηθούμε τον Χάκκα, των σημαινόντων του άλλου. Αλλά δεν έχω σώμα/ ένας ίσκιος είμαι/ κι ο ίσκιος στο χώμα// το σώμα μου (Ο συνοδός).
 
Γιώργος Γιαννόπουλος
[περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 34, Οκτωβριος-Δεκέμβριος 2014]

 

… Έχοντας γράψει για τις δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Στάθη Κουτσούνη, την «Τρομοκρατία της ομορφιάς» και τα «Έντομα στην εντατική» (τώρα συνειδητοποιώ ένα εφέ παρωνυμίας και μια παρήχηση στον τίτλο), θα παραθέσω την τελευταία παράγραφο από την κριτική που γράψαμε για αυτή τη δεύτερη συλλογή.
«Εκτός από αφηγηματικός και διαυγής ο Κουτσούνης είναι επίσης καβαφικά ολιγογράφος. Τουλάχιστον τέσσερα χρόνια απέχει η έκδοση κάθε ποιητικής του συλλογής από την προηγούμενη. Θα θέλαμε η αναμονή για την έκδοση της επόμενης συλλογής του να διαρκέσει λιγότερο, όμως είμαστε σίγουροι ότι έτσι κι αλλιώς θα μας αποζημιώσει».
     Και σ΄ αυτή τη συλλογή ο Κουτσούνης είναι αφηγηματικός και διαυγής. Το ότι είναι καβαφικά ολιγογράφος φαίνεται και από το ότι η ευχή μας δεν έπιασε: έξι χρόνια χωρίζουν τα «Στιγμιότυπα του σώματος» από τα «Έντομα στην εντατική». Δεν ήμουν σίγουρος ότι ο καλός θεούλης θα εισάκουε την ευχή μου, όμως ήμουν σίγουρος ότι «έτσι κι αλλιώς» θα μας αποζημίωνε για την όποια καθυστέρηση. Και μας αποζημίωσε, μπορούμε να το δηλώσουμε από τώρα.
     Περίεργο μου φαίνεται που η απαισιοδοξία την οποία εντοπίσαμε στα «Έντομα στην εντατική», εκδομένα το 2008, δεν υπάρχει σ΄ αυτή τη συλλογή ποιημάτων, τα οποία ολοφάνερα γράφηκαν μέσα στην κρίση. Ή μήπως δεν θα έπρεπε να μου φαίνεται περίεργο; Ο ποιητής διαφέρει από τον κοινό θνητό (ο βιβλιοκριτικός όχι και τόσο).
     Τρεις κύριες θεματικές εντοπίσαμε σ΄ αυτή τη συλλογή. Ο έρωτας που κυριαρχούσε στην πρώτη καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος. Και εδώ επίσης ο έρωτας δεν είναι μόνο αίσθημα, αλλά πρωτίστως αίσθηση, κυρίως σωματική: ο έρωτας, ως κορυφαίο στιγμιότυπο του σώματος. Οι τρεις «σωματογραφίες» με τα σαν χάι κου ποιήματα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές.

«Στην πηγή των μηρών σου
τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται
με στόμα ανοιχτό και διψασμένο» (σελ. 20)  και

«Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη
φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους» (σελ. 15). 

     Τολμηρές μεταφορές και κανονικά μέτρα (εδώ έχουμε τον ανάπαιστο) κυριαρχούν σε πάρα πολλούς στίχους αυτής της συλλογής. Στο «Εν αναμονή», ερωτικό ποίημα, έχουμε έναν κανονικό αμφίβραχυ στον τελευταίο στίχο: «στη στίλβη της άδηλης όψης σου» (σελ. 17) …
     Η αυτοαναφορικότητα είναι κάτι δεδομένο στην ποίηση, και σ΄ αυτή την συλλογή καταλαμβάνει ένα σημαντικό τμήμα. Ο Κουτσούνης αυτοπροσωπογραφείται, αυτοαναλύεται, και αναφέρεται σε βιώματα και εμπειρίες που τον καθόρισαν. Στο «Ραβδί» διαβάζουμε:

«Δεν είμαι εκείνος που ήμουν
ούτε και θα ΄μαι αυτός που είμαι

πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα
μ΄ ακουμπάει με το ραβδί της» (σελ. 22).
 
Επίσης στην «Ουτοπία»:

«Η αιωνιότητα με ζαλίζει

μες στης φθοράς την αγκαλιά
μ΄ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω» (σελ. 23).

     Και βέβαια δεν είναι σολιψιστής, το «εκτός» αποτελεί ένα διαρκές ερέθισμα, είτε ως «άλλος» είτε ως «περιβάλλον», αστικό ή επαρχιακό, στο οποίο εντάσσεται και αυτό που έχουν τραγουδήσει οι ποιητές, σε παλιότερες, ρομαντικές εποχές, ως φύση. Παραθέτουμε την «Άνοιξη».

«Ανοίγει ο καιρός

η μέρα χαράζει
φρεσκοπλυμένο ασπρόρουχο
τεντωμένο στο σκοινί

και παρακεί
στην αγκαλιά της σκόνης
λαγοκοιμάται ο άνεμος» (σελ. 18).

Και ένα ακόμη απόσπασμα, από την «Επαρχία».

«Γεροντοκόρη με ωραίες ρυτίδες
κι ένα σωρό εξώγαμα
στων άστεων τα κάτοπτρα χτενίζεται
και περιμένει αλλοπαρμένη τον γαμπρό
πίσω από τις νταλίκες
 
[…]

κι όταν την πιάνει απελπισία
δαιμονισμένη όρνιθα
τινάζοντας από πάνω της ψείρες

τα παιδιά της» (σελ. 27).

Στην «Ψηλοτάκουνη γόβα», ποίημα εμπνευσμένο μάλλον από τις «Δούλες» του Ζαν
Ζενέ, διαβάζουμε:

«…
Κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη
και δοκιμάζει άπληστα
ψηλοτάκουνη γόβα τη ματαιότητα» (σελ. 24).
 
Σχεδόν πάντα σε κάθε συλλογή υπάρχει και ο λόγος για τον ποιητή και την ποίηση. Στη «Μεταφυσική» διαβάζουμε:

«Αγωνιά η σελίδα για την πένα
σαν γυναίκα ερεθισμένη
για τη στύση του εραστή της

το ποίημα τρέμει
μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
και μείνει αγέννητο

όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμά του
λαχταρά το κορμί ο έρωτας
… » (σελ. 9).
Για τις ευφάνταστες μεταφορές του Κουτσούνη έχουμε αναφερθεί και στις προηγούμενες βιβλιοκριτικές μας.
Διαυγής, τολμηρός, ερωτικός, πρωτότυπος, ο Στάθης Κουτσούνης είναι ένας από τους καλύτερους νεοέλληνες ποιητές. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τους αναγνώστες, γιατί θα το απολαύσουν όσοι το διαβάσουν… 

 
Μπάμπης Δερμιτζάκης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα, 1 Νοεμβρίου 2014]

Ο ερωτισμός στον άνθρωπο, στη φύση, στον κόσμο και στην ποίηση θα μπορούσα να βάλω επικεφαλίδα στο παρόν κείμενο. Γιατί στα ποιήματα του Στάθη Κουτσούνη υπάρχει διαχεόμενος ερωτισμός προς κάθε τι που αποτελεί τη βάση αυτού του κόσμου χρονικά και τοπικά. Ερωτισμός όχι μονάχα υπό το πρίσμα του έρωτος, αλλά και της νοσταλγίας σε σχέση με τον χρόνο, της σύνδεσης σε σχέση με τη φύση, της συμπόρευσης σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους.
Αυτοαναφορική εκβολή στίχων που αποτυπώνεται έντεχνα και άρτια στην παρούσα ποιητική συλλογή με μια προσδιοριζόμενη εκ των έσω ορμή που συναρπάζει σε κάθε της έκρηξη. Δομές που εναλλάσσονται από ποίημα σε ποίημα και η γλώσσα αγκιστρώνει τον αναγνώστη σε μια αρμονική αλληλουχία στίχων, λέξεων και ουσίας. Με το σώμα ως κυρίαρχο μέσο της εκφοράς συναισθημάτων και ως εκτελεστικό όργανο της ψυχής που ανοίγεται στο ετεροπρόσωπο όλον. Κι έπειτα ο χρόνος που κουλουριάζεται γύρω από τον ποιητή για να φέρει στο πέρας του αναμνήσεις από την αφετηρία.
Η ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη χαρακτηρίζεται επίσης και από τη σημασία του κύκλου. Χρονικά, όπου το παρελθόν έρχεται στο παρόν, συναισθηματικά, όπου η πλήρωση διεγείρει και διεγείρεται, αρμονικά φύσει και θέσει ως ζωντανός οργανισμός.
Μια πολύ πλούσια συλλογή ποιημάτων που δεν φείδεται εκφραστικότητας και συναισθημάτων, σκιαγραφημένη ως το ένα που γίνεται όλον.
 
Στέφανος Ξένος
[ηλεκτρονικό περιοδικό diavasame.gr, 19 Νοεμβρίου 2014]

 

Ηδονή κι οδύνη
 
«Πάντα τὰ μὲν τοῦ σώματος ποταμός», σημειώνει «Εἰς ἑαυτόν» ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και στωικός φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος· κι ο Στάθης Κουτσούνης, ορμώμενος από τη ρήση του φιλοσόφου, τη θέτει ως μότο στην ποιητική του συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για τον προσανατολισμό της θεώρησής του. Χειμαρρώδη πάθη, πόθους, ηδονές κι οδύνες πραγματεύεται ο Κουτσούνης στα ποιητικά του «στιγμιότυπα». Τα στιγμιότυπα αυτά, σαν συναισθηματικές εκδηλώσεις, σμιλεύουν με την ορμητικότητά τους σώμα και ψυχή, σχηματοποιώντας τα στο πέρασμα των εποχών και, γενικότερα, του χρόνου.
Τα σώματα στη θεώρηση του Κουτσούνη, διερχόμενα τις τέσσερις εποχές, σημαδεύονται έντονα από έναν διπλό έρωτα: εκείνον για τη σάρκα και τον άλλον για τη γραφή. Μάλιστα ο δεύτερος παρομοιάζεται με τον πρώτο, καθώς η σελίδα παρουσιάζεται να προσμένει την πένα και να αγωνιά γι’ αυτήν «σαν γυναίκα ερεθισμένη/ για τη στύση του εραστή της». Ο παραλληλισμός των δύο ερώτων, σε βαθμό σχεδόν μιας μεταξύ τους ταύτισης, ενισχύεται όχι μόνο από την ηδονή που προσφέρουν στους μύστες τους, μα κι από τον πόνο που τους συνοδεύει. Γι’ αυτό και η γέννηση, σαν αποτέλεσμα της ερωτικής πράξης, λογίζεται διαδικασία ανοίκεια, εχθρική, αφιλόξενη, μια διαδικασία έκπτωσης από τη ζεστασιά, από τον παράδεισο της μήτρας, σε μια επικράτεια όπου λυσσομανούν οι άνεμοι, κυριαρχεί το κρύο, ενώ και το χώμα απομυζά κάθε ικμάδα των όντων. Ακόμη κι «εξωτερικά» ιδωμένη, από τα μάτια ενός μικρού παιδιού που ακολουθεί τη μαμή σε γυναίκες ετοιμόγεννες, η γέννηση παραμένει εφιαλτική, με αίματα, έντερα, ξερατά κι ανεμοστρόβιλους. Το γυναικείο αιδοίο, «αρχή και τέλος» της γέννησης, αποδεικνύεται μια «μαύρη τρύπα», ένα πολλά υποσχόμενο μα καταστροφικό κουτί της Πανδώρας. Η πρώτη εποχή στην οποία καλούνται να επιβιώσουν οι έρωτες είναι, λοιπόν, ο παγωμένος χειμώνας.
Παρά την παγωνιά, ωστόσο, η ερωτική επιθυμία είναι τόσο ακατανίκητη, ώστε επιμένει, αψηφώντας τους κινδύνους: «σε κάθε τρύπα/ καρτέρι μου στήνουν οι μέλισσες», διαπιστώνει το ποιητικό υποκείμενο, επιβεβαιώνοντας πως το τρύγημα του μελιού, δη του μεταφορικού ερωτικού, εγκυμονεί πλήθος δηλητηριώδη κεντρίσματα. Η «Σωματογραφία i» του Κουτσούνη, πρώτη στη σειρά των σωματογραφιών του ποιητή, προσδιορίζει τον έρωτα ακριβώς σαν ακαταμάχητο μαγνήτη, που συχνά όμως οδηγεί σε σύρσιμο στη λάσπη.
[…]
Τον χειμώνα τον διαδέχεται η άνοιξη. Το άνοιγμα του καιρού συνοδεύεται από την επέλαση του φωτός, το οποίο αντανακλάται στο απλωμένο για να στεγνώσει «φρεσκοπλυμένο ασπρόρουχο», καθιστώντας έτσι ακόμη εντονότερη την εντύπωση της φωτεινότητας. Όμως η αισιόδοξη προοπτική δεν κατισχύει εντελώς, γιατί πάντα παραφυλάει η σκόνη στο πιθανό ξύπνημα του ανέμου που «λαγοκοιμάται». Ο υφέρπων κίνδυνος της σκόνης επαναφέρει στο προσκήνιο την επικινδυνότητα του έρωτα. Στη δεύτερη σωματογραφία του Κουτσούνη («Σωματογραφία ii») ο ερωτικός πόθος εκ νέου αναφλέγεται και καπνίζει, μα κι εκ νέου απειλεί να κατασπαράξει όποιον τυλιχτεί στα δίχτυα του. Γι’ αυτό η γυναίκα-«λύκαινα», αγριεμένη απ’ τον χιονιά, «κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη». Έρωτας και θάνατος βαδίζουν αντάμα. Η μελαγχολία κυριεύει εύλογα το ποιητικό υποκείμενο, ώστε στα «δάχτυλα φίδια» να μην ενθυμείται μόνο το σεξουαλικό παιχνίδι, αλλά να σχηματίζει και την εικόνα του σηπόμενου νεκρού σώματος, στην αποσύνθεση του οποίου συμμετέχουν τα φίδια.
Η είσοδος στο καλοκαίρι συνοδεύεται από την παρακμιακή εικόνα της «Επαρχίας», όπου η απεγνωσμένη γεροντοκόρη με τα εξώγαμα παιδιά της, στην απελπισία της, τα τινάζει «από πάνω της ψείρες». Το άχθος είναι ανυπόφορο, η ζωή ατελέσφορη, η γενικότερη διάψευση των προσδοκιών σφραγίζει την παρακμή. Η ακόλουθη τρίτη σωματογραφία («Σωματογραφία iii») επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη ηδονής κι οδύνης στον έρωτα, με τον συνακόλουθο περιορισμό της ευεργετικής του επίδρασης στον άνθρωπο, εφόσον το γυναικείο σώμα με τα κάλλη του δεν είναι μοναχά χρυσάφι αλλά και σφαγείο: «Τα χείλη σου χίλιοι σφαγμένοι», όπως σχολιάζεται στην πρώτη υποενότητα με τον τίτλο «Αίμα» της τρίτης σωματογραφίας.
Ο κεντρικός δομικός σχεδιασμός του Κουτσούνη ολοκληρώνεται στη συλλογή του με την έλευση της τελευταίας εποχής στην προηγηθείσα σειρά, δηλαδή του φθινοπώρου. Το φθινόπωρο επιφέρει «τη βία του ανέμου/ το τράνταγμα των κλαδιών και την άλωση», διαιωνίζοντας το παρακμιακό κλίμα. Το ποιητικό υποκείμενο υποκύπτει στη φθορά και προσαρμόζεται «ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα» που περιμένουν τη σήψη τους.
Η μελαγχολική διάθεση στη συλλογή, ως απότοκο της αξιολόγησης μουντών καταστάσεων, συνοψίζεται σε τρία βαθιά θλιμμένα ποιήματα, που συνιστούν ύμνο συμπόνιας στον άνθρωπο: την «Ψηλοτάκουνη γόβα» και την ενότητα «Το σφύριγμα της βάρκας μες στη νύχτα», με τα δύο ποιήματα για τον αναχωρούντα προς τον άλλο κόσμο πατέρα. Τόσο η θλίψη της οικιακής βοηθού, που δοκιμάζει τα ρούχα της κυρίας της στα κρυφά, όσο κι η θαμπωμένη μορφή του πατέρα ανασυνθέτουν τον καταπιεσμένο κόσμο των ανθρώπων μιας ευρείας ταξικής ομάδας δίχως όνειρα, που στον απολογισμό της ζωής τους απομένουν να αξιολογούν τον βίο τους σαν «φορτηγά που σκούριασαν/ κολλημένα στην άμμο». Γι’ αυτό, ίσως, κι η κάθοδος στον Άδη τού πατέρα επιζητείται από τον ίδιο σαν γλιτωμός από την κούραση των εγκοσμίων: «μη με χασομεράς/ […] δεν έχω τώρα καιρό» («Τα κέρματα»).
Ο Κουτσούνης, χωρίς να εγκαταλείπει την παρελθούσα θεματολογία του προδίδοντάς την, την προεκτείνει συνειδητά, με τις τεχνικές της ποιητικής του επεξεργασίας εντελέστερα επεξεργασμένες. Η μεταφυσική του περιβάλλοντος, με τα στοιχεία του που αποκτούν σώμα και ζωή, ριζώνει ιδίως στην προηγούμενη συλλογή Έντομα στην εντατική. Όμως καί στην παρούσα συλλογή τα ίδια στοιχεία αποκτούν την οργανική τους θέση, εφόσον, σαν σώματα, ενσωματώνονται στα στιγμιότυπα που πραγματεύεται ο ποιητής. Ο έρωτας με ποδοσφαιρικούς όρους, η αποκόλληση της ψυχής από το σώμα και η θέασή του από ψηλά, υπό τη μουσική συνοδεία μιας «φούγκας», συμπληρώνουν τα στιγμιότυπα του ποιητή, συνδυάζοντας την παράδοση των προηγούμενων συλλογών με τις προεκτάσεις της νέας για την ανάγκη της κατίσχυσης του φωτός απέναντι στον ζόφο και της τελικής συμφιλίωσης των όντων προς την υπέρβαση των δεινών («Αν δεν ήμουν/ δεν θα ήσουν»).
 
Γιάννης Στρούμπας
[περιοδικό Τα ποιητικά, τεύχος 16, Δεκέμβριος 2014]

 

Στην έκτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, το σώμα πρωταγωνιστεί, όχι ως απουσία, αλλά ως αδήριτη παρουσία, βασανιστική, ανυπέρβλητη, καταδυναστευτική, υπερβάλλουσα, αλκαλική και όξινη. Στο ποίημα «Ουτοπία» δηλώνει: «η αιωνιότητα με ζαλίζει // μες στης φθοράς την αγκαλιά / μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω» (σ. 23). … 

 
Κωνσταντίνος Μπούρας
[περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40, Χειμώνας 2014]

«Η ευχαρίστηση είναι στιγμιαία, η στάση γελοία
και τα έξοδα απαράδεκτα.»
 
Λόρδος Τσέστερφηλντ
 
Η έκτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη Στιγμιότυπα του σώματος συλλέγει ακαριαία αποσπάσματα της ύλης καθώς αυτή κατακερματίζεται στο στιγμιαίο του χρόνου. Το κλάσμα του παρόντος συλλαμβάνεται άλλοτε περιπαιχτικά άλλοτε με εμφανή μεταφυσική ανησυχία. Οι τέσσερις εποχές απαριθμούνται καταγράφοντας την εξαντλητική κακοκαιρία του χειμώνα, το ελπιδοφόρο νεύμα της άνοιξης, την προσδοκία για ατέλειωτη διάρκεια του καλοκαιριού, τον μελαγχολικό ρεαλισμό του φθινοπώρου. Οι αριθμητικές πράξεις τόσο της προσθετικής σύνθεσης όσο και της αφαιρετικής διάσπασης επεμβαίνουν δραστικά στη ροή της συμβατικής χρονικότητας. Είτε μέσω του τελικού αθροίσματος είτε μέσω του μηδενικού υπολοίπου οδηγούν απαρέγκλιτα στο πεπερασμένο του πολύτιμου βίου. Η έννοια της κατάτμησης των στιγμών και της ουτοπικής διάρκειας μέσα στο ερεβώδες της κοσμικής συνέχειας έχει απασχολήσει τον Κουτσούνη και στην προγενέστερη συλλογή του Η τρομοκρατία της ομορφιάς, όπου και πάλι η υλική διάσταση των πραγμάτων αξιολογείται ως παροδική και γι’ αυτό άξια καταγραφής και ποιητικής απεικόνισης, υπό τον φόβο πάντοτε της ελλιπούς βίωσης του απροσπέλαστου στην ολότητά του παρόντος. Σήμερα επανέρχεται υπό ένα καθολικότερο πρίσμα που τείνει και σε απολογισμό της ύπαρξης για τα όσα της αναλογούν στην εκάστοτε σαρκική της πορεία.
Ο παιγνιώδης λόγος και η λιτότητα των εκφραστικών δομών στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη αποδίδει εύληπτο, δραστικό και αυτούσιο νόημα, κάτι που δηλώνει και τη διαύγεια του εν γένει ανθρωποκεντρικού του προβληματισμού. Ανατρέχοντας δε στον Πλωτίνο και τη φιλοσοφική σκέψη τού νέο-πλατωνισμού θα ελέγχαμε τη μορφική υπόσταση της ύλης όχι μόνο ως, ταυτόσημη με τη φθορά, πηγή παθών αλλά πρωτίστως σε συνδυασμό με τη μεταφυσική βαρύτητα του Ενός, του Νου, της Ψυχής, εννοιών που τείνουν δηλαδή στο ζητούμενο όλον. Η φυσική ωραιότητα νοείται ως ατελέστερη όλων για τους αρχαίους προγόνους μας, εξελισσόμενη προς τη νοητική που αρμόζει στο ύψιστο Αγαθόν. Ψυχική κάθαρση και ηθική τελείωση κατακτώνται με τη σειρά τους ως παρεπόμενα της δια της γνώσης αναζητούμενης αλήθειας. Η ρήση του Μάρκου Αυρήλιου, άλλωστε, στην προμετωπίδα της παρούσας ποιητικής συλλογής ανακαλεί και τη στωική διδασκαλία περί της ευδαιμονίας ως υπέρτατου αγαθού, άλλως εδραίωσης του βίου επί των αρετών της φρόνησης, της ανδρείας, της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης, της μεγαλοψυχίας, της εγκράτειας, της καρτερίας, της ορθής βούλησης, της οξύνοιας, της ικανότητας λήψης ορθών και εύστοχων αποφάσεων. Όμως δεν είναι οι ελλείπουσες αυτές  αρετές που αρνητικά, ήτοι δια της απουσίας τους, εκφυλίζουν και κατατρώγουν όσο ποτέ σήμερα τον πολυπαθή εκ φύσεως άνθρωπο;
Βεβαίως το σώμα ως ταυτόσημο με το παρόν αγωνιά να καταλάβει τον δικό του χώρο. Του ανήκει αυτός δικαιωματικά. Η προσωπική έκφραση ενός ατομικού ή συλλογικού εγώ συνιστά την άνευ όρων δικαίωσή του μέσα στο χρόνο. Μήπως και το πάθος του ποιητή να απαθανατίσει στο χαρτί τη βασιμότητα και αμηχανία της ποιητικής του πρόσληψης δεν είναι μια ενδόμυχη αγωνία θανάτου; Αλλά και ο κόσμος ως σώμα τελεί υπό τη διαρκή διαλυτική αίρεση του εκάστοτε υπαρκτού. Όπως το πρωτογενές σεξουαλικό ορμέμφυτο διαμορφώνει στην εξέλιξή του έλλογη οντότητα και πολιτισμικό εαυτόν, έτσι και τα αλυσιτελή, ανούσια και φαιδρά ενδεχομένως ανθρώπινα στιγμιότυπα δεν παύουν να συνθέτουν ολότητα ιστορίας. Το μεμονωμένο σώμα δεν θα παύσει ποτέ να διεκδικεί τελολογική υπόσταση: «αν δεν ήμουν / δεν θα ήσουν», «δίχως εμένα είσαι ανάπηρος / με κομμένα πόδια // ένα κλάσμα χωρίς παρονομαστή», «ποιος λοιπόν θ’ αφανιστεί / εγώ / ή / εσύ». Πρόκειται για τα επιγραμματικά αποστάγματα με τα οποία μας αφήνει να πορευθούμε, εν κατακλείδι, η νέα ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη σε μια ρητορική διατύπωση και αναδιατύπωση ασίγαστων τεκμηρίων και κλασμάτων σθένους με διαχρονική ισχύ.
 
Πόλυ Μαμακάκη
[ηλεκτρονικό περιοδικό Poeticanet, τεύχος 22, Ιανουάριος 2015]

[…]
Ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης, με εφαλτήριο έμπνευσης το ανθρώπινο σώμα καταφέρνει να μετατρέψει τα «στιγμιότυπα του σώματος» σε «αντανακλάσεις της ψυχής». Ευφάνταστα μετουσιώνει στιγμές και στιγμιότυπα όπως: «ένα τσιγάρο στο στόμα», «γάλα βυζαίνοντας από τη μέση ρόγα», «το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη», «του κορμιού μελετώ τους σπασμούς» σε εμπνευσμένα ποιήματα με επίκεντρο τον άνθρωπο. Το σώμα (τα όργανά του εσωτερικά και εξωτερικά) αποτελούν για τον Κουτσούνη πρώτη ύλη έκφρασης. Η στοχαστικότητα του ποιητή πηγάζει μέσα από την ματαιότητα της ύπαρξης, που οδηγεί στη φθορά και εν τέλει στο έγνωστο επέκεινα. Πολλά από τα ποιήματα αποτελούν το όχημα για την έκφραση βαθύτερων συναισθημάτων και καταστάσεων, όπου δίδονται αλλού με σαρκασμό κι αλλού με συγκατάβαση: «Μπαινοβγαίνω μέσα σου / –ξεκινώ με ασκήσεις προθέρμανσης // του κορμιού μελετώ τους σπασμούς / εξοικειώνομαι // και προπονούμαι χαρωπά / για τον μεγάλο τελικό».
Η γραφή του έμπειρου ποιητή, πυκνή και ουσιαστική, ακολουθεί τους «κανόνες» της σύγχρονης γραφής και προσφέρει στίχους δυνατούς και εύληπτους.
 
 
Γιώργος Πολ. Παπαδάκης
[περιοδικό Πνευματική Ζωή, τεύχος 218, Γενάρης-Μάρτης 2015]

Το σώμα είναι η πρώτη μας γλώσσα και ο Στάθης Κουτσούνης το αναδεικνύει. Το τιμά και το σέβεται. Σημαντικό μέσα στη ματαιότητά του. Η φθορά του μας θυμίζει το πόσο μικροί και συνάμα μεγάλοι είμαστε. Σαν ένα ποτάμι που ρέει διαρκώς. Μες στης φθοράς την αγκαλιά / μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω.
 
 
Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος
[περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 165, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015]

Τόσο ο τίτλος της συλλογής, όσο και η προμετωπίδα της πρώτης σελίδας «πάντα τα μεν του σώματος ποταμός», του Μάρκου Αυρήλιου, βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το περιεχόμενο των ποιημάτων. Ο έρωτας, ο θάνατος, η φθορά, η υπαρξιακή παγωνιά και ο τρόμος του αφιλόξενου κόσμου που μας περιβάλλει προσβάλλουν, πλήττουν άμεσα το σώμα του ποιητικού υποκειμένου και μέσα από το σώμα καταλαμβάνουν και τον ψυχισμό του. Κι αυτό είναι κάτι πανανθρώπινο: ο βαθύς ψυχισμός μας βρίσκεται σε σφικτό εναγκαλισμό, σε αδιάρρηκτη συνάφεια με το σώμα. Πρόκειται λοιπόν καθαρά για μια ποίηση γήινη, σωματική, αισθησιακή.
     Μετά έξι χρόνια από την προηγούμενη συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, Έντομα στην εντατική, διακρίνουμε εμφανείς αλλαγές στο ύφος του. Απεκδύθηκε παραγεμίσματα με εικόνες και  περιττές λεπτομέρειες, απεκδύθηκε κάθε ίχνος εγκεφαλικής γραφής, έτσι ώστε η έκφρασή του να αποκτήσει  μια ιδιότυπη, αστραφτερή λιτότητα. Θέλοντας να φτάσει στη γυμνή αλήθεια που υπαρξιακά τον καθορίζει, άλλαξε και τη ματιά αλλά και τα λόγια του. Οι καθαρές αλήθειες θέλουν και ξάστερα λόγια, διαυγή, ευθύβολα, στέρεα. Την ορμή της ώριμης λιτότητας που κατέκτησε ο Κουτσούνης την δεχόμαστε με ευχάριστη έκπληξη ήδη από το πρώτο ποίημα:
 
Αγωνιά η σελίδα για την πένα
σαν γυναίκα ερεθισμένη
για τη στύση του εραστή της
 
το ποίημα τρέμει
μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
και μείνει αγέννητο
 
όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμά του
λαχταρά το κορμί ο έρωτας
 
[…]
 
     Η αισθησιοκρατία και ο τολμηρός ερωτισμός του –θέματα γνωστά κι από προηγούμενες συλλογές του– ενεργοποιούν την λαγγεμένη ατμόσφαιρα της αποθέωσης του ίμερου και των διακυμάνσεων κάθε παθιασμένης επιθυμίας. Το δηλώνουν οι στίχοι: «Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη … Θέλω πάντα να με κοιτάζεις/ σαν λύκαινα που επέζησε/ μοναχή στον χιονιά για βδομάδες/ και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη».
     Ο ερωτισμός του Κουτσούνη δρα ως δυνατή  πηγή φωτός, που κάπως κατευνάζει τη μοναχική του περιδιάβαση σε έναν κόσμο όπου ενεδρεύουν απότομες  απειλές, απροσδόκητοι κίνδυνοι, φόβος  και τρόμος. Λέγεται ότι και η  ίδια  η στιγμή της γέννας για κάθε άνθρωπο είναι μια βίαιη πράξη, καθώς πέρα από τον πόνο της μητέρας, το έμβρυο φεύγει από τη θαλπωρή της μήτρας  κι αφήνεται ευάλωτο σ’ έναν κόσμο παγερό και ανοίκειο. Ο Κουτσούνης μας δίνει ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, περιγράφοντας το συγκλονιστικό γεγονός της γέννησης:
 
Μικρόν κι ανίδεο
με πήρε η μαμή μαζί της
και με ξέχασε στης κάμαρας την άκρη
 
τότε αντίκρισα την κραυγή
απ’ της γυναίκας την κοιλιά
να κόβει φέτες
το φως και την ψυχή μου

και μόλις άνοιξα τα μάτια
είδα νερά και αίματα να τρέχουν
να πλημμυρίζουν το δωμάτιο
ανεμοστρόβιλους που ρουφούσαν
και ξέρναγαν ζώα
έντερα από παντού να με τυλίγουν

είδα την μαύρη τρύπα
αρχή και τέλος
 
     Η απότομη μετάβαση από έναν κόσμο γαλήνης και θαλπωρής σε μια κατάσταση επικρεμάμενου κινδύνου, συθέμελης καταστροφής κι ολοκληρωτικού αφανισμού συνεχώς εμφανίζεται στη συλλογή. Πολύ έκδηλα το φανερώνουν οι εικόνες που παίρνουμε: το δάσος είναι η αποθέωση της ομορφιάς, όμως καταπατητές θα το πυρπολήσουν, το ψάρι μέσα στη γυάλα έχει τη σιγουριά του νερού, όμως πέτρες θα σπάνουν εξάπαντος το γυαλί, η ανοιξιάτικη μέρα χαράζει ηλιόλουστη, όμως ο άνεμος παραφυλάει να εισβάλει  με τις βίαιες ριπές του. Η αρχέγονη σκοτεινιά της ύπαρξης, τα απωθημένα από εφιάλτες και επισωρευμένους φόβους διαπλέκονται στα ποιήματα, παρέχοντας μια μύηση στην τραγική ουσία της ζωής. Κι άμεσα μας κατακλύζει μια αίσθηση κάθαρσης μέσα από αυτή τη μύηση, όχι μόνο γιατί είναι μια γενναία πράξη αυτογνωσίας, αλλά γιατί  μέσα από την τέχνη των στίχων αποδεχόμαστε τη στάση του ποιητή να αντιμετωπίσει την καταχνιά της τραγικότητας  με στωικότητα, έμπειρο, συγκροτημένο  στοχασμό κι αξιοπρέπεια.
     Από τους αρχέγονους φόβους της ύπαρξης είναι αδύνατον να παραληφθεί ο θάνατος. Με δραματική ένταση, αλλά και με το μαλακό βελούδο της εγκαρτέρησης και της νηφαλιότητας, ο Κουτσούνης εξομολογείται τα αισθήματα που τον διακατέχουν μπροστά στον θάνατο, που «γραπώνει στη θηλιά του». Οι διάλογοι, οι αφηγήσεις, οι περιγραφές του στην αντιπαράθεση  με τον χάρο και την πανίσχυρη εξουσία του εντυπωσιάζουν. Λάμπει η πρωτοτυπία των ποιητικών συλλήψεων, η επιγραμματική ειλικρίνεια, ο πυρετός της αλήθειας του. Στην πλούσια παρακαταθήκη της ποίησής μας διαχρονικά για τον θάνατο, μπορούμε να πούμε ότι ο Κουτσούνης διαπρέπει με τη δική του κατάθεση για αυτόν τον μέγα «συνοδό» κι «εξολοθρευτή» μας. Ένα δείγμα στίχων: «Την ίδια στιγμή γεννηθήκαμε/ […]// ποτέ δεν σε αποχωριζόμουν/ […]// σαν να σε κληρονόμησα/ με υποχρέωση ισόβιου δεσμού// κι αν σ’ αισθανόμουνα ενίοτε/ ανεπιθύμητο κατοικίδιο/ τόσο σε είχα συνηθίσει/ τόσο ακαταμάχητο/ ένιωθα το γουργουρητό σου/ που ούτε καν ο αδαής διέκρινα// το νύχι σου που ωρίμαζε». Καμία συσσώρευση πλούτου και υλικών αγαθών, καμία καταναλωτική μανία (τόσο διαδεδομένη στην κοινωνία) για τον ποιητή δεν μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα στην υπαρξιακή αγωνία μας, είναι άδικος κόπος. Μόνο ο έρωτας, η τρυφερότητα και η στοργή στην πιο γενική της έννοια αποτελούν τα τιμαλφή μας, τα εχέγγυα της αντοχής  απέναντι σε έναν  σκληρό κι άδικο κόσμο.
     Με ακάματη ερωτική δίψα, αλλά και σε ακάματη εγρήγορση ότι «ποτάμι το σώμα/ κι ένας αόρατος φωτογράφος/ τραβάει στιγμιότυπα της ροής», κι ότι το «φιλμ παίρνει απροσδόκητα φως», ουσιαστικά έμπλεος από το δίπολο του έρωτα και του θανάτου, ο Κουτσούνης κατορθώνει να πετύχει τον στόχο του. Αποκτάει τη δική του προσωπική φωνή στην πιο ώριμη και αξιοσημείωτη εκδοχή της κι επιπλέον οι στίχοι του ανθίζουν με ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα που απαράκλητα τέρπει.
 
 
Αλέξανδρα Μπακονίκα
[περιοδικό Το Κοράλλι, τεύχος 5, Ιανουάριος-Μάρτιος 2015, σελ. 158-160]

Από το έτος 1987 ο Στάθης Κουτσούνης διανύει μία εξελικτική και πολλαπλώς σημαίνουσα πορεία με κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα τη χαμηλόφωνη διακονία του ποιητικού λόγου. Μακριά από δάνεια φώτα και προβολείς που ορισμένοι αναζητούν εναγωνίως και πασχίζουν να φωτίσουν δρόμους και διαδρόμους,  υποβασταζόμενοι, υπηρετεί με υψηλό ήθος την ποίηση. Αυτόν τον αθόρυβο δρόμο ακολουθεί ο Στάθης Κουτσούνης, όπως φυσικά και άλλοι λογοτέχνες  που αφήνουν το έργο τους να μιλήσει γι’ αυτούς.
Έχοντας υπόψη τις πέντε προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, φρονώ ότι τα Στιγμιότυπα του σώματος αναδεικνύουν έναν πολύ ώριμο ποιητικό λόγο, που ορισμένοι πολύ εύστοχα είχαν ήδη ανιχνεύσει στις συλλογές Η τρομοκρατία της ομορφιάς (Μεταίχμιο 2004) και Έντομα στην εντατική (Μεταίχμιο 2008). Ήδη, η πρόσφατη συλλογή, που φέρει τα εύσημα μιας άριστης εκδοτικής φροντίδας, διεκδικεί την αρμόζουσα γι’ αυτήν θέση στο καθ’ ημάς ποιητικό σύμπαν.
Η προμετωπίδα πάντα τα μεν του σώματος ποταμός [Μάρκος Αυρήλιος, Εις εαυτόν, ΙΙ 17], προϊδεάζει ότι τα ποιήματα της συλλογής κινούνται, όπως ακριβώς και η ίδια η ζωή, σε ένα ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, γιατί τέτοιο είναι το ανθρώπινο σώμα στο οποίο ενοικεί η ψυχή. Ποταμός, λοιπόν το ανθρώπινο σώμα, ποτάμια και η ψυχή και τα όσα εκπορεύονται από αυτήν εξ ονόματος του ανθρωπίνου πνεύματος που πασχίζει να βρει στέρεο έδαφος για να διασχίσει το ποτάμι του Ηράκλειτου.
Εναρκτήριος λόγος στη συλλογή, η ερωτική συνάφεια του ποιητή με το ποίημα την ώρα της ηδονικής κυοφορίας και κοντά σ’ αυτήν, η αγωνία του ποιήματος μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες/ και μείνει αγέννητο («Μεταφυσική», σελ. 9). Γιατί το ποίημα ανα-γεννάται μέσα από τις αναγνώσεις, ενώ την ίδια στιγμή ρίχνει τη δική του σπορά στην  ψυχή και μέσα από αυτήν την καθόλα αθώα συναλλαγή, ποιητής, ποίημα και αναγνώστης συνεργούντες, γίνονται συμμέτοχοι ενός ένθεου τόκου.
Μετά από την κατάθεση της αγωνίας ακολουθεί η ονειρική γέννηση του ποιητή που προετοιμάζεται, να διαπορευθεί μέσα από τις άγνωστες ατραπούς του ποιητικού κόσμου. (Εδώ, ηθελημένα ή όχι, ο ποιητής αφήνει τον αναγνώστη να αφουγκραστεί τον εξαίσιο απόηχο, ειδικότερα του Γ΄ Ύμνου, της «Γενέσεως», του πρώτου από τα τρία μέρη που συνθέτουν την ποιητική σύνθεση Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη). Την ώρα εκείνη δέχεται τα επισκεπτήρια του αγνού ποιητικού τοπίου που τον καλωσορίζει, φορώντας μάσκα για να μην πνίγεται απ’ το λούστρο. Γιατί κάποιοι φροντίσανε, οι ανίδεοι, να φορτώσουν το πρόσωπο της ποίησης με μαλάματα, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη. Το τοπίο, όμως, καθώς βλέπει τ’ αδέρφια του αγνώριστα/ φριχτά ταριχευμένα –δηλονότι, τους ποιητές–αντί για οποιαδήποτε άλλη κίνηση, με γενναιοδωρία τους αφήνει ένα μπουκέτο/ ευωδιές απ’ την πατρίδα («Σπονδή», σελ. 11) και τους υπενθυμίζει έτσι το καθήκον που επωμίζονται απέναντι στην ποίηση. Πρώτα η έγνοια για τη γλώσσα που δυστυχώς βιάζεται και διαρκώς κακοπαθαίνει, και ταυτόχρονα, η ποιητική παράδοση με τους προπάτορες και τους σύγχρονους δασκάλους.
Αν, όμως, σε άλλες εποχές υπήρχε ακόμη ένα προκλητικά αγεώργητο ποιητικό τοπίο, σήμερα εκείνο που αντικρίζει κανείς είναι μια μαύρη τρύπα/ αρχή και τέλος. Η αγωνία του ποιητή αποτυπώνεται στη «Φούγκα» (σελ. 13), όπου η απόπειρα για την ποιητική μετάληψη, από αίσθηση ρευστότητας (Ποτάμι το σώμα/ κι ένας αόρατος φωτογράφος/ τραβάει στιγμιότυπα της ροής) μεταβάλλεται σε αίσθημα πνιγμού (Καθηλωμένος σε πυθμένα πηγαδιού/ κι η στάθμη του νερού ανεβαίνει// ανεβαίνει ολοένα).
Χαρακτηριστική είναι η άνεση μα και η τόλμη με την οποία ο Στάθης Κουτσούνης χρησιμοποιεί τον πυρήνα της ποιητικής έκφρασης, τη μεταφορά. Στο ποίημα «Το πρώτο δώρο» (σελ. 14) η προβαλλόμενη ταυτόχρονη γέννηση του ποιητικού υποκειμένου με ένα θήλυ “εσύ” κινείται στις παρυφές μιας λανθάνουσας, ωστόσο εύκολα προσλήψιμης ερωτικής σχέσης. Κάτω από τον διάφανο φλοιό της αφήγησης και των εικόνων, ο υποψιασμένος αναγνώστης αναγνωρίζει ότι πρόκειται για την ταυτόσημη γέννηση του ποιητή και της ποίησης: Την ίδια στιγμή γεννηθήκαμε/ απ’ την ίδια μαμή που σ’ ακούμπησε/ πάνω στο σώμα μου δώρο// (…)// σαν να σε κληρονόμησα/ με υποχρέωση ισόβιου δεσμού// (…)
Η σωματογραφία ί (σελ. 15)κορυφώνει αυτόν το δεσμό  με ένα λόγο που κινείται στα όρια του ερωτικού αισθητισμού:
Το κορμί σου στα  χέρια μου ζύμη/ φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους Σε κάθε τρύπα/ καρτέρι μού στήνουν οι μέλισσες (…) Τα δάχτυλά μου αλκοολικά/ μονορούφι το σώμα σου πίνουν Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη
Ωστόσο, η συλλογή δεν αυτοαναλώνεται στο μοτίβο μιας ερωτικής μονοτροπίας. Όπως στη ζωή καραδοκεί το αναπόφευκτο του θανάτου έτσι και στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη ενυπάρχει η υποψία και ο φόβος του τέλους. Έτσι, το συναμφότερον έρως και θάνατος έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ίδια η ζωή, διαρκώς εξυψώνεται, καταβυθίζεται και αναδύεται με τη συνέργεια μιας σωματικής και συνάμα πνευματικής παλινδρόμησης. Χαρακτηριστικό είναι το σκηνοθετικό εύρημα του Κουτσούνη στο εύληπτο ποίημα «Το είδωλο» (σελ.16), όπου η ομιλούσα φωνή ενδύεται το σώμα της παιδικής αθωότητας και εκτελεί εντολή του καθηγητή της ανθρωπολογίας. Όμως, καθώς αντικρίζει στο υπόγειο τα εποπτικά όργανα, συγκλονίζεται και άπραγος επιστρέφει στην τάξη: (…) φοβάμαι, επιστρέφω στην τάξη σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με τον χάρακα τα οστά μου φοβάμαι τα παιδιά ξεκαρδίζονται λένε αστεία είμαι άσαρκος (…) οι συμμαθητές μου ακόμη γελάνε// αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν/ στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους
Ωστόσο, ο ασκημένος στη δοκιμασία της επικίνδυνης παλινδρόμησης ποιητής σαρκώνει τον τρόμο του αμετάκλητου σε ποιητικό λόγο. Αυτό καθαίρει την ψυχή και δραστικά την επαναφέρει στη εξαίσια στιγμή, όπου όλα στην αναμονή τους είναι μια ποίηση. Το ποίημα «Εν αναμονή» (σελ.17) αποτελεί επιβεβαίωση των τελευταίων ερμηνευτικών προσεγγίσεων: Από τώρα καλλωπίζομαι/ γιατί το  ξέρω/ αιφνίδια θα έρθεις// λούζομαι και ξυρίζομαι καθημερινά/ αρωματίζομαι φοράω ρούχα καθαρά/ κάνω ακόμα και γυμναστική/ και πασχίζω ανά πάσα στιγμή/ να ’μαι έτοιμος// να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου
Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι τα ποιήματα της συλλογής Στιγμιότυπα του σώματος, όχι μόνον αυτά στα οποία αναφέρεται το παρόν κείμενο, αλλά και όλα τα υπόλοιπα, δημιουργούν την αίσθηση, αν όχι τη βεβαιότητα ότι συνθέτουν ένα εν εξελίξει ποίημα. Προσωπική, ασφαλώς, η ματιά. Υποστηρίζω όμως ότι όλα τα προηγούμενα συνιστούν πειστικό τεκμήριο.
 
Μάριος Μιχαηλίδης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Ο Αναγνώστης, 28 Ιανουαρίου 2015]

Ο Στάθης Κουτσούνης, με την τελευταία ποιητική συλλογή του, Στιγμιότυπα του σώματος, στερεώνει τη φήμη του ως κατεξοχήν σωματοκεντρικού ποιητή. Η ποίησή του αποτελεί ανάπτυγμα του σεφερικού προτάγματος «ο ποιητής κατά βάθος έχει ένα θέμα: το σώμα του». Στον Κουτσούνη το σώμα μεταμορφώνεται σε δέντρο, δάσος και σε πολλά άλλα, πολυεργαλείο ευέλικτο για μικροθαύματα, πλεούμενο στο χρόνο. Η αλληγορία του στη «Σπονδή», σταυρόλεξο που φτάνει κανείς  στο τέλος χωρίς να μπορεί να το λύσει οριστικά και πρέπει να επαναγνώσει για να γνώσει. Εξαίρετη η σκηνοθεσία στο «Είδωλο» με το διδακτικό επιμύθιο. «Αυτό το δέντρο το πήρα για άνθρωπο. Δεν έκανα λάθος», λέει κάποιος ποιητής. Κι ο Κουτσούνης ετάχθη δασοφύλακας στοργής που προστατεύει τα δέντρα από τον μπόγια ξυλοκόπο. Οι φωτιές του 2007-2008, στη γενέτειρά του, την Ολυμπία, καίνε ακόμα όπως της κουρσεμένης Τροίας, αλλά ο ποιητής αναδάσωσε  αυτά τα καμένα μέσα στις νεροσυρμές των στίχων του. Η ποίηση του Κουτσούνη, με στέρεη αρχιτεκτονική, είναι ποίηση ανοιχτού χώρου, πνεύμονας πρασίνου. Ερωτοκεντρικότατη, με φιλοσοφικές διακλαδώσεις, με γοητευτικά φετιχιστικά, χαρίζει το μαγικό «Ραβδί»της  για να ραβδοσκοπήσει ο μυημένος τον ρεαλιστικό συμβολισμό της, να εγκλωβιστεί στη μαγεία του «Κύκλου»της. Η πρωτοτυπία του «Εν δόξη», η διαρκής θλίψη του «Πένθους»είναι από τα καλλίτερα ποιήματα της συλλογής, ενώ σε πολλά άλλα ο Κουτσούνης αποδεικνύεται εξαίρετος μινιατουρίστας.

Γιάννης Κουβαράς
[περιοδικό Παρέμβαση, τεύχος 175, Φεβρουάριος-Μάρτιος-Απρίλιος 2015, σελ. 108]
 

Τα «Στιγμιότυπα του σώματος» περιλαμβάνουν ολιγόστιχα ποιήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται για την λιτή, με κάποιες τολμηρές λεκτικές επιλογές, γλώσσα. […] Η απουσία στίξης συνηγορεί υπέρ της ενότητας των «τοπίων» αφήνοντας την υπόνοια ότι το ποίημα συνεχίζεται στο διηνεκές, μέσα στη σιωπή...

 

Χρύσα Σπυροπούλου
[περιοδικό Τα Ποιητικά, τεύχος 17, Μάρτιος 2015, σελ. 27]
 

Μια ποιητική συλλογή με αγωνία για τη γραφή, τη ζωή, τον θάνατο και τον έρωτα. Η συλλογή αρχίζει με το ποίημα «Μεταφυσική»: η ποίηση εμφανίζεται να αποκτά υπόσταση μέσω του αναγνώστη, αφού το ποίημα, αν δεν διαβαστεί, θα μείνει αγέννητο και θα το καταπιεί το σκοτάδι.

     Από το «αγέννητο» ξεκινά και η ζωή, από το σημείο μηδέν, ακριβώς τη στιγμή που μια πλημμύρα νερών φέρνει στο φως τον ποιητή. Εποχή δύσκολη, χειμώνας ήταν όταν άρχισαν όλα. Εν αρχή ην το χειμωνιάτικο φως, η γέννηση, και τα «σπασμένα νερά» που του χάρισαν τη ζωή:

 

Από πλημμύρα ερχόμουν

νερά σπασμένα που μ’ έβγαλαν έξω

και αντίκρισα χειμωνιάτικο φως

                        («Χειμώνας»)

 

Σ’ αυτή τη μοναδική στιγμή επιστρέφει συχνά στη συλλογή. Βλέπει ξανά και ξανά τη γέννησή του, ζει πάλι την πρώτη ανατριχίλα όταν πρωταντίκρισε το φως. Ήταν κρύο πολύ όταν: 

 

είδα τη μαύρη τρύπα

αρχή και τέλος

          («Η τρύπα»)

 

     Σ’ αυτά τα ποιήματα, αλλά και σε όλη τη συλλογή, ο ποιητής εικονοποιεί το σώμα με όλες τις αισθήσεις του. Αναδύεται από παντού μια αίσθηση ροής, νερών τρεχούμενων, λαχάνιασμα και αγωνία φωτός. Αλλού αυτή η εικονοποίηση παίρνει τη μορφή της πατρότητας που του χάρισε το «πρώτο δώρο», κι αλλού του σωματοποιημένου έρωτα, της σεξουαλικής πράξης. Εμμονή με το σώμα, μια συνεχής διεκδίκησή του, πόθος, παραφορά και τάση επιστροφής στις δροσερές πηγές της αρχής μέσα σ’ ένα συνεχόμενα μεταβαλλόμενο τοπίο. Λες και θέλει ο ποιητής με τη μετάδοση αυτής της αίσθησης να αποπροσανατολίσει τον θάνατο, που τον νιώθει παντού, γύρω του, σε κάθε στιγμή: 

 

φιλήδονα μπαινόβγαιναν τα δάχτυλά μου

μα αίφνης

 

μ´ έπιασε μια μελαγχολία

στον συνειρμό του τρύπιου σώματος

με τα δάχτυλα φίδια

            («Δαντέλα»)

 

     Εμμονή με το σώμα, με τον θάνατο, με τον χρόνο. Τα ποιήματα της συλλογής σκιαγραφούν όλη την πορεία της ζωής: από το πρώτο φως στην παιδική ηλικία κι έπειτα στην ωριμότητα, χωρίς να λείπει και η αναφορά στο μέλλον, με πλήρη όμως συνείδηση της αναμενόμενης φθοράς:

 

Η αιωνιότητα με ζαλίζει

 

μες στης φθοράς την αγκαλιά

μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω

                          («Ουτοπία»)

 

     Εμμονή με τον έρωτα και σε αυτή τη συλλογή, χωρίς ωστόσο το μαύρο να υπερκεράζει τη χαρά του έρωτα. Το νήμα της ζωής το τεντώνει πότε από την αρχή και πότε από το τέλος. Η γλώσσα του ερωτική και χυμώδης, γεμάτη φωνήεντα αλλά και σύμφωνα, τα οποία πότε έχουν γάργαρη ροή και πότε απεικονίζουν εφιαλτικά ό,τι βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα. Σε κάποιους στίχους παίζει με τους ήχους, μεταδίδοντας μια συγκεκριμένη αίσθηση, όπως του αργόσυρτου λαρυγγικού φθόγγου «γ»: «γιγάντια γυμνή γυναίκα». Ο έρωτας μεταμορφωμένος, με ποικίλες όψεις, με κυρίαρχο το ξανθό του χρώμα, δείχνει συχνά τα δόντια του και βγάζει τα νύχια του, σαν λύκος, σαν τσακάλι. Ο έρωτας δηλαδή στην επιθετική, κατακτητική του μορφή. 

     Εμβόλιμα και οι εποχές, με έντονη αίσθηση πεσιμισμού. Ο ποιητής ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται μέρος της φύσης. Παγώνει το χειμώνα, ανατριχιάζει το φθινόπωρο και ετοιμάζεται να πέσει στο χώμα σαν τα φύλλα, ανανεώνεται την άνοιξη, αναζητά τη δροσιά το καλοκαίρι.

     Εκπροσωπούνται όλες οι εποχές και συμβολίζουν μοναδικές στιγμές της ζωής του ποιητή. Όμως πίσω από όλες, ακόμα και από την άνοιξη, καραδοκεί ο άνεμος, ο ζόφος, το σκοτάδι, ο κάτω κόσμος. Το σώμα ως ύλη αλλά και η ενατένιση του τρόμου του άσαρκου σώματος, του ίσκιου που εγκαταλείπει το σώμα ή του σώματος που αποκόπτεται από τον αιώνιο συνοδό του και μένει μόνο η σκιά του στο χώμα, αποτελούν μοναδικής ποιητικής πνοής στιγμιότυπα στη συλλογή:

 

Επίμονα σχεδόν μ’ ακολουθεί

χωρίς να με ρωτάει

μπερδεύεται στα πόδια μου αμίλητος

άλλοτε πάει μπροστά άλλοτε πίσω

κι άλλοτε από τα πλάγια ξεφυτρώνει

ενίοτε με εξοργίζει

μα όποτε εξαφανίζεται

αισθάνομαι μισός

 

ώσπου μια μέρα εκεί που περπατούσα

ξεκολλάει από τα πόδια μου

και κοκαλώνει καταγής

 

πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο

να κείτεται ατάραχος

αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει

κοιτάζομαι πιάνομαι

αλλά δεν έχω σώμα

ένας ίσκιος είμαι

κι ο ίσκιος στο χώμα

 

το σώμα μου

     («Ο συνοδός»)

 

     Ποικίλα είναι τα θέματα της ποιητικής συλλογής: τα δέντρα, η αριθμητική, οι εικόνες του παρελθόντος, ιδίως η μορφή του πατέρα του ποιητή. Ο ποιητής ξαναγυρίζει στις στιγμές του τελικού αποχωρισμού τους, καθώς ο πατέρας απομακρυνόταν προς τον Αχέροντα. Του αφιερώνει δύο ποιήματα, ως μία ενότητα,  που αποτελούν αυθεντικές στιγμές συγκλονιστικής ποίησης:

 

σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος

να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του

ώσπου θολωμένος

με άδραξε απ’ το μπράτσο

 

γιε μου μού σώθηκαν όλα

μήπως σού βρίσκονται κέρματα για τα διόδια

     («Τα κέρματα») 

   

     Στη συλλογή του Στάθη Κουτσούνη ανακαλύπτουμε πολλές ποιητικές στιγμές που ταυτίζονται με δικούς μας ανομολόγητους φόβους, πόνους ή πόθους. Ιδίως η σύλληψη του σώματος ως ταυτόχρονου δοχείου ηδονής και φθοράς, μας επαναφέρει οδυνηρά στη μόνη πραγματικότητα που δεν αλλάζει, όσες γενιές ανθρώπων κι αν περάσουν, όσες εποχές κι αν παρέλθουν: στη συνειδητοποίηση ότι με μια μικρή αντικατάσταση το σώμα γίνεται χώμα

     Η νέα ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη σου κόβει την ανάσα άλλοτε με τις καυτές πνοές της και άλλοτε με την παγερή ανάσα της. Ποίηση πρωτότυπη, δυναμική, εναγώνια, σου αφήνει, όταν φτάνεις στο τέλος της, μια δυνατή γεύση έρωτα και θανάτου. Ποίηση των αισθήσεων, σου χαρίζει ταυτόχρονα κι ένα δυνατό χαρμάνι ζωής. Την κλείνεις και νιώθεις ακόμα το λαχάνιασμά της, νιώθεις το βαθύ αποτύπωμά της μέσα σου, γιατί σε διαποτίζει με μια βαθιά ειλικρίνεια που σε καθηλώνει.

 

Αγάθη Γεωργιάδου

[περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 75-76, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2015, σελ. 200-202]

 

«Η αιωνιότητα με ζαλίζει / μες στην φθοράς την αγκαλιά / μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω».
 
Τα πρόσωπα, τα μεγέθη, τα πράγματα γίνονται μινιμαλιστικά, τείνουν να αυτοεξαφανιστούν, τίποτα δεν τ’ αφήνει να λοξοδρομήσουν από αυτό το αδήριτο πεπρωμένο. Ένα κλίμα ελλειπτικότητας σημαδεύει τη ζωή του ανθρώπου και των ενσαρκωμένων εικόνων των πραγμάτων. Ο λόγος γίνεται σπονδή στο χρόνο ζωής τους. Η αίσθηση των ορίων έχει καταλυθεί, το σώμα συνυπάρχει με την αδιευκρίνιστη αναμονή.
«Μεσάνυχτα φτάνει απ’ το δάσος / μπαίνει στο σπίτι κρυφά / με μάσκα να μην πνίγεται απ’ το λούστρο / βλέπει τ’ αδέρφια του αγνώριστα / φριχτά ταριχευμένα / και τους αφήνει ένα μπουκέτο / ευωδιές απ’ την πατρίδα».
Ο λεπτοφυής επίσης και περιπαιχτικός καγχασμός του μετουσιώνεται σ’ ένα αποπνευματωμένο παιχνίδισμα των υπαρκτικών του αναζητήσεων.
 
Παντελής Απέργης
[περιοδικό Poetix, τεύχος 13, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2015, σελ. 79]
 

Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη
φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους
Σε κάθε τρύπα
καρτέρι μου στήνουν οι μέλισσες
Τα δάχτυλα μου αλκοολικά
μονορούφι το σώμα σου πίνουν
Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου
όπως το χέλι μες στη λάσπη
 
Διαπεραστικός ερωτισμός, εκλεπτυσμένη δηκτικότητα, αισθησιασμός, υφέρπουσα μελαγχολία, αμφισημίες και αντιθέσεις, διάχυτη μουσικότητα, συγκαλυμμένη τρυφερότητα, η προαιώνια αγωνία της ψυχής που ασφυκτιά, εγκλωβισμένη στην μέγγενη των συμβάσεων, λαχταρώντας ενδόμυχα το λυτρωτικό χάδι του έρωτα και του θανάτου…
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολύτιμα κομμάτια του ποιητικού παζλ, που συναρμολόγησε με μοναδική μαεστρία οΣτάθης Κουτσούνηςκαι στη συνέχεια αποτύπωσε στην έκτη ποιητική συλλογή του, η οποία φέρει τον συμβολικό τίτλο Στιγμιότυπα του σώματος και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2014, απ’ τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Επί 28 συναπτά έτη (…1987…) ο γνωστός ποιητής διανύει μια πολύ προσωπική, εξελικτική πορεία στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, ακολουθώντας τον αθόρυβο και δύσκολο δρόμο της ουσιαστικής και απρόσκοπτης δημιουργίας, μακριά από κάθε είδους διάττοντες αστέρες και τους απαίδευτους δορυφόρους τους, καθώς και απ’ τα πάσης φύσεως παιχνίδια προβολής και… επιβολής.
 
Λίλα Παπαπάσχου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Αλλιώς, 2 Απριλίου 2015]
 

Το «σώμα» στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη

«Αγωνιά η σελίδα για την πένα/ σαν γυναίκα ερεθισμένη/ για τη στύση του εραστή της// το ποίημα τρέμει/ μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες/ και μείνει αγέννητο// όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμα του/ λαχταρά το κορμί ο έρωτας// κι ο δρόμος επιστρέφει λαίμαργος/ ένα χείλος μακρύ καταπίνοντας τα ζώα/ μηχανές και ποιήματα»
Με αυτό το άκρως αισθησιακό, παραστατικό και αλληγορικό ποίημα, ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης επιλέγει να μας εισαγάγει στην εξαιρετική νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο: Στιγμιότυπα του σώματος, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη του από τους πρώτους κιόλας στίχους, για τη διττή υπόσταση/λειτουργία των ποιημάτων του, την κυριολεκτική και τη μεταφορική, εκείνη που αναφαίνεται σε πρώτο επίπεδο και εκείνη που υπαινίσσεται· διότι η ποίηση του ΣΚ είναι υπαινικτική, παρότι φαντάζει ευδιάκριτη, σαφής, ευανάγνωστη, κυρίως εκεί όπου κυριαρχεί η έννοια του ‘σώματος’, δηλαδή στα περισσότερα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής. Από την αρχή, λοιπόν, και σε όλη τη διάρκεια της ποιητικής διαδρομής, ο ποιητής δεν μας αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: το σώμα είναι εκείνο που πρωταγωνιστεί, όχι μόνο ως φορέας έρωτα και ζωής, αισθητήριος μηχανισμός ή όργανο που δημιουργεί, παράγει τις πιο λεπταίσθητες αισθήσεις, αλλά και ως κύρια πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς. Με άλλα λόγια, το σώμα, με ό,τι αυτό περικλείει, αποπνέει ή γεννά, είναι ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ο ποιητικός του στοχασμός, σημαντικό στοιχείο που επικρατεί σε όλο το φάσμα της ποιητικής δημιουργίας, το οποίο ο ποιητής μεταμορφώνει, μεταπλάθει ή ‘μεταχειρίζεται’ αναλόγως, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον σκοπό του κάθε φορά: τη μεταφορά του συλλογισμού ή των εννοιών που τον αφορούν και τον προβληματίζουν σε αυτό.
Παραθέτω χαρακτηριστικό παράδειγμα από το ποίημα «Σωματογραφία ι», που απαρτίζεται από ένα τρίστιχο και πέντε δίστιχα. Μικρά ποιήματα ερωτικά που δονούνται, πάλλονται από ζωντάνια, μεταφέροντας εύστοχα την ερωτική επιθυμία του ποιητή για το γυναικείο σώμα, το οποίο εδώ λειτουργεί καθαρά ως κομιστής τέρψης και ερωτικής έξαψης, ένα κορμί που αγωνιά να ικανοποιήσει τον αποδέκτη του:
«Κάτω απ’ τον αφαλό/ ιστός με πανιά νευρικά/ γυρεύοντας άνεμο … Το δέρμα σου μαγνήτης της αφής/ σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλά μου – Τα δάχτυλά μου αλκοολικά/ μονορούφι το σώμα σου πίνουν – Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη».
Το ίδιο συμβαίνει και στο ποίημα «Κάτοπτρο» της «Σωματογραφίας ιι»: «Στην πηγή των μηρών σου/ τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται/ με στόμα ανοιχτό και διψασμένο», ενώ στο ποίημά του «Η προπόνηση» ο ποιητής μεταφέρει την έννοια του ερωτικού παιγνιδιού σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, με τον οποίο και παραλληλίζει τα κορυφαία στάδια του. «Μπαινοβγαίνω μέσα σου/ –ξεκινώ με ασκήσεις προθέρμανσης// του κορμιού μελετώ τους σπασμούς/ εξοικειώνομαι// και προπονούμαι χαρωπά/ για τον μεγάλο τελικό».
Αλλά το ερωτικό στοιχείο στα ποιήματα είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το υπαρξιακό. Το σώμα που ανθίζει στο άγγιγμα του έρωτα, την ορμή της νεότητας φθίνει στην απουσία τους και η φθορά που επιφέρει ο χρόνος τον συνεγείρει, τον τρομάζει. Έτσι, στο ποίημα «Το είδωλο», ένα ποίημα όπου απουσιάζουν εντελώς η φόρμα, το μέτρο, ακόμα και τα σημεία στίξης, για να επισημανθεί το ξάφνιασμα, η αγωνία και κυρίως ο φόβος του απέναντι στη θέαση της απόλυτης φθοράς, της ματαιότητας και της αποσύνθεσης/αποσάθρωσης που καθρεφτίζονται σε ένα αποστεωμένο ‘κορμί’ ή έναν σκελετό, ο ποιητής μας εισάγει σε μια εκ διαμέτρου αντίθετη με την πρώτη διάσταση του σώματος: τη διάσταση του θανάτου. Έτσι στην «Ουτοπία» κορυφώνεται η θλίψη του για τη συνειδητοποίηση όχι μόνο του μαρασμού, αλλά και της ατελέσφορης και ανώφελης, εν τέλει, έννοιας της αιωνιότητας: «Η αιωνιότητα με ζαλίζει// μες της φθοράς την αγκαλιά/ μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω». Το καταστάλαγμα του στοχασμού, η κορύφωση της σκέψης του πάνω στο δίπολο ζωής-θανάτου αποτυπώνεται με αδρή μελαγχολική διάθεση, περίσκεψη αλλά και, εν τέλει, αποδοχή στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο συνοδός»: « … πρώτη φορά τον έβλεπα αποκομμένο/ να κείτεται ατάραχος/ αμέσως ένιωσα σαν κάτι να μού λείπει/ κοιτάζομαι πιάνομαι/ αλλά δεν έχω σώμα/ ένας ίσκιος είμαι/ κι ο ίσκιος στο χώμα// το σώμα μου».
Στο ίδιο μοτίβο, αν και πιο γριφώδης και σαρκαστικός –παρότι το ‘άδηλο’ υποκείμενο δεν είναι εντελώς άγνωστο για εκείνον, αφού έχει επίγνωση της ανυπέρβλητης λαμπρότητάς του– κινείται στο ποίημά του «Εν αναμονή»: «Από τώρα καλλωπίζομαι/ γιατί το ξέρω/ αιφνίδια θα έρθεις// … και πασχίζω ανά πάσα στιγμή/ να ’μαι έτοιμος// να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου».
Το σώμα, όμως, στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη δεν είναι μόνο ερωτικό, ούτε προπομπός φθοράς και θανάτου, εφόσον παρέλθει ο χρόνος, αλλά αποτελεί επίσης και προστατευτικό κουκούλι, στο οποίο ποθεί να χωθεί, να επιστρέψει σε αυτό και να χαθεί: μια ξεκάθαρη μεταφορά της μήτρας και της επιστροφής στη αρχική μας άυλη ‘οντότητα’ ή μήπως την ίδια την ανυπαρξία μας; Έτσι, αναφερόμενος στην κόρη που έβαζε στην κοιλιά της τις κούκλες της όταν ήταν μικρή, προσποιούμενη ότι είναι έγκυος, γράφει: «… τώρα η κόρη μου μεγάλωσε/ κι εγώ ομολογώ/ στο απαλό το χώμα της κοιλιάς της/ λαχταρώ να χωθώ».
Ερωτική, αισθησιακή, παραστατική, αλληγορική, μελαγχολική θα χαρακτήριζα την τελευταία συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, μια ποίηση με πυκνά νοήματα, δοσμένα μέσα από ανάγλυφες, πάλλουσες εικόνες, σύμβολα και παρομοιώσεις, και κυρίως με μια γλώσσα ρέουσα, διαυγή, σε αρκετά σημεία της λυρική. Ποίηση πολυεπίπεδη, πολλαπλής ταυτότητας και ανάγνωσης, και εκεί έγκειται η σημασία της, μια συλλογή που αξίζει πραγματικά να διαβάσουμε, και να «ρουφήξουμε τους χυμούς της».
 
Πέρσα Κουμούτση
[ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, τεύχος 12, Μάιος 2015]

Το πάθος και η στωική του αναπαράσταση

Το ποίημα «Η φούγκα», ένα σπονδυλωτό, με διαδοχικά μέρη ποίημα του Στάθη Κουτσούνη (γ. 1959) που υποτίθεται ότι ακολουθεί την τυπική διαδοχή των μελών της σχετικής μουσικής σύνθεσης (πρελούδιο, επεισόδια και τέλος), ανοίγει με τις εξής εικόνες, οι οποίες θα έλεγα πως ακινητοποιούν το βλέμμα του αναγνώστη πάνω στην κορυφαία για τον ποιητή διαπίστωση: « Ποτάμι το σώμα/ κι ένας αόρατος φωτογράφος / τραβάει στιγμιότυπα της ροής» (σ. 13). Ανεξάρτητα από το ότι η διαπίστωση αυτή αποτελεί απάντηση στον υποθετικό διάλογο με τη φράση του Μάρκου Αυρηλίου, «Πάντα τα μεν του σώματος ποταμός», φράση που ο Κουτσούνης της έδωσε την περίοπτη θέση ενός αξιωματικού αποσπάσματος ή μιας προοιμιακής ειδοποίησης στην είσοδο της συλλογής του, θα έλεγα πως συγκεντρώνει (όπως θα δούμε και αμέσως έπειτα) τουλάχιστον δυο από τα ειδοποιά στοιχεία του στίγματός του: τη ζεύξη των εννοιών χρόνος και φθορά και το θέμα του διαρκώς μεταβαλλόμενου που αποτελεί μια από τις πάγιες, ηθικές βεβαιότητες του ποιητή. Στα Στιγμιότυπα  του σώματος, θα έλεγα ότι υπάρχουν αρκετά ποιήματα-παγίδες που μας ξεγελούν, καθώς μας κάνουν να πιστεύουμε ότι γράφτηκαν απλώς για να περιγράψουν τα καθέκαστα του ιδιωτικού βίου του. Ποιήματα τέτοια κατεξοχήν είναι τα ερωτικά ή πάντως τα σχετικά με το κορμί, καθώς νομίζω ότι εστιάζοντας στο σώμα ο Κουτσούνης  συχνότατα, αν όχι πάντα, μελετά άλλα πράγματα, όπως την αίσθηση του χρόνου, της φθοράς, του θανάτου. Στο ποίημα που ακολουθεί, τη «Γυάλα» (σ. 29), ένα ποίημα οντολογικού, κατεξοχήν στωικού στοχασμού, η φαντασία του προχωρά σε μια από τις πολλές της μεταθέσεις ή μεταμορφώσεις, αλληγορώντας όμως με προφανή στόχο να σχολιάσει την κατάσταση του σύγχρονου πολλαπλά εγκλωβισμένου ανθρώπου. Η ύπαρξη έχει περάσει εδώ στο σώμα ενός ψαριού της γυάλας που ο άλλος, έξω κόσμος που το περιβάλλει, μαζί με τη «φυλακή» του, είναι ο κόσμος του θανάτου του. Κολυμπά λοιπόν γιατί μόνο αυτό μπορεί να κάνει, αλλά γνωρίζει, ως ζωομορφική περσόνα του ποιητή, ότι το τέλος του, το σπάσιμο του γυαλιού, η ασφυξία και ο θάνατος, είναι προγραμμένα:
     κοιτάζω ολόγυρα/ ψάρι μεσ΄ από τη γυάλα// ο κόσμος έξω ακατανόητος/ ένα γυαλί το σύνορο/ και πως να ημερέψει το εύθραυστο/ όταν από παντού καραδοκούν / χέρια και πέτρες// μα εγώ ξεγελιέμαι/ στου νερού τη σιγουριά/ συνυπάρχοντας με τον άλλο κόσμο/ κι ας ξυπνάει εντός μου/ τον τρόμο του αέρα/ έτσι που μ΄ αγκαλιάζει απατηλά// απατηλά και σφιχτά /ολοένα και πιο σφιχτά/ που θα σπάσει εξάπαντος το γυαλί
     Μια αξιοπρόσεκτη μελέτη θανάτου. Και τη λέω αξιοπρόσεκτη για δυο λόγους. Τον ένα ευανάγνωστα εύλογο: διότι σ΄ αυτό το βιβλίο ορισμένα από τα ποιήματα του Κουτσούνη, έτσι κι αλλιώς αναφέρονται απευθείας στον θάνατο. «Το σφύριγμα της βάρκας μες στη νύχτα – Στα τρία» και «Τα κέρματα» (σ. 38-39)  αποτελούν έναν ζυγισμένα δραματικό, αλλά και με αναπαραστατική δεινότητα δίπτυχο διάλογο –ιδίως μάλιστα «Τα κέρματα» που είναι μια μορφή αρχαιογνωστικής νέκυιας, καθώς σ΄ αυτήν η περσόνα του ποιητή βλέπει τον νεκρό πατέρα να έχει ανυψωθεί αλλά να μη φεύγει, να ψάχνει τις τσέπες του όλος επιμονή,  να διαπιστώνει απελπισμένος ότι του σώθηκαν τα κέρματα, οι οβολοί για το πέρασμα της Αχερουσίας προς τον Άδη, και να ρωτάει τον γιο του αν έχει να του δώσει: «σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος/ να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του/ ώσπου θολωμένος/ με άδραξε απ΄ το μπράτσο// γιε μου μού σώθηκαν όλα/ μήπως σου βρίσκονται κέρματα για τα διόδια». Ο άλλος λόγος, λιγότερο ευανάγνωστος, βρίσκεται στο ότι  η ποίηση του Κουτσούνη, σ΄ αυτά τα διπλής όψεως ποιήματα, αισθησιακά και του θανάτου, δημιουργεί εκείνες τις απαραίτητες αποστάσεις στωικού στοχασμού, ώστε να μην αρκεστεί ο αναγνώστης στη συναισθηματική και μόνο επιφάνεια που δηλώνει το ποίημα, αλλά να προχωρήσει στα πιο κάτω του, στα υπόρρητα, στα έγκατά του. Κατ΄ αυτή την έννοια, στις στιγμές πάθους ή στις στιγμές τρυφερότητας, οι συνειρμοί της φαντασίας κάνουν τον ποιητή να παρομοιάζει το αγαπημένο ή το ερωτικό σώμα με λάσπη/χώμα, όπου κάποια στιγμή επιστρέφει η ύπαρξη. Στη «Σωματογραφία i» (σ. 15) διαβάζουμε: «χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι στη λάσπη», ενώ στον «Κύκλο» (σ. 41), ακόμα με μεγαλύτερη ενάργεια, η περσόνα του ποιητή αρχίζει και νιώθει τη νοσταλγία της επιστροφής στην ανυπαρξία με τον πιο ευφάνταστο, ίσως και καθ΄ υπερβολήν τρόπο. `Αλλοτε, η μικρή του κόρη έβαζε στην κοιλιά της τις κούκλες της, προσποιούμενη ότι είναι έγκυος. Τώρα που δεν παίζει πια με κούκλες, «η κόρη μου μεγάλωσε/ κι εγώ ομολογώ / στο απαλό το χώμα της κοιλιάς της/ λαχταρώ να χωθώ»...
Ασφαλώς λέω κάτι το απολύτως αυτονόητο, επισημαίνοντας ότι τη σύγχρονη ποίηση δεν γίνεται να τη διαβάζουμε μονότροπα. Ειδικότερα την ποίηση του Στάθη Κουτσούνη, ακόμα κι αυτήν που μας παρασύρει να την προσεγγίσουμε μονοσήμαντα, προσφέροντάς μας δήθεν τα κλειδιά της, νομίζω ότι πρέπει να την δούμε καλειδοσκοπικά, έτσι όπως σχηματίζεται και ανασχηματίζεται, με υδραργυρική αστάθεια. Στις καλύτερες στιγμές της, στα ποιήματα «Το πρώτο δώρο», «Η γυάλα», «Ο συνοδός», «Εν αναμονή», «Ο κώδικας» όπως και στο δίπτυχο για τον πατέρα, είναι ποίηση εν παραβολαίς, σκηνοθετεί με άλλα λόγια ένα συμβάν, ένα στιγμιότυπο, μια εικόνα, μιλώντας ουσιαστικά για κάτι άλλο πέραν του προφανούς. Στο ποίημα «Κώδωνας» (σ. 33) λ.χ., η περσόνα του ποιητή συσπειρώνεται στον εαυτό της, περιμένοντας να έρθει κάποιος ή κάτι. Ποιο είναι αυτό ή τι είναι αυτό; Ένα ερωτικό πρόσωπο που περιμένει με δέος και λαχτάρα; Ένα οικείο πρόσωπο; Κι αν είναι έτσι γιατί ο ποιητής λέει πως «περιμένει ανίδεος»; Μήπως είναι το προμήνυμα μιας επίσκεψης που η σημασία της είναι οριακή για τον άνθρωπο; Παραθέτω, κλείνοντας, ένα μεγαλύτερο τώρα απόσπασμα από το ποίημα «Εν αναμονή», μήπως και γίνει λιγότερο αινιγματικός ο χαρακτήρας του: «Από τώρα καλλωπίζομαι/ γιατί το ξέρω/ αιφνίδια θα έρθεις// [...] και πασχίζω ανά πάσα στιγμή/ να ΄μαι έτοιμος// να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου».
 
Αλέξης Ζήρας
[εφημερίδα Η Αυγή της Κυριακής – Αναγνώσεις, 3 Μαΐου 2015]

«Πάντα τα μεν του σώματος ποταμός», γράφει ο Μάρκος Αυρήλιος (Εις Εαυτόν, ΙΙ 17), φράση που επιλέγεται, αντί προμετωπίδας, για την έκτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, Στιγμιότυπα του σώματος, δίνοντας στον αναγνώστη εξαρχής μια αίσθηση για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ποιημάτων της.
O φόβος για τη μοναξιά του ποιήματος συναντά την ανησυχία για τον έρωτα, με το σώμα και την ποιητική σελίδα να βρίσκονται στις επάλξεις, το μεν για τον έρωτα, η δε για την απόσπαση των αναγνωστικών οπτικών: «...το ποίημα τρέμει/ μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες/ και μείνει αγέννητο// όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμά του/ λαχταρά το κορμί ο έρωτας» («Μεταφυσική»). Τα διψασμένα σώματα στις ποιητικές φιγούρες ποτίζονται από το νέκταρ των χυμών τους: «Τα δάχτυλά μου αλκοολικά/ μονορούφι το σώμα σου πίνουν» («Σωματογραφία i»).
Οι εποχές εναλλάσσονται, δίνοντας η μια τη σκυτάλη στην άλλη και οι βρεγμένες, απ' τον χειμώνα, λέξεις λούζονται τώρα την ανοιξιάτικη λιακάδα. «Ανοίγει ο καιρός// η μέρα χαράζει/ φρεσκοπλυμένο ασπρόρουχο/ τεντωμένο στο σκοινί» («Άνοιξη»). Το ποιητικό τοπίο συνθέτουν ατόφιες εικόνες, ζωντανές μεταφορές, παρομοιώσεις και γλαφυρές αναπαραστάσεις.
Με κυρίαρχο το μοτίβο του υγρού στοιχείου σε όλη την έκταση της συλλογής, καθένα από τα ποιήματα παρουσιάζει μια αυτοτέλεια, ενώ, την ίδια στιγμή, αθέατοι αρμοί σχηματίζουν μια μεταξύ τους εσωτερική συνομιλία. Η στάθμη του νερού ανεβοκατεβαίνει σαν το μπρος-πίσω στη φυλλομέτρηση της συλλογής, αναζητώντας το συμπληρωματικό ή αντιθετικό στοιχείο, τις εναλλακτικές όψεις της ποιητικής υπόστασης, για την ανάδυση των οποίων ο ποιητής συχνά επιφυλάσσεται. Η πυκνότητα της γραφής και η αρτιότητα των νοημάτων προκύπτουν αφαιρετικά, θέτοντας στο μικροσκόπιο των πράξεων μια μάχη για την επικράτηση του ισχυρότερου: «...κι έρχεται αίφνης η στιγμή/ που βουλιάζεις βαρύς/ στη λάσπη του αθροίσματος» («Αριθμητική – Η πρόσθεση»), «...καθώς ο αφαιρετέος/ αυξάνει καθημερινά/ πλησιάζοντας την άγνωστη/ τιμή του μειωτέου/ η διαφορά καλπάζει στο μηδέν// που ξάφνου σε γραπώνει στη θηλιά του» (Αριθμητική – Η αφαίρεση»).
Στη μακροσκοπική θέαση του ποιητικού συλλογισμού, από την άλλη, ο αγώνας δίνεται με τις νίκες και τις ήττες να μάχονται, στην προσπάθεια των ηρώων να αντιληφθούν τη ρευστότητα του κόσμου που τους περιβάλλει: «...ο κόσμος έξω ακατανόητος/ ένα γυαλί το σύνορο/ και πώς να ημερέψει το εύθραυστο/ όταν από παντού καραδοκούν/ χέρια και πέτρες» («Η γυάλα»). Έτσι, προκύπτει ποίηση της σφυγμομέτρησης, καλπάζουσα και εναγώνια, που σφίγγει το στομάχι: «...τότε αντίκρισα την κραυγή/ απ' της γυναίκας την κοιλιά/ να κόβει φέτες/ το φως και την ψυχή μου» («Η τρύπα»), ενώ η αυτοψία της ποιητικής πένας θέλει τις αισθήσεις να στήνουν καρτέρι στην εγκαρτέρηση ενός υγρού καταφυγίου: «...μα σε τούτο το μέρος/ δεν είχε πηγές ν' απαγκιάζεις» («Χειμώνας»).
Ο στίχος, χαμηλόφωνος και δωρικός, κυλά κι αυτός αβίαστα, με τον αναγνώστη να παραδίνεται στην εκάστοτε στάθμη των ποιητικών ρευμάτων, όπου η στίξη εκτοπίζεται, για να μπορούν τα στιγμιότυπα του Κουτσούνη να ρέουν έξω από φυλακές και καλλωπισμούς. Η σαρωτική γραφή του εξοβελίζει την αυστηρότητα και στην έκταση ή την αυτοτέλεια, με την παρουσία μικρών θεματικών, όπως οι Σωματογραφίες ή η Αριθμητική (την οποία συναποτελούν η «Πρόσθεση» και η «Αφαίρεση»).
Η γέννηση και ο θάνατος ανθρώπων, εποχών και στιγμών παρελαύνουν καθ' όλη την ποιητική συλλογή σχηματίζοντας μια κυκλικότητα, στη διάμετρο της οποίας φλερτάρουν διαφορετικές εκφάνσεις του έρωτα, αποδίδοντας με χαρακτική συμμετρία την ποιητική του σώματος. Τα κορμιά των ηρώων μυρίζουν αναβλύζουσες και καθάριες οσμές, ενώ η σωματογραφία τους άλλοτε ντύνεται τ' ασπρόρουχα, κάποτε τις μαύρες δαντέλες.
Ο ποιητής, μέσα από τις υπαρξιακές αναζητήσεις του, γράφει για τον έρωτα ιδωμένο από τις τέσσερις εποχές, τη νεότητα και το γήρας, την ακμή και την παρακμή του. Αθέατα, σχεδόν ανεπαίσθητα, ο αναγνώστης μεταφέρεται στα εκάστοτε περάσματα από το σκοτάδι στο φως, αναπολώντας, μελαγχολικά, παρελθούσες εποχές σε μια στοχαστική ενατένιση των αντανακλάσεων του χρόνου: «...κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη/ και δοκιμάζει άπληστα/ ψηλοτάκουνη γόβα τη ματαιότητα» («Ψηλοτάκουνη γόβα»).
Ίσκιοι, είδωλα και αντικατοπτρισμοί συμπληρώνουν την ποιητική έμπνευση, με στίχους από τους οποίους αναβλύζουν πτυχές του ανθρώπινου φόβου, θέτοντας το σώμα ξανά στο επίκεντρο του προβληματισμού. «...ένας ίσκιος είμαι/ κι ο ίσκιος στο χώμα// το σώμα μου» (Ο συνοδός»), «...να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου» («Εν αναμονή»). Δίπολα, δοσμένα με ενάργεια και μαεστρία, εγείρουν αισθήσεις προσμονής και ματαιότητας, αρχής και τέλους, βιωμάτων και νοσταλγίας τους, στην αέναη ροή του χωροχρόνου που τα περιβάλλει: «Η αιωνιότητα με ζαλίζει// μες στης φθοράς την αγκαλιά/ μ' ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω» («Ουτοπία»).
Τα Στιγμιότυπα του σώματος συνιστούν ένα πεδίο αυτοψίας, αποσπώντας αβίαστα το «ναι» της ερμηνευτικής του αναγνωστικού κοινού, με μοτίβα εγκιβωτισμένα στο σώμα, που, όμως, δεν φυλακίζονται: «σαν ένα φιλμ/ που πήρε απροσδόκητα φως» («Η φούγκα – Το τέλος»). Αυτοεξόριστος στη διαρκώς αναβλύζουσα πηγή του σώματος, ο ποιητής γίνεται βιωματικός συλλέκτης στιγμών, που με το γλωσσικό του τάλαντο μετουσιώνει τη μούσα του έρωτα σε σμιλεμένη γραφή, συνθέτοντας την εν λόγω συλλογή ως μια πραγματική μαρτυρία.
Δώρα Τσιλιπάνου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, 6 Μαΐου 2015]

Από την πρώτη κιόλας ποιητική σελίδα, σαν προοίμιο και σαν σύνοψη, …: αγωνία για την ποίηση, αγωνία για τον έρωτα του κορμιού, αγωνία για τον χρόνο-δρόμο που τα καταπίνει όλα.
Ναι. Η σελίδα (η ταυτολογία του δημιουργού) αγωνιά για την πένα, ήτοι για τη γραφή, σαν γυναίκα ερεθισμένη/ για τη στύση του εραστή της. Το ποίημα τρέμει να μη μείνει αγέννητο και μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες, διότι η ποιητική διαδικασία πολύτιμη για την κοινοποίηση των εσωτερικών συναισθηματικών διεργασιών και σκέψεων. Διότι κανείς είναι δυνατόν –και σύμφωνα πάντα με τον Στάθη Κουτσούνη– στο ποίημα να κλείσει τη μοναξιά του, για να συναντηθεί απερίσπαστος με το διπλανό σώμα. Ωστόσο η εμμονή του με την ποιητική διαδικασία (με την οποία έχει ασχοληθεί και σε προηγούμενες συλλογές του, (βλέπε π.χ. την Τρομοκρατία της ομορφιάς) υποχωρεί αρκετά σε αυτή τη συλλογή, για να προβάλλουν πιο άμεσα οι υπόλοιπες αγωνίες - εμμονές του: το κορμί και ο έρωτας, ο χρόνος και ο θάνατος.
Το κορμί το ερωτικό, αλλά και το κορμί της φθοράς. Το κορμί ζύμη στα χέρια του εραστή, το δέρμα μαγνήτης της αφής που σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλα, το κορμί που χώνεται στο άλλο σώμα, όπως το χέλι μες στη λάσπητο σφαγείο του ντεκολτέ, το αιδοίο που καπνίζει καψούλι που έσκασε στο χέρι, τα σκέλια που ανάμεσά τους ανάσαινε ένα ξανθό σκοτάδι, ένας αισθησιασμός διαρκής που χρωματίζει τις σελίδες. Δεν μπορεί να είναι αλλιώς για κάποιον που, όταν τον πήρε μικρό η μαμή μαζί της και τον ξέχασε σε μιας κάμαρας την άκρη –όπως στ’ αλήθεια ή κατ’ οικονομίαν της μυθοπλασίας του μας αφηγείται ο ποιητής– είδε τη μαύρη τρύπα/ αρχή και τέλος. Μήπως έχομε –αναρωτιέμαι– μπροστά μας εδώ κάποιο ποιητικό αντίστοιχο του γνωστού πίνακα του Γκυστάβ Κουρμπέ «Η προέλευση του κόσμου» με την άκρως νατουραλιστική απεικόνιση ενός γυναικείου αιδοίου, που αναδεικνύει άμεσα το όργανο της γέννησης, αλλά ταυτοχρόνως το κατ’ εξοχήν όργανο και της ηδονής; Εστία ωδίνων την ώρα του τοκετού, αλλά και –άλλοτε– πηγή της απόλαυσης. Θα διακινδύνευα όμως και μια άλλη ερμηνεία. (Άλλωστε με συνδράμει στον πρόλογό του για το πορτραίτο του Dorian Gray ο Όσκαρ Ουάιλντ, σημειώνοντας ότι: «εκείνοι που διαβάζουν το σύμβολο το κάνουν με δική τους ευθύνη».) Μήπως δηλ. η κραυγή που αντικρίζει ο ποιητής απ’ της γυναίκας την κοιλιά (με την επί τόπου παρουσία της μαμής – έμπνευσης), δεν είναι παρά η επαφή με το ερωτικό αλλά και οδυνόμενο γεννοβόλο σώμα της ποιήσεως. Ακόμα και στο ποίημα «Το πρώτο δώρο» θα έλεγα ότι η γατούλα που χαρίζεται στο νεογέννητο, σαν με υποχρέωση ισόβιου δεσμού, δεν είναι κάτι άλλο από το ποιητικό χάρισμα, με τον κάποτε θωπευτικό και κάποτε αιχμηρό του χαρακτήρα.
Αλλά, παράλληλα με το ερωτικό σώμα υπάρχει και το χώμα που ρουφάει τους χυμούς, το σώμα ολοκαύτωμα, το τρύπιο σώμα μες στης φθοράς την αγκαλιά, το σώμα που υποφέρει κι αναλίσκεται, ώσπου η παρουσία του να είναι απλώς ένας ήσκιος. Διότι, ό,τι κι αν προσθέσει κανείς, στο τέλος βαρύς βουλιάζει στη λάσπη του αθροίσματος. Επειδή –σαν προφανείς αλληγορίες– τα δέντρα ξεσαλώνουν μόνα τους στο δάσος/ μέχρι να φτάσει ο ξυλοκόπος, στη θέα ενός –για εκπαιδευτικές ανάγκες– σκελετού κάποιοι διακρίνουν στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους, τα σφάγια νιώθουν την παγερή τη λάμα του χασάπη, η ματαιότητα, ακόμα και σαν ψηλοτάκουνη γόβα, καραδοκεί και τελικά θα σπάσει εξάπαντος το γυαλί. Ή τα δυο ποιήματα που αναφέρονται απ’ ευθείας στο θάνατο του πατέρα. Έτσι είναι. Πρέπει κανείς να είναι έτοιμος να προσαρμοστεί ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα, διότι με λόγια πιο σταράτα και κατά την αρχαία ρήση: “θανέειν πέπρωται άπασι”. Αυτό φαίνεται να έχει κατά νουν ο Κουτσούνης και σαν αντίδοτο προβάλλει την άκρατη ερωτική επιθυμία, τον παλμό της σάρκας που προσπαθεί να αλιεύσει όση αιωνιότητα μπορεί, πριν να είναι πια πολύ αργά. Διότι και το moto που έχει τοποθετήσει στην αρχή της συλλογής του, που είναι η φράση του Μάρκου Αυρήλιου από το βιβλίο του Τα εις εαυτόν, δηλ. το «πάντα τα μεν του σώματος ποταμός», έχει ως αρχή του αντίστοιχου χωρίου τη σκέψη «της ανθρώπινης ζωής η διάρκεια είναι μόνο μια στιγμή», ωστόσο το τέλος της –κατά τη σκέψη και πάλι του στοχαστή αυτού– είναι ένα φυσικό γεγονός, το οποίο ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να αποδέχεται, ζώντας μια μετριοπαθή ζωή χωρίς υπέρμετρη ηδονή και πόνο. Ο Κουτσούνης –θεωρώ όμως– με έκδηλη αγωνία μπρος στο γεγονός σε σχέση με τον Αυρήλιο (να καθρεφτίσω τον τρόμο μου δεν μας λέει κάπου; ή το μηδέν σε γραπώνει στη θηλιά του, ή όσο περνάει ο καιρός/ αγοράζεις ζόφο αφειδώς), δηλώνει έτοιμος να δρέψει την ηδονή που του αναλογεί. Τα ημίμετρα δεν αρκούν. Ώστε: Θέλω πάντα να με κοιτάζεις/ σαν λύκαινα που επέζησε/ μονάχη στον χιονιά για βδομάδες/ και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη. Έτσι είναι η ιδανική ερωτική σύντροφος. Η γυναίκα (ή η σειρά γυναικών) που πάντα τον κινητοποιεί και τον μεταβάλλει: δεν είμαι εκείνος που ήμουν/ ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι// πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα/ μ’ ακουμπάει με το ραβδί της. Και το σώμα λοιπόν –στις διάφορες στάσεις και θέσεις του– είναι ένα ποτάμι εναλλαγών που κάποιος αόρατος φωτογράφος τραβάει τα στιγμιότυπά του, για να δικαιολογηθεί έτσι και ο τίτλος της συλλογής.
Κατά τα άλλα, όχι πολυλογίες, όχι εκζήτηση, οι λέξεις είναι στις σωστές θέσεις, τίποτα δεν περισσεύει. H οικονομία του και η διάθεση αμεσότητας τον οδηγεί σε πολλά ποιήματα σε φόρμες επιγραμματικού χαρακτήρα με δυο, τρεις στίχους συνήθως το κάθε ένα («Χαϊκού» ονομάζει ο ίδιος κάποιο από αυτά, που συμβαίνει να έχει και τις αρμόζουσες συλλαβικές προϋποθέσεις) και τα οποία ενώνει κάτω από έναν σχετικό τίτλο. Στις «Σωματογραφίες» του –όπως τις τιτλοδοτεί– που αποτελούν τέτοιου είδους συναρθρώσεις, συναντάμε μερικές εξαιρετικές συντομογραφίες έκφρασης της επιθυμίας. Το σώμα λοιπόν με τα πάθη του. Και κοντά σ’ αυτό η αγωνία του αναπότρεπτου που επιμένει. Διατυπώνεται σχετικά συγκρατημένα σαν σύνολο, αναδυόμενη μέσα από την ερωτική έξαρση, αλλά είναι εμφανής.
 
Κυριακή Λυμπέρη
[ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, 7 Μαΐου 2015]

     Αυτή είναι η έκτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, που έχει ως προμετωπίδα τη φράση «όλα τα σχετικά με το σώμα ποταμός», από τον Μάρκο Αυρήλιο, Εἰς ἑαυτόν, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για το ποιητικό επίκεντρο της συλλογής, την ενδοσκόπηση του σώματος. Μια ενδοσκόπηση που θα διερευνήσει το σώμα ως γέννηση, ως έρωτα και ως φθορά, ως μέρος της φύσης και του σύμπαντος. Η ποιητική της σωματικότητας μελετάει το σώμα ως ύλη, ως συναίσθημα και πνευματικότητα, σε στιγμές ατομικές, που γίνονται ποιητικές ως μνήμη και ως κύκλος της ζωής, όπου υπολανθάνει ή οδηγείται η σκέψη στο ρητορικό ερώτημα «γιατί η φθορά».
     Οι στιγμές λειτουργούν ως χρόνος με τη ροή του, εντός των οποίων το υδάτινο σώμα ανθίζει και μαραίνεται. Βέβαια, στον αγώνα με τη ζωή νικητής είναι ο αγωνιζόμενος, που την καταξιώνει με ό,τι πράττει. Ο Στάθης Κουτσούνης πορεύεται από τα ορατά και τα έξω στα έσω, εκεί που παίζεται το νόημα της ζωής, της συνέχειας και της ύπαρξης.
     Στη συλλογή αυτή έχομε μια ποίηση αισθαντική και στοχαστική πάνω στη ζωή και την ύπαρξη, όπου το ποιητικό τοπίο είναι οικείο, αλλά εξακτινώνεται σε οικείες και ανοίκειες περιοχές. Έτσι, περνώντας από τον σωματικό έρωτα φτάνει στη φύση και στον πανδαμάτορα χρόνο, φιλοδοξεί να διερευνήσει το ρητό και το άρρητο, το υπαρξιακό. Ο ποιητής εμβαπτίζεται σε ένα άλλο σύμπαν σε αυτή την ποιητική συλλογή, στο υδάτινο και το σωματικό, στον αόρατο χρόνο, αλλά υπαρκτό, διότι αφήνει τα σημάδια του.
     Ο Κουτσούνης καταθέτει στο πρώτο του ποίημα, με τον  τίτλο «Μεταφυσική», την αγωνία της γραφής, που επαυξάνεται με τη μεταφορά και την παρομοίωση, με την ψυχοποίηση της σελίδας και του ποιήματος, με την παρουσία του δρόμου-χρόνου, που καταπίνει τα πάντα, που φθείρει τα πάντα, και του έρωτα, δύο στοιχείων που διαπερνούν τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, π. χ.
 
Αγωνιά η σελίδα για την πένα
σαν γυναίκα ερεθισμένη
για τη στύση του εραστή της
 
το ποίημα τρέμει
μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
και μείνει αγέννητο
 
όπως πουλί μαδημένο το φτέρωμά του
λαχταρά το κορμί ο έρωτας
 
κι ο δρόμος επιστρέφει λαίμαργος
ένα χείλος μακρύ καταπίνοντας ζώα
μηχανές και ποιήματα
 
     Η γέννηση ως υδάτινο ταξίδι, όπου άνθρωπος και φύση ταυτίζονται, η γέννηση ως κραυγή και ερχομός στον χειμώνα, όπου τοποθετείται και η γέννηση του ποιητή, δίνονται πολύ παραστατικά με ομιλούσες εικόνες, π. χ.
 
από πλημμύρα ερχόμουν
νερά σπασμένα που μ’ έβγαλαν έξω
και αντίκρισα χειμωνιάτικο φως
 
 
     Η γέννηση παρουσιάζεται ως έλευση από το σκοτάδι της μήτρας και, μετά από μια γήινη διαδρομή, ως επιστροφή στο σκοτάδι της γης (ο κύκλος γέννηση-ζωή, άνθιση-φθορά = θάνατος), π. χ. «είδα τη μαύρη τρύπα/ αρχή και τέλος», «σαν ένα φιλμ/ που πήρε απροσδόκητα φως». Ζωή, ξενιτιά, θάνατος φαίνεται να διαπερνούν και το ποίημα «Σπονδή», συμφύροντας το παραμυθικό στοιχείο με τον νόστο και τον θάνατο σε ξένη γη.
     Ενδιαφέρουσα είναι η απεικόνιση της ζωής και της γρήγορης ροής της μέσα από τον μουσικό όρο «φούγκα», όπου η ζωή φεύγει όπως και η ροή στο ποτάμι, ρυθμικά και συνεχόμενα. Η ζωή με τις ποικίλες εκφάνσεις της –γέννηση, αγώνας δημιουργίας, θάνατος– σκιαγραφεί τον δρομέα, που πορεύεται πιέζοντας προς το τέλος τον κύκλο της ζωής του, χωρίς να το συνειδητοποιεί ή να ακούει τη ροή της ζωής, που φεύγει ανεπαισθήτως ενώνοντας τα άκρα: αρχή και τέλος, όπως πολύ εύστοχα λέγεται ποιητικά με τη μεταφορική χρήση της γλώσσας, π. χ. «βαρήκοος δρομέας/ που χάνει τη μάχη στην εκκίνηση».
     Η γέννηση ως το πρώτο δώρο στο μητρικό σώμα, αλλά και ως διπλή γέννηση του ανθρώπου και του χρόνου δίνονται πολύ παραστατικά μέσα από τον παρατακτικό ρηματικό λόγο της δημοτικής ποίησης, π. χ. «ποτέ δεν σ’ αποχωριζόμουν/ σε έλουζα σε τάιζα/ σ’ έπαιζα και σε χάιδευα/ κι ας γρατζουνούσες τη σάρκα μου/ τα βινύλια τα βιβλία τα χαρτιά μου». Η συνύπαρξη του εγώ και εσύ «γεννηθήκαμε», όποιο και να είναι το «εσύ», μπορεί να οδηγήσει τη σκέψη του αναγνώστη στην ταύτιση του ανθρώπου και του ατομικού του βιωμένου χρόνου.  
     Ο έρωτας διαπερνά τη συλλογή ως συστατικό της ζωής, ως σχέση σωμάτων, ως μαγνήτης κυρίαρχος ανάμεσα στα δύο σώματα, ως απόλυτη ουσία, στοιχείο που αναδεικνύεται εξαίρετα με την ποιητική τέχνη του Στάθη Κουτσούνη, π. χ. «Το δέρμα σου μαγνήτης της αφής/ σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλά μου – Τα δάχτυλά μου αλκοολικά/ μονορούφι το σώμα σου πίνουν» («Σωματογραφία i»). Η συνέχεια του έρωτα και ερωτισμού δίνεται και στα ποιήματα «Σωματογραφία ii», «Δαντέλα», «Προπόνηση», «Σωματογραφία iii» και επαυξάνεται η έντασή του μέσα από τη χρήση της μεταφοράς και της παρομοίωσης, π. χ. «Σε ποθούσα παράφορα/ κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας/ εσώρουχα τείχη», «Θέλω πάντα να με κοιτάζεις/ σαν λύκαινα που επέζησε/ μοναχή στον χιονιά για βδομάδες/ και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη».
     Ο έρωτας είναι απόλυτος και μέσα από τον συνειρμό και τη μεταφορά οδηγεί τη σκέψη στη φθορά, καθώς οι τρύπες της δαντέλας κάνουν το κειμενικό υποκείμενο να ταξιδεύει με αστρονομική ταχύτητα μέσα στον χρόνο και να βλέπει τις τρύπες της δαντέλας ως τρύπιο σώμα, προσφάγι των γήινων ερπετών μετά τον θάνατο, όπου έρωτας και φθορά συμπαρασύρονται στο ταξίδι του χρόνου, π. χ. «μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια». Άλλωστε ο χρόνος και η επίδρασή του στο σώμα αποτελούν το επίκεντρο πολλών ποιημάτων, όπως «Το ραβδί», όπου η μυθική Κίρκη ως χρόνος παραμορφώνει το σώμα, «Ουτοπία», όπου φθορά και χρόνος ταυτίζονται, «μες στης φθοράς την αγκαλιά/ μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω». Άλλοτε η φθορά συνδηλώνεται μέσα από τον ίσκιο του ποιητικού υποκειμένου, που ξαφνικά αποκολλάται από το σώμα ως μια υπερρεαλιστική μεταφυσική ή ως την αρχαιότατη ρήση «σκιές ονείρων»,  π. χ.
 
 αλλά δεν έχω σώμα
 ένας ίσκιος είμαι
 κι ο ίσκιος στο χώμα
 
 το σώμα μου («Ο συνοδός», σελ. 31).
 
     Ο ποιητής με άκρως οικονομική γλώσσα συγκροτεί το ποιητικό του σύμπαν και υπαινίσσεται πολύ περισσότερα από όσα φανερώνει. Κυριαρχούν τα θέματα έρωτας-χρόνος-φθορά, και είναι σαν μια άρρητη δήλωση με αυτή τη συλλογή ο ποιητής να διαμαρτύρεται για τη φθορά ή και να θέλει να τη νικήσει. Μα νικιέται η φθορά και ο θάνατος μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος; Θετικά απαντάει ο Ελύτης, με τη γραφή νικιέται ο θάνατος, ενώ άλλοι μύστες της ποίησης ήδη από τα ομηρικά έπη και την τραγωδία καταθέτουν ότι ο θάνατος έχει σχέση με τη μοίρα, που δεν μπορεί κανένας να την επηρεάσει, ούτε ο Δίας δεν μπόρεσε να σώσει τον γιο του. Έτσι, το καταφύγιο της γραφής λυτρώνει ψυχολογικά τον δημιουργό ως αγώνας κατά του θανάτου. Σε τέτοια προαιώνια σκαλοπάτια ανεβοκατεβαίνει ο ποιητής σε αυτή τη συλλογή, αναζητώντας το άρρητο, αλλά ο Τειρεσίας δεν του αποκαλύπτει ακόμα το μυστικό του. Αυτό κρύβεται στα άδυτα της γλώσσας της ποίησης.
     Επίσης, σε κάποια ποιήματα παρατηρείται ότι ο θάνατος και η φθορά συνομιλούν με τη δημοτική μας παράδοση, όπου ζωντανοί και πεθαμένοι βαδίζουν μαζί και συνομιλούν ή παρουσιάζονται σαν σε όνειρο από μακριά, ανάλαφροι, να μετεωρίζονται στο κενό, όπως στα ποιήματα του δίπτυχου «Το σφύριγμα της βάρκας μες στη νύχτα»: «Στα τρία» και  «Τα κέρματα», π. χ. Ο πατέρας «αγναντεύει τα χρόνια του/ φορτηγά που σκούριασαν/ κολλημένα στην άμμο». Άλλοτε, ο πατέρας φεύγει στα τρία, δηλαδή στα δύο πόδια και με τα δύο χέρια στο ραβδί για στήριγμα ή είναι «ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό», ψάχνει τις τσέπες του και τελικά ζητάει από τον γιο κέρματα για το πέρασμα του Αχέροντα, π. χ. «γιε μου μού σώθηκαν όλα/ μήπως σού βρίσκονται κέρματα για τα διόδια».
     Διερευνάται, ακόμα, σε αυτή τη συλλογή και το σκωπτικό στοιχείο ως σαρκασμός για την ανθρώπινη φθορά, που ο «νήπιος» άνθρωπος δεν θέλει να τη σκέπτεται, γελώντας ως παιδί μπροστά στον φόβο και την αγωνία του σκεπτόμενου, όπως σχολιάζεται στους δύο μετεωρισμένους στίχους του πεζοποιήματος «Το είδωλο». Πρόκειται για μια ποιητική αφήγηση, όπου στο μάθημα ανθρωπολογίας ο μαθητής φοβάται να φέρει από το υπόγειο τον σκελετό, αλλά με την προοπτική του χρόνου σκελετός γίνεται ο ίδιος ο μαθητής και οι συμμαθητές του ξεκαρδίζονται στα γέλια. Ο ποιητής με τη συνοχή των λέξεων «φοβάμαι, σκελετός» και τη συνεκτικότητα των νοημάτων διανύει τον χρόνο και οδηγεί σε ταύτιση τον σκελετό ως μέσο και όργανο για το μάθημα ανθρωπολογίας με τον σκελετό του φοβισμένου μαθητή, καθώς με την προοπτική του χρόνου όλοι θα γίνουν απλοί σκελετοί. Έτσι και πάλι η φθορά πάει χέρι χέρι με τη ζωή, αλλά άλλοι το νιώθουν και άλλοι «νήπιοι» γελούν, διότι δεν βλέπουν το είδωλό τους στον καθρέφτη, π. χ.
 
είμαι άσαρκος κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβά-
μαι οι συμμαθητές μου ακόμα γελάνε
 
αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους (σελ. 16)
 
     Συνεπώς, χρόνος και φθορά είναι δίδυμα αδέρφια, που αρχίζει το έργο τους αμέσως από τη στιγμή της γέννησης. Γι’ αυτό ο ποιητής είναι πάντα έτοιμος από καιρό, γιατί όπως αιφνίδια έρχεται ο έρωτας έτσι αναπάντεχα έρχεται και ο χάρος («Εν αναμονή»). Το αναπάντεχο του θανάτου δίνεται υπέροχα στο ποίημα «Δέντρα», που χαίρονται ως ατίθασα παιδιά «μέχρι να φτάσει ο ξυλοκόπος» ή ως αδέσποτα σκυλιά «ώσπου να έρθει μπόγιας ο ξυλοκόπος». Ακόμα και η ανώνυμη οικιακή βοηθός δοκιμάζει κρυφά ό,τι ορέγεται, όταν απουσιάζει η κυρία, στοιχείο που παραπέμπει στις Δούλες του Ζενέ. Βέβαια, το σώμα και η έλλειψη σε κάτι ζητάνε αναπλήρωση, η στέρηση απαιτεί κορεσμό έστω και κρυφά, τόσο απλά και ανθρώπινα δίνεται η ανθρώπινη ματιά σε όλα τα πλάσματα από τον ποιητή, μόνο που αυτή η προσωρινή χαρά είναι ταυτόσημη με τη ματαιότητα, γιατί χαρά και θλίψη, χαρά και λύπη ως χαρμολύπη συνυπάρχουν ως κραυγή της γέννησης και  του έρωτα, αλλά και ως στεναγμός θανάτου, π. χ.
 
κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη
και δοκιμάζει άπληστα
ψηλοτάκουνη γόβα τη ματαιότητα
 
     Είναι άξιο προσοχής ότι ενυπάρχουν στη συλλογή του έρωτα και της φθοράς και ποιήματα με κοινωνικό στίγμα, όπως «Επαρχία», «Η γυάλα», «Κλίμακα», «Το πένθος», «Αριθμητική», π. χ. «γεροντοκόρη με ωραίες ρυτίδες/ κι ένα σωρό εξώγαμα/ στων άστεων τα κάτοπτρα χτενίζεται/ και περιμένει αλλοπαρμένη τον γαμπρό/ πίσω από τις νταλίκες/ […]// κι όταν την πιάνει απελπισία/ δαιμονισμένη όρνιθα/ τινάζοντας από πάνω της ψείρες/ τα παιδιά της».
     Ο πανδαμάτωρ χρόνος και η σχέση του με τη ζωή ως ύπαρξη και ως φθορά διαπερνούν πολλά ποιήματα, που ίσως προβάλλουν ποιητικά την αγωνία του ποιητή για το επέκεινα ή τη διαμαρτυρία του για τη φθορά, π. χ.
«παλεύω με τον χρόνο/ όταν σ’ ακούω να έρχεσαι»,
«ετοιμάζομαι σύγκορμος  να προσαρμοστώ/ ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα»,
«όσο πάει κι απομακρύνεται/ […]/ ο πατέρας»,
«όσο γερνάω μικραίνω».
     Αξίζει να προστεθεί ότι η ποίηση του Κουτσούνη είναι καλοδουλεμένη, συχνά ολιγόστιχη, στοχαστική. Ο ποιητής χειρίζεται άριστα την ελληνική γλώσσα, που τη μεταπλάθει σε ποιητική, χωρίς εκζητήσεις λεκτικές, αλλά με τη μεστότητα της καθημερινής έκφρασης και τη διείσδυση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Η ποίηση αυτή δεν έχει στίξη και μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή δεν ενισχύει ο ποιητής τον ποιητικό λόγο του με σήματα οπτικά και γραφολογικά. Απλά το πρώτο γράμμα των ποιημάτων γράφεται πιο μεγάλο γραφηματικά, αλλά όχι κεφαλαίο. Η παρουσία στη σελίδα του ποιήματος είναι απλή και οικεία, καθώς ο ποιητής  αναζητάει τον αναγνώστη που θα ψηλαφίσει το συνδηλούμενο κάτω από το ποιητικό κείμενο, για να κατανοήσει και να συγκροτήσει  τη δική του πρόσληψη. 
     Γενικά, το ποιητικό σύμπαν του Στάθη Κουτσούνη αναδεικνύει αγωνίες και επιθυμίες, όψεις και φωτοσκιάσεις της ζωής και του κύκλου της, του χρόνου, που αφήνει τα αποτυπώματά του στα σώματα και στη φύση, για να κατανοηθούν όλα ως όψεις του ιδίου νομίσματος της ζωής και του θανάτου, της σχετικότητας του ανθρώπινου χρόνου, αλλά και του μυστηρίου του έρωτα και της γέννησης, όλα ως στοιχεία του συμπαντικού γίγνεσθαι.
 
 
Χριστίνα Αργυροπούλου
[περιοδικό Φιλολογική, τεύχος 132, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015, σελ. 76-78]

«Σώμα θυμήσου»
 
Έχω παρακολουθήσει την ποιητική πορεία του ποιητή Στάθη Κουτσούνη και ως πρώτα συμπεράσματα της εξελικτικής διαδρομής του, με τη συμπερίληψη σ’ αυτήν της ποιητικής συλλογής που υποδεχόμαστε σήμερα, θα διαπίστωνα αρχικά την επικέντρωση σε μια καθαρά περιγεγραμμένη θεματική, η οποία δεν έχει απλώς πολλές πτυχές, αλλά διακρίνεται για το διεισδυτικό εύρος και την ανάδειξη των σχέσεων των επιμέρους. Ως δεύτερο θα επεσήμανα την εμφανή, κατά τη γνώμη μου, απομάκρυνση του ποιητή από την υπερρεαλιστική γραφή και την εμπέδωση ενός ακριβούς και εύκολα προσβάσιμου λόγου, βοηθητικού, νομίζω, στην αποκωδικοποίηση της κρυπτικότητας που τον διακρίνει, και κυρίως της υπαινικτικότητάς του. Δεν συγκρίνω ούτε πολύ περισσότερο θέλω να δείξω προτιμήσεις, απλώς διαπιστώνω μια νέα φάση στην ποιητική γραφή του, που ακολουθεί επί της ουσίας τις ποιητικές επιλογές του, εμπλουτίζοντάς τες με νέους τρόπους, γεγονός ανανεωτικό και ασφαλώς θετικό.
     Μιλώντας πιο εξειδικευμένα, εξετάζοντας δηλαδή τα Στιγμιότυπα του σώματος, θα ήθελα να προβώ σε μια ακόμη παρατήρηση, η οποία ωστόσο συνάπτεται λογικά με τα προηγούμενα. Ο ποιητής αρχίζει και διαισθάνεται, αν δεν την βιώνει ήδη, στις πρώτες αρχές της, την απειλητική παρουσία της απώλειας, τη φθορά, την αίσθηση ενός ασαφούς αλλά υποφώσκοντος τέλους. Υπό την έννοια αυτή θεωρώ ότι η υπαρξιακή μεταβολή που διαπερνά τους στίχους του, επιφέρει και αρκετή αλλαγή στη μορφή των ποιημάτων του, στη σαφέστερη διατύπωση των νοημάτων του και συνακόλουθα στη γλώσσα του.
     Η επιλογή ως κεντρικού θέματος του σώματος φαίνεται εξαιρετικά προσφυής, μια και το όχημα αυτό του επίγειου βίου μας ενέχει όλες τις φάσεις της ύπαρξής μας. Λειτουργεί δηλαδή ως τεκμήριο της ακμής και της ωριμότητας, ως πηγή ερωτική, ως φορέας μνήμης, αλλά και ως απόδειξη της σταδιακής φθοράς και παρακμής. Μάλιστα, η ιδιαιτερότητά του ως απολύτως μοναδικού και προσωπικού σκεύους το ταυτίζει με τον ψυχισμό μας, με την ιστορία μας, με όλες τις φάσεις και εκφάνσεις της ζωής μας.
     Το κέντρο, επομένως, της συλλογής επιτρέπει πολύμορφες εξακτινώσεις και συμπερίληψη όχι μόνο σωματικών αλλά και πνευματικών ιδιοτήτων και ποικίλων συναισθημάτων, με κυριότερο, όπως πιστεύω, την αγωνία του ώριμου και περίφροντι ποιητή για τις τύχες του ανθρώπου. Αυτή τη ροή, με την αβέβαιη απορροή, μας υποβάλλει και το μότο από τον φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο και τα περισπούδαστα Εις εαυτόν, που δικαιώνει τις παραπάνω θέσεις μου, αποδεικνύοντας τον προβληματισμό του ποιητή, πρόσθετο δείγμα και αυτό της αρχόμενης υπαρξιακής του περιπέτειας, της αλλαγής πλεύσης, όπως άφησα από την αρχή ήδη να εννοηθεί. «Πάντα τα του σώματος ποταμός» και όπως ο ποταμός στις πηγές είναι μικρός, αυξάνει, αρδεύει, ρέει και εκβάλλει στο απέραντο κενό, στο ασύλληπτο αλλού, έτσι συμβαίνει και με το σώμα. «Του ανθρωπίνου βίου ο μεν χρόνος, στιγμή η δε ουσία, ρέουσα η δε αίσθησις αμυδρά». Με τις έντονες υπομνήσεις της παροδικότητας αρχίζει ο Μάρκος Αυρήλιος το ίδιο χωρίο, το τέλος του οποίου επέλεξε ο Κουτσούνης, ως κεντρικό νόημα της συλλογής, αυθερμηνευόμενος εν προκειμένω, δείχνοντας την άνοδο και την πτώση, την αρχή και το τέλος, με σύμβολο και πεδίο εφαρμογής το σώμα.
     Αυτά, λοιπόν, χαιρετίζω σαν νέο στέρεο βήμα της πορείας του Στάθη Κουτσούνη που ικανοποιούν για την ανελικτική του θεώρηση και τη μεταφυσική του αγωνία, όπως γράφει στο ομώνυμο προοιμιακό ποίημα, που συνάμα λειτουργεί και ως σύνθεμα ποιητικής, ως προεξαγγελτικό κείμενο της συλλογής (σ. 9):
 
Αγωνιά η σελίδα για την πένα
σαν γυναίκα ερεθισμένη
για τη στύση του εραστή της
 
το ποίημα τρέμει
μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
και μείνει αγέννητο
 
     Τρεις είναι οι σταθμοί των σωμάτων του Κουτσούνη, οι τρεις κρίσιμες φάσεις της ζωής: η γέννηση, με την αβεβαιότητα και τον εντυπωσιασμό του αντικρίσματος του κόσμου, η αναπαραγωγή, με την υπεροψία και την επιβεβαίωση του έρωτα, και η παρακμή, με τον αμείλικτο φόβο του τέλους. Ο ποιητής, με ανάλογη γλώσσα, ύφος και ψυχική διάθεση, αποτυπώνει τα ψυχολογικά σημάδια κάθε σταθμού ταξιδεύοντάς μας στην ιστορία του περιορισμένου βίου του ανθρώπου, στην προσωπική ιστορία τη δική μας· και αυτό, λόγω ακριβώς της ευρύτητας του ενδιαφέροντος που προκαλεί, αποτελεί επιβεβαίωση της επιτυχούς σύνθεσης, παρά τις τεχνικές και ειδολογικές διαφορές και παρά το ανομοιογενές της έκτασης, που έχουν τα επί μέρους ποιήματα. Ίσως μάλιστα, αυτή η μορφική πολυτυπία να συνάδει με τις πολλές μεταμορφώσεις του σώματος και των επιπτώσεων που επιφέρει στην ιδιοσυστασία του ανθρώπου ως όλου, όπως αφήνει να φανεί στο «Ραβδί», το μαγικό ραβδί του χρόνου (σ. 22):
 
Δεν είμαι εκείνος που ήμουν
ούτε και θα 'μαι αυτός που είμαι
 
πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα
μ’ ακουμπάει με το ραβδί της
 
     Θα διαβάσω προς τεκμηρίωση όσων προανέφερα τμήματα από τρία ποιήματα, που εκπροσωπούν τις τρεις φάσεις της ανθρώπινης διαδρομής, με πολλά στοιχεία προσωπικά, εντέχνως τοποθετημένα. Αρχικά η γέννηση και γένεση, η έξοδος από το μαύρο με φορά προς το άλλο μαύρο, όπως πολύ παραστατικά το αποδίδει ως μαύρες τρύπες ο ποιητής, η δεύτερη των οποίων αντλημένη από τη σύγχρονη ορολογία της Φυσικής καθολικεύει με επιστημονικό κύρος τη μαύρη τρύπα της επίσης φυσικής μας προέλευσης («Η τρύπα», σ. 12):
 
Μικρόν κι ανίδεο
με πήρε η μαμή μαζί της
και με ξέχασε στης κάμαρας την άκρη
 
τότε αντίκρισα την κραυγή
απ' της γυναίκας την κοιλιά
να κόβει φέτες
το φως και την ψυχή μου
 
και μόλις άνοιξα τα μάτια
[…]
 
είδα τη μαύρη τρύπα
αρχή και τέλος
 
     Αυτή η εικόνα θα τον ακολουθεί, η ροή του χρόνου θα λειτουργεί σύμφυτα με τις κινήσεις του σώματος και η μαύρη οπή θα ασκεί την ερωτική της μαγεία, τη μέθη της ανέμελης ροής του χρόνου, αφού όπως λέει ο ποιητής, στο «Πρελούδιο» από τη «Φούγκα» του (σ. 13), Ποτάμι το σώμα / κι ένας αόρατος φωτογράφος / τραβάει στιγμιότυπα της ροής.
     Λίγα στιγμιαία συνθέματα από τη «Σωματογραφία i» αποτελούν μικρό δείγμα από το ακριβό ποιητικό μετάλλευμα του ποιητή, από τη δεύτερη φάση, από την ερωτική εποχή του Κρόνου (σ. 15):
 
Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη
φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους
 
Σε κάθε τρύπα
καρτέρι μου στήνουν οι μέλισσες
 
Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου
όπως το χέλι μες στη λάσπη
 
     Η εξαίσια αυτή πανδαισία της μέσης εποχής διαταράσσεται ενίοτε· όσο το ποτάμι κυλά προς τη θάλασσα, προς το αχανές και αδιάγνωστο, ο ποιητής αισθάνεται το αδιέξοδο ή μάλλον τη σκοτεινή έξοδο («Ουτοπία», σ. 23):
 
Η αιωνιότητα με ζαλίζει
 
μες στης φθοράς την αγκαλιά                                           
μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω
    
Ο Στάθης Κουτσούνης είναι εμφανές ότι στα Στιγμιότυπα του σώματος παλεύει με τον χρόνο και προσώρας ανθίσταται. Όμως έχει πλήρη συνείδηση ότι η άνοιξη και το καλοκαίρι παρήλθαν, ότι τα φύλλα πέφτουν, ότι βρίσκεται στο φθινόπωρο. Εξάλλου στο ομώνυμο ποίημα (σ. 34) το εξομολογείται εν κατακλείδι:
 
ετοιμάζομαι σύγκορμος να προσαρμοστώ
ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα
 
     Θα κλείσω με τη «Βολίδα» (σ. 42), ένα αμφίσημο, υποθέτω σκόπιμα, ποίημα. Κάτι ανάμεσα στην έκσταση της ολοκλήρωσης και στην αποκάλυψη του μεγάλου πυρός, η φράση είναι του ποιητή, που θεωρώ ότι σημαίνει τη μετάσταση στο εκείσε, αν κρίνω από το χρησμώδες, το ακατάληπτο και το μυστηριακό του ύφους:
 
Για σένα δεν ξέρω το παραμικρό                        
                  
αυτοί που σε αντίκρισαν                                                       
δεν μπόρεσαν ποτέ να πούνε κάτι
η μορφή σου ακατάληπτη
θάμπωνε πάντοτε σε μάτια σαστισμένα                              
κανείς δεν την εμπέδωσε       
                                               
ωστόσο                                              
όσο και αν μ’ εξουθενώνει
με ερεθίζει η συνάντηση μαζί σου                                                    
κι ας είναι βέβαιο                                           
πως τίποτα στο τέλος δεν θα μάθω
 
δεν θα προλάβω να νίψω το βλέμμα μου                             
τα αισθητήριά μου θ’ αδρανήσουν                       
στο αναπάντεχο των σπασμών                                   
η ψυχή αφηρημένη                                                    
και το σώμα μου ολοκαύτωμα                                             
καθώς θα βουλιάζω βολίδα                                                  
στης αποκάλυψης το μέγα πυρ
 
Θεοδόσης Πυλαρινός
[περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 156-157, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2015, σελ. 307-309]

Η γραφή και το σώμα
 
Κάτω απ’ τον αφαλό / ιστός με πανιά νευρικά / γυρεύοντας άνεμο /// Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη / φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους /// Σε κάθε τρύπα / καρτέρι μού στήνουν οι μέλισσες /// Το δέρμα σου μαγνήτης της αφής / σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλά μου /// Τα δάχτυλά μου αλκοολικά / μονορούφι το σώμα σου πίνουν /// Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου / όπως το χέλι μες στη λάσπη («Σωματογραφία i»)
     Η συλλογή του Στάθη Κουτσούνη Στιγμιότυπα του σώματος συγκροτείται από ποιήματα με αυξημένη και ποιήματα με μειωμένη συνεκτικότητα. Τα δεύτερα συναντώνται χωρισμένα σε μικρές, φαινομενικά αυτονομημένες ενότητες. Θεματολογικά οι συνθέσεις στο σύνολό τους μπορούν να αντιμετωπισθούν ως μια αλληγορία για τον ρέοντα χρόνο, που παρασύρει το σώμα από το σημείο της δημιουργίας του προς την ακμή και από εκεί μέχρι τον αφανισμό του –διαπίστωση στην οποία παραπέμπει και η προμετωπίδα του βιβλίου, η φράση του Μάρκου Αυρηλίου «πάντα τα μεν του σώματος ποταμός»– με συνέπεια εδώ, μέσω μιας φιλοσοφημένης και εν τέλει τραγικά πανανθρώπινης επίγνωσης, να συμπλέκονται σχεδόν μόνιμα ο έρωτας με τη φθορά, να επανέρχεται δηλαδή ολοένα το μοτίβο του etinArcadiaego, όπως το επεξεργάζεται στον ομώνυμο πίνακά του ο GiovanniFrancescoBarbieri. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο το ανθρώπινο σώμα συσχετίζεται άμεσα ή υπόρρητα με ζώα και με δέντρα, ιδιαίτερα με τα τελευταία. Ο γενικός μαρασμός συνιστά τον κοινό παρονομαστή αυτής της συσχέτισης. Από την παρασυρτική, γραμμική πορεία του χρόνου διασώζονται, καθώς υποδηλώνει ο Στάθης Κουτσούνης, μόνο τα υπερχρονικά αποσπάσματα του λόγου, τα ποιήματα που αντικαθιστούν τις στιγμές.
     Η πιο δύσκολη απόπειρα είναι να μιλήσεις για το σώμα, αφού πρόκειται για τη βασική αντίφαση την οποία βιώνει ο άνθρωπος: την ασυμβατότητα ανάμεσα στο σώμα του που τον ενώνει με τα πράγματα και στη γλώσσα του που, μετατρέποντάς τα σε περιγραφές και αφηγήσεις, τον αποστασιοποιεί από αυτά. Η αντίφαση προέρχεται από το πρωταρχικό αντιθετικό ζεύγος, όπως παρατηρεί ο JacquesDerrida, του «έξω» και του «μέσα», την αντιδιαστολή του κόσμου προς το ιδεατό ανθρώπινο υποκείμενο, εξαιτίας της οποίας η πραγματικότητα και μαζί της το ίδιο το ανθρώπινο σώμα καταλήγουν να αντίκεινται στη σκέψη και στη γλώσσα. Υπήρξαν εγχειρήματα, ιδίως από φεμινίστριες θεωρητικούς, όπως εκείνα των HélèneCixous και LuceIrigaray ή της JuliaKristeva, να ανακαλυφθεί ο λόγος ο σύστοιχος με το σώμα και με τα πράγματα, το χάσμα όμως παρέμεινε. Αυτή είναι και η αιτία που το ενενήντα τοις εκατό της ερωτικής ποίησης, αυτής δηλαδή η οποία στρέφεται αποκλειστικά στο επιθυμημένο σώμα, ελέγχεται ως αποτυχημένο, μάλιστα όταν η συγκεκριμένη ποίηση βαυκαλίζεται με την ιδέα πως καταφέρνει να αποδώσει την ατομική ερωτική εμπειρία. Η συλλογή του Στάθη Κουτσούνη δεν ανήκει στο προηγούμενο ποσοστό, όχι μόνο επειδή συμπεριλαμβάνει πέρα από τα ερωτικά «στιγμιότυπα του σώματος» όσα αφορούν στη γέννηση και στη φθορά –πρόγραμμα το οποίο βέβαια ακολουθούν και άλλοι ποιητές– αλλά κυρίως –και σε αυτό έγκειται η πρωτοτυπία– επειδή εδώ αναστρέφεται η συνηθισμένη πορεία από τη σωματική εμπειρία στη γραφή, καθώς γίνεται η απόπειρα η δεύτερη να αποτελέσει τον κώδικα ο οποίος θα μεταφράζεται σε εκδοχές της πρώτης.
     Μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει μια κονστρουκτιονιστική προσέγγιση. Ξεκινά δηλαδή από την παραδοχή ότι ο άνθρωπος συγκροτείται από ένα άθροισμα λόγων (discourses) και πρακτικών, που θεσμοποιούνται στο πλαίσιο της κοινωνίας και της εποχής όπου ζει. Καταλήγει δε σε ένα είδος ριτουαλιστικής ποίησης, στην οποία η διάρθρωση της γλώσσας τείνει να προσλάβει τη μορφή ενός συλλογικού τελετουργικού και το ύφος να παγιωθεί σε μια δημόσια έκφραση. Ο Στάθης Κουτσούνης θεωρεί άρα ως γεγονός ότι οι άνθρωποι συνιστούν σε μεγάλο βαθμό κατασκευές απαρτιζόμενες από πλήθος κανονικοτήτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ένα ευρύ σύνολο τυπικών αφηγήσεων και περιγραφών που μεσολαβούν ανάμεσα σε αυτούς και την πραγματικότητα, ώστε αποπειράται να συνθέσει μια τυπική και συλλογική γλώσσα, η οποία προστιθέμενη στις υπόλοιπες κανονικότητες θα αναφέρεται στα και θα επιστρατεύεται για τα συμβάντα του σώματος, τα ερωτικά και τα άλλα. Η συλλογή του λοιπόν γράφεται σε ένα κώδικα, που μεταφράζεται σε κοινά τελετουργικά στιγμιότυπα του σώματος, το οποίο γεννιέται, ερωτεύεται, πεθαίνει και υπό το συγκεκριμένο πρίσμα το όλο εγχείρημα πλησιάζει πολύ στον αρχαίο λυρισμό.
     Η ποίηση όμως η οποία, προκειμένου να λειτουργεί ως λυρικό discourse οποιουδήποτε επιθυμήσει να μιλήσει για το δικό του σώμα, συγκροτείται από οικείες τυπικές σκηνές και συντίθεται με ένα εξίσου οικείο ύφος διατρέχει μια σειρά κινδύνων. Οι σημαντικότεροι μεταξύ τους είναι, πρώτον, η πεζολογία, επειδή μια τέτοια ποίηση εκκρεμεί ανάμεσα σε ένα δημόσιο αλλά ακόμη ανείπωτο, άρα πρωτότυπο, λόγο και στον ήδη δημοσιοποιημένο και πλέον τετριμμένο. Δεύτερος κίνδυνος, η περίπτωση της αφομοίωσης στίχων ή και ολόκληρων συνθέσεων αυτής της ποίησης από την ποπ κουλτούρα. Επομένως, το διακύβευμα αποδεικνύεται μεγάλο, καθώς το εξεταζόμενο βιβλίο μετατρέπεται σε πεδίο αναμετρήσεων. Προκαταβολικά, αντιμετωπίζεται η ασυμβατότητα του σώματος με τη γλώσσα και όταν αυτή η αντίφαση υπερβαίνεται, χάρη στη διαμόρφωση ενός λόγου ικανού να αποκωδικοποιείται σε καθολικά στιγμιότυπα του σώματος, η αναμέτρηση συνεχίζεται εναντίον της κοινοτοπίας και της μαζικής κουλτούρας, των παραπροϊόντων του συγκεκριμένου λόγου. Συνεπώς η αξία της πρόσφατης συλλογής του Στάθη Κουτσούνη έγκειται τόσο στην κατάδειξη των προηγούμενων βασικών ποιητικών ζητημάτων όσο και στη λύση η οποία προτείνεται για την υπέρβαση του ενός προβλήματος και στην επιτυχημένη αναμέτρηση με τα άλλα.
 
Παναγιώτης Βούζης
[περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 38, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015, σελ. 200-202]

Το σώμα ψαύει
 
Γνωρίζω την ποιητική γραφή του Στάθη Κουτσούνη και από τις προηγούμενες συλλογές του, με την αμεσότητα της έκφρασης και με τη φροντίδα του λόγου. Στην παρούσα συλλογή, Στιγμιότυπα του σώματος, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2014, οι κοινωνικές ματιές και οι αναφορές στη φύση αποτελούν τους αρμούς με τα παλιότερα ποιήματα. Με ιδιαίτερη δύναμη η γοητεία του μεταφορικού λόγου, που κορυφώνεται στα ερωτικά ποιήματα. Σε απόλυτη συμφωνία με τον τίτλο, σωματικός-ερωτικός ο κυρίαρχος χαρακτήρας της συλλογής.
Το πρώτο ποίημα, με τον τίτλο «Μεταφυσική», είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα μείξη ποιητικής και έρωτα, καθώς μπλέκονται τα δυο αυτά στοιχεία με τον τρόπο της παρομοίωσης. Κι ο δρόμος-χρόνος, αδυσώπητος, σαν απειλή που μπορεί να καταπιεί ακόμα και την ποίηση.Το ποίημα «Χειμώνας» βάζει το σκηνικό γι’ αυτό που παρουσιάζεται στη συλλογή: στιγμιότυπα του σώματος. Με μεταφορικές εικόνες από τη φύση αλλά και από το σώμα, από τη γέννηση ως τη φθορά του.
Όπως λέει ο Μάρκος Μέσκος, στη Συνηγορία Ποιήσεως, Εάν τα ποιήματα μιας ενότητας έχουν τοποθετηθεί κατά διαλεκτικόν τρόπο, το δεύτερο Ποίημα είναι συνέχεια του πρώτου, το τρίτο Ποίημα συνέχεια του δευτέρου και ούτω καθεξής. Είναι η συνοχή μιας ποιητικής συλλογής, που δίνει συνεκτικότητα και ενότητα στη συλλογή, μια θεματική αλληλουχία, με συνδεόμενα σχετικά ή συνειρμικά συνδεόμενα υποθέματα. Ή αλλιώς, με τα λόγια του ποιητή: στο τέλος της ενότητας έχουμε τη συνολική σύνθεση, από την οποία κατά κάποιο τρόπο (γνωστό στη συνείδηση του ποιητή) προκύπτει η μυθιστορία, το μικρό μυθιστόρημα. (Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία Ποιήσεως, εκδ. Κίχλη, 2015, σελ.12).
Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο Στάθης Κουτσούνης σε τούτη τη συλλογή του επιτυγχάνει τη συνοχή αυτή και συνθέτει τη μυθιστορία της ζωής μέσα από τα στιγμιότυπα του σώματος.
Μέσα στο σκηνικό που έχει ήδη στηθεί, παρουσιάζονται πράγματι στιγμιότυπα του σώματος, συγκεκριμένα από τη ζωή του ποιητικού υποκειμένου ή και άλλων ανθρώπων. Η γέννηση, η παιδική ηλικία, ο έρωτας, η φθορά, ο θάνατος. Με ιντερμέδια από εικόνες της φύσης, που κάποτε μπλέκονται με τα ανθρώπινα συναισθήματα. Τι άλλο είναι η φύση, άλλωστε, από την ευρύτερη μήτρα της ζωής. Πλέον όλο και συχνότερα/ συναναστρέφομαι τα δέντρα// συλλαβίζω τους καρπούς απ’ την αρχή/ γάλα βυζαίνοντας από τη μέσα ρώγα// […]// ετοιμάζομαι σύγκορμος να προσαρμοστώ/ ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα (Φθινόπωρο, σελ. 34).
Ένας στοχαστικός τόνος διατρέχει τα ποιήματα της συλλογής, με φόντο τα σκηνικά του σώματος και της φύσης. Λυρικός τόνος, κυρίως στα ποιήματα που αναφέρονται στη φύση, ρεαλισμός απροκάλυπτος ή καλυμμένος με σχήματα λόγου στα ερωτικά ποιήματα.  
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον έρωτα. Ο έρωτας είναι βασική κινητήρια δύναμη στη ζωή του ανθρώπου. Ο Κουτσούνης τον προσεγγίζει σε διάφορες εκφάνσεις του. Πότε με αισθησιακή ενδελέχεια, πότε λοξά και ειρωνικά, πότε με περισσή τρυφερότητα. Ο έρωτας ηδονή, ο έρωτας παιχνίδι, προσδοκία, προδοσία: Σε ποθούσα παράφορα/ κι αντιστεκόσουν ορθώνοντας// εσώρουχα τείχη  («Σωματογραφία i», σελ.20), κυριολεκτική έκφραση με μεταφορική απόληξη, ενώ περισσότερο υπαινικτικά-υποβλητικά: Κρεμασμένος απ’ τα μάτια στο τσιγκέλι/ μες στο σφαγείο του ντεκολτέ σου («Σωματογραφία iii», σελ.28).
Στη συλλογή υπάρχουν ομάδες ποιημάτων, όπως οι τρεις με τον τίτλο «Σωματογραφία iii και iii»οι οποίες περιέχουντα κατεξοχήν ερωτικά ποιήματα, ολιγόστιχα ποιήματα, πολλές φορές μονόστιχα ή δίστιχα. Δύο ακόμη τέτοιες ομάδες ποιημάτων, ολιγόστιχων πάντα, είναι η «Φούγκα», με στοχαστικό χαρακτήρα,και τα«Δέντρα»επίσης στοχαστικά με αφετηρία τη φύση.
Παράλληλα με τον έρωτα υπάρχει ο θάνατος. Η φθορά, στο ανθρώπινο σώμα, στην ύπαρξη. Το σώμα αποδίδεται σε διάφορα ποιητικά στιγμιότυπα, αλλά ο θάνατος είναι ένα αναπόφευκτο τέρμα. Η αιωνιότητα με ζαλίζει// μες στης φθοράς την αγκαλιά/ μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω («Ουτοπία», σελ. 23).
Το ποιητικό υποκείμενο περιγράφει-αφηγείται τα στιγμιότυπα σε α΄ ενικό ρηματικό πρόσωπο, ενώ απευθύνεται σε β΄ ενικό στη γυναίκα αντικείμενο του πόθου του. Αίφνης, παρουσιάζεται ένα γ΄ ενικό, όχι για περιγραφή σκηνικών φύσης, αλλά για την αναφορά στον Άλλο, στους άλλους με κοινωνική χροιά («Ψηλοτάκουνη γόβα», σελ. 24, «Επαρχία», σελ. 26). Επιπλέον, με το ίδιο ρηματικό πρόσωπο εισάγει στο σκηνικό τον πατέρα. Νωρίς, με το ποίημα «Σπονδή» στην αρχή της συλλογής, αλλά και με μια υποενότητα η οποία φέρει τον τίτλο «Το σφύριγμα της βάρκας μες στη νύχτα» –σαφής αναφορά στο πέρασμα του Αχέροντα. Ο πατέρας, ενώνει το σώμα και τη ζωή με τη φθορά, τον θάνατο, τη μνήμη: γιε μου μού σώθηκαν όλα/ μήπως σου βρίσκονται  κέρματα για τα διόδια («Τα κέρματα», σελ. 39).
Συγκεφαλαιώνοντας, μπορούμε να πούμε ότι υπότιτλος της συλλογής θα μπορούσε να είναι «Σωματογραφία», με ευρύτερη έννοια από τα τρία ομώνυμα σύνολα ποιημάτων της: Το σώμα ψαύει το παρελθόν, «συναντά» τους νεκρούς, αγγίζει το παρόν διστακτικά ή πιο θαρραλέα, ερωτεύεται, και κάπου κάπου τολμά να ονειρευτεί το αύριο.
 
 
Κούλα Αδαλόγλου
[περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 53, Νοέμβριος 2015, σελ. 113]

Η αγωνία της γένεσης και η σαγήνη της σφαγής:
με αφορμή τα Στιγμιότυπα του σώματος του Στάθη Κουτσούνη
 
Προλογικό σχόλιο
Η ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη Στιγμιότυπα του σώματος1 είναι το αντίθετο αυτού που ως λεκτικό σύνολο ονομάζει: είναι ένα σύνθεμα παραλλαγών πάνω σε πυρηνικά, σχεδόν αρχετυπικά, θέματα, είναι κείμενα που περιστρέφονται γύρω από τον άξονα του σώματος βεβαίως (αλλά όχι μόνον και όχι κυρίως), με τη δύναμη της ακαριαίας έκφρασης αλλά που ξεπερνούν κατά πολύ την έννοια της στιγμής ως απο-τύπωσης. Υπάρχουν παράλληλοι που καθορίζουν τα θέματα και εγκάρσιες τομές που τα αφήνουν να αναπτυχθούν μέσα σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Ο ποιητής περισυλλέγει στιγμιότυπα και τα αρμολογεί δημιουργώντας τις κρυφές τους συνάψεις, οδηγώντας μέσα από τα μυστικά του σήματα τον αναγνώστη εκεί ιδίως όπου ανύποπτος πιστεύει ότι υπάρχουν ρωγμές που άφησε ο χρόνος. Ο ποιητικός σχεδιασμός συγκρατεί τη σπαραγμένη αφηγηματική ύλη, ανα-συντάσσει το σπαρακτικό υλικό του σώματος σε μια προσπάθεια να βρει ό ίδιος πρώτ’ απ’ όλα παρηγοριά και μετά να προσφέρει και μερικές στιγμές ανακούφισης στους μύστες του. Ήδη από το πρώτο ποίημα, «Μεταφυσική»2, τίθενται όλα τα θέματα που απασχολούν εξακολουθητικά τον ποιητή και τον στοιχειώνουν και στη συγκεκριμένη συλλογή του. Η συσχέτιση της ερωτικής πράξης με την ποιητική, η αλληλοδιείσδυση του έρωτα και του θανάτου ως εντατικά αισθήματα πάθους και αν-αίρεσης, η φύση ως απειλητική συνδήλωση και προβολή μιας αναίτια ξοδεμένης ή και αξόδευτης ψυχικής ενέργειας, η γέννα ως αγώνας και αγωνία, η αναμονή μιας πραγμάτωσης που αενάως αναβάλλεται ή/και ακυρώνεται.
Αν κοιτάξουμε τους τίτλους των ποιημάτων της συλλογής θα διαπιστώσουμε πως υπάρχουν, χωρίς να ταυτίζεται η φυσική αλληλουχία με την τυπογραφική, τέσσερις παράλληλοι «κύκλοι»: οι εποχές του χρόνου («Χειμώνας», «Άνοιξη», «Καλοκαίρι», «Φθινόπωρο»), τρεις «Σωματογραφίες», δύο κείμενα που ενώνονται κάτω από τον επίτιτλο «Αριθμητική» και άλλα δύο κάτω από τον επίτιτλο «Το σφύριγμα της βάρκας μες στη νύχτα», τρία που έχουν υποενότητες κρατώντας και το διακριτικό εξωτερικό γνώρισμα της βινιέτας («Φούγκα», «Δέντρα», «Βάσιμα και αμήχανα»), ενώ τα υπόλοιπα μοιάζουν συνθετικά ορφανά. Παρολαυτά. Οι συσχετίσεις είναι πολύ βαθύτερες, οι συνδηλώσεις πολύ πιο απομακρυσμένες και οι μετωνυμικές προεκτάσεις πολύ συνθετότερες από αυτό που προφαίνεται. Και εξηγούμαι.
 
Η αγωνία της γέννησης
Σε τέσσερα ποιήματα αναφέρεται το θέμα του τοκετού φορτισμένο με το αίσθημα του φόβου, της ανασφάλειας, του κινδύνου. Εμφανίζεται ως μια διαδικασία αγωνιώδης ή/και απειλητική. Η ευφορία μιας γέννησης ή μιας δημιουργίας ελλείπουν: το ποίημα τρέμει/ μήπως…/…μείνει αγέννητο (σ. 9), νερά σπασμένα που μ’ έβγαλαν έξω/ και αντίκρισα χειμωνιάτικο φως (σ. 10), Μικρόν κι ανίδεο/ με πήρε η μαμή μαζί της/ και με ξέχασε στης κάμαρας την άκρη (σ. 12), Την ίδια στιγμή γεννηθήκαμε/ απ’ την ίδια μαμή που σ’ ακούμπησε/ πάνω στο σώμα μου δώρο// […] /…ούτε καν ο αδαής διέκρινα// το νύχι σου που ωρίμαζε (σ. 14). Και στον «Κύκλο», όπου η κοιλιά της κόρης του αφηγητή, που μας γυρίζει πίσω στο παιδικό παιχνίδι, σε μια εποχή αθωότητας, ταυτίζεται με το χώμα, επιβεβαιώνεται ότι η κυοφορία εμφανίζεται σαν να τελεσιδικεί ταυτοχρόνως με την έξοδο στο φως και η αναπότρεπτη επιστροφή στο σκοτάδι – για ν’ αρχίσει πάλι από την αρχή: στο απαλό το χώμα της κοιλιάς της/ λαχταρώ να χωθώ (σ. 41).
 
Κοσμολογικός αγώνας
Κι ενώ το υγρό στοιχείο, κυρίως μέσα από το νερό, σχετίζεται με τη ζωή, τη γέννηση ή και τη σωτηρία, ωστόσο κουβαλά ένα συμβολικό ποσό, το οποίο, παρόλο που αρχικά σημειώνεται θετικό, δίνει στο τέλος αρνητικό πρόσημο: μα σε τούτο το μέρος/ δεν είχε πηγές ν’ απαγκιάζεις …// …/ αλλά στέρευε γρήγορα ο τόπος (σ. 10), και μόλις άνοιξα τα μάτια/ είδα νερά και αίματα να τρέχουν/ να πλημμυρίζουν το δωμάτιο (σ. 12), Καθηλωμένος σε πυθμένα πηγαδιού/ κι η στάθμη του νερού ανεβαίνει// ανεβαίνει ολοένα (σ. 13), Κοιτάζω ολόγυρα/ ψάρι μέσ’ από τη γυάλα// … //μα εγώ ξεγελιέμαι/ στου νερού τη σιγουριά (σ. 29), κι οι δρύες άρχισαν να δέονται/ –εις μάτην– στη βροχή (σ. 35).
Ο άνεμος ως φορέας της διακινδύνευσης, ως συνδήλωση της πρόκλησης, αλλά και της φθοράς ενίοτε και του θανάτου: λυσσομανούσαν άνεμοι (σ. 10), ανεμοστρόβιλους που ρουφούσαν/ και ξέρναγαν ζώα (σ. 12), ιστός με πανιά νευρικά/ γυρεύοντας άνεμο (σ. 15), στην αγκαλιά της σκόνης/ λαγοκοιμάται ο άνεμος (σ. 18), κι ας ξυπνάει εντός μου/ τον τρόμο του αέρα (σ. 29), μα πιο πολύ παρατηρώ/ τη βία του ανέμου/ το τράνταγμα των κλαδιών και την άλωση (σ. 34), κι ο πληρωμένος άνεμος/ τα σπρώχνει απευθείας στις φλόγες (σ. 35).
Εκ παραλλήλου, το χώμα φέρει ένα αντιθετικό φορτίο: αισθησιακό, στη «Σωματογραφία i»: Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη (σ. 15), απειλητικό αλλού, γιατί προ πάντων η λάσπη που προκύπτει από την ένωσή του με το νερό, μας σφηνώνει σε έναν σχεδόν πανικό φόβο, μια που την αντιλαμβανόμαστε ως υποδοχή της ανυπαρξίας: και το χώμα ρουφούσε/ ρουφούσε τους χυμούς μου (σ. 10), ένας ίσκιος είμαι/ κι ο ίσκιος στο χώμα// το σώμα μου (σ. 31), κι έρχεται αίφνης η στιγμή/ που βουλιάζεις βαρύς/ στη λάσπη του αθροίσματος (σ. 36), φορτηγά που σκούριασαν/ κολλημένα στην άμμο (σ. 38).
Με αναλογικό τρόπο, το δέντρο ως παράγωγο της γης, εμφανίζεται ως το «κατεξοχήν» ον πάνω στο οποίο ακουμπά ο ποιητής με οικειότητα, συμπόνια, επίγνωση, σαν να αναγνωρίζει σ’ αυτό κάτι από τον εαυτό του: Μεσάνυχτα φτάνει απ’ το δάσος/ μπαίνει στο σπίτι κρυφά/ με μάσκα να μην πνίγεται απ’ το λούστρο/ βλέπει τ’ αδέρφια του αγνώριστα… (σ. 11), Τραγουδούν πουλιά/ και το δέντρο χορεύει […], Τα δέντρα είναι ατίθασα παιδιά […]Τα δέντρα είναι αδέσποτα σκυλιά (σ. 19), κάτω απ’ του πλάτανου τον ίσκιο/ κλωσάει το αυγό της η δροσιά (σ. 26), Πλέον όλο και συχνότερα/ συναναστρέφομαι τα δέντρα (σ. 34), Οργανωμένη διαδήλωση το δάσος (σ. 35).
Συμψηφίζοντας, βλέπουμε να συνυπάρχουν τα τέσσερα βασικά κοσμολογικά στοιχεία των προσωκρατικών: το νερό, ο αέρας, η γη και τέλος η φωτιά ως συνεκδοχική αντιστροφή του έρωτα: «Ανάφλεξη»: Το αιδοίο σου καπνίζει/ καψούλι που έσκασε στο χέρι μου (σ.20), με τη φλόγα τρεμάμενη/ στο βάθος του αφαλού μου (σ. 33), χωροφύλακες καταπατητές/ παρελαύνουν κραδαίνοντας πυρσούς// ξαφνικά ένα δέντρο χαφιές/ τινάζει τα φύλλα του/ κι ο πληρωμένος άνεμος/ τα σπρώχνει απευθείας στις φλόγες (σ.35), και το σώμα μου ολοκαύτωμα/ καθώς θα βουλιάζω βολίδα/ στης αποκάλυψης το μέγα πυρ (σ. 42).
Θυμόμαστε την πρωταρχικότητα, κατά τον Θαλή, του υγρού στοιχείου, αλλά και την ασταμάτητη ροή των πάντων του Ηράκλειτου, την αέναη κίνηση που προκύπτει από την συνεχόμενη και συνεχιζόμενη σύγκρουση, το αρχέγονο πυρ. Την αναζήτηση ενός σταθερού σημείου αναφοράς του Παρμενίδη αλλά και την επιστροφή όλων στο πρωταρχικό αιώνιο και άχρονο στοιχείο, το άπειρον του Αναξίμανδρου. Όλα αυτά βέβαια φιλτραρισμένα από το συγκινησιακό φορτίο που κουβαλούν οι λέξεις του ποιητή, εμποτισμένα από τη μυστική μουσική των εικόνων του: το νερό φέρει μαζί του και τον τρόμο της ροής του, της αστάθειας και της μεταβλητότητάς του, η φωτιά δηλώνει το πάθος αλλά και την καταστροφή, το χώμα είναι πηγή τροφοδότησης αλλά και επιστροφής στην ανυπαρξία, ενώ ο άνεμος κουβαλά τον φόβο του ανεξέλεγκτου, του απροσδόκητου, ο φόβος ότι κάτι θα χαθεί προτού προλάβεις, οδηγώντας ξανά το κυνήγι του χρόνου στο άρρητο.
 
Ερωτικά σφάγια
Κατά ομόλογο τρόπο και η ερωτική πράξη εμφανίζεται συχνά φορτισμένη ως ένας αγώνας επίτευξης της χαράς, ως προσπάθεια εξουδετέρωσης του κινδύνου· ταυτοχρόνως η πηγή της ηδονής γίνεται μέσα από μια παράδοξη αντιστροφή χώρος επαπειλούμενος και απειλητικός: Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη/ φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τουςΣε κάθε τρύπα/ καρτέρι μού στήνουν οι μέλισσες – |… | Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη (σ. 15), Στην πηγή των μηρών σου/ τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται – Το αιδοίο σου καπνίζει/ καψούλι που έσκασε στο χέρι μου (σ. 20), στις τρύπες της δαντέλας του/ φιλήδονα μπαινόβγαιναν τα δάχτυλά μου/ μα αίφνης// μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια (σ. 21), Στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε/ ένα ξανθό σκοτάδι (σ. 28).
     Χαρακτηριστική της ερωτικής/υπαρξιακής αγωνίας που συνοδεύει τον άξονα του σώματος στον Κουτσούνη είναι και η σχέση του σώματος με τη σκιά του ως μετωνυμική προέκταση του δυισμού που προσπαθεί να αρθεί, όπως και η αναμονή μιας συνάντησης που κρύβει πόθο και διακινδύνευση: Από τώρα καλλωπίζομαι/ γιατί το ξέρω/ αιφνίδια θα έρθεις//… να ’μαι έτοιμος //να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου (σ. 17), Όταν σ’ ακούω να έρχεσαι/ παλεύω με τον χρόνο// σαν φίδια από τις φλέβες/ πετάγονται μνήμες/ πόλεις αόρατες έρωτες (σ. 33), Για σένα δεν ξέρω το παραμικρό// […] //ωστόσο/ όσο και αν μ’ εξουθενώνει/ με ερεθίζει η συνάντηση μαζί σου /κι ας είναι βέβαιο/ πως τίποτα στο τέλος δεν θα μάθω (σ. 42).
     Προσθετικά και τα επιμέρους μοτίβα του κατόπτρου και του καθρεφτισμού: Αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν/ στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους (σ. 16), να καθρεφτίσω τον τρόμο μου/ στη στίλβη της άδηλης όψης σου (σ. 17), τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται/ με στόμα ανοιχτό και διψασμένο (σ. 20), κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη (σ. 24), στων άστεων τα κάτοπτρα χτενίζεται (σ. 27). Αλλά και η αναφορά σε έναν αγώνα – μια προετοιμασία για ένα τέλος που αιωρείται ανάμεσα στην προσδοκία και την απειλή: και προπονούμαι χαρωπά/ για τον μεγάλο τελικό (σ. 25).
 
Ανα-χρονικό σχόλιο ως προδρομική δέσμευση
Ότι υπάρχουν ρητές ή/και υπόρρητες διασυνδέσεις ανάμεσα στις ποιητικές συλλογές του Κουτσούνη, οι οποίες δείχνουν και την συνεπή εξελικτική του πορεία, είναι άμεσα διακριτό. Τα βασικά κοσμολογικά στοιχεία, η ανα-γέννηση και η επι-στροφή στο άπειρον, το ερωτικό/ποιητικό σώμα, ο προσανατολισμός μιας ενδοστρεφούς τάσης που οδηγεί στο ένδον του σώματος: τα σπλάχνα, αλλά και στο ένδον της "ψυχής": τον σκοτεινό χώρο του ονείρου, την πύλη προς το άρρητο αλλά και το εξόδιο του θανάτου. Παρατηρούνται δύο είδη ανάπτυξης που συναιρούνται στα τελευταία βιβλία: μια πιο αφαιρετική-συμβολική και μια περισσότερο δραματοποιημένη. Η εξέλιξη στη συμβολική αρχικά δηλώνεται με το αρκτικό κεφαλαίο γράμμα, για να υπο-χωρήσει αργότερα δίνοντας χώρο σε μια πιο πολύπλοκη αλληγορία, αλλά και άλλα.
Αναφέρω σε ένα πρώτο – «εξωτερικό» επίπεδο ανάλυσης ως χαρακτηριστικό παράδειγμα: Το πρώτο ποίημα της συλλογής Η τρομοκρατία της ομορφιάς3ονομάζεται «Επίλογος» ενώ το τελευταίο από τη συλλογή Έντομα στην εντατική4«Πρόλογος». Και στα δύο ποιήματα που είναι ολιγόστιχα επαναλαμβάνονται τα ίδια πυρηνικά θεματικά στοιχεία. Στον «Επίλογο»:αυτά του ξύλου, της νύχτας, του σώματος, της ομορφιάς. Στον «Πρόλογο»: η φωτιά, το αγώνισμα, η αγωνία της δημιουργίας.
Ενδεικτικό, σε ένα δεύτερο – «εσωτερικό» επίπεδο ανάλυσης παράδειγμα, όπου μπορούμε να ανιχνεύσουμε μικροσκοπικά τα στοιχεία της ποιητικής κοσμολογίας του Κουτσούνη αποτελεί ο δραματικός μονόλογος της μούσας Καλλιόπης5 στη συλλογή του Η τρομοκρατία της ομορφιάς. Σαν τον καθρεφτισμό του μεγάκοσμου στον μοριακό κόσμο του Δημόκριτου παρατηρούμε να εμφανίζονται, διεκδικώντας το ποιητικό τους απόβαρο, όλα τα κειμενικά πλέγματα που σκιάζουν τα θέματά του. Τα τέσσερα κοσμολογικά στοιχεία: χώμα/πέτρα (την πέτρα να οργώνεις/ και να σπέρνεις λέξεις), νερό (κι έπειτα θα τις πηγαίνεις/ σε βάθη άδυτα υδάτων), αθήρ (μέσα από το άφταστο ύψος του ουρανού: και θα τις λιάζεις σε κορυφές/ που ούτε πετούμενα άγρια/ δεν δύνανται να φτάσουν), η φωτιά (και να με καις/ αδιάκοπα χωνεύοντας/ τις στάχτες που απόμειναν), η αλληλοϋποκατάσταση του ερωτικού και του ποιητικού βιώματος (για να γίνω εγώ ερωμένη σου/ πρέπει σαν δούλος να με υπηρετείς), η επαναλαμβανόμενη εικόνα του σφαγιασμένου (να γδέρνεις όλη νύχτα το πετσί σου/ και κάθε αυγή να το κρεμάς στον ήλιο/ να σφυροκοπάς τα σπλάχνα σου), το θέμα της κυοφορίας (εγκυμονώντας με ξανά), ο πόνος και ο φόβος για το αναπόφευκτο του τέλους (χωρίς κανένα βογκητό), αλλά και την αν-ικανότητα της αποτύπωσης του καίριου, του σημαντικού, που πάντοτε διαφεύγει (χωρίς καμιάν ελπίδα). Στην εναγώνια αναζήτηση του Άλλου, μέσα από την τέχνη και τον έρωτα. Στην απέλπιδα προσπάθεια άρσης του θανάτου. Στην επί-γνωση της ματαιότητας της μνημείωσης μέσα στην παρ-αισθητική εμ-πειρία της νύχτας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μούσα απαιτεί από τον ποιητή το απόλυτο δόσιμο, την ύψιστη θυσία και μάλιστα για το χρονικό διάστημα των 40 ημερών, διάρκεια της λοχείας και του πρώτου κρίσιμου χρόνου του πένθους μετά την απώλεια, δι’ όπερ και διπλασιάζεται.
Κάτω από μια τέτοια οπτική δεν μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι κατάφερε να προσεγγίσει την ποίηση του Κουτσούνη, αν δε σκύψει με προσοχή στην εμφάνιση, την παράλληλη ή/και αντιθετική ανάπτυξη των θεμάτων της γένεσης και της σφαγής, του γητευτή και του «απαγορευμένου», του χρόνου που διαρρέει και του ποιήματος που αποδρά, του ερωτικού-αισθητικού βιώματος που ανακυκλώνεται καταδικασμένο να αρχίζει ξανά, εκεί που λέει ότι μόλις τελείωσε· ή να ξεκινά, ενώ γνωρίζει πως ό,τι θέλει να πει είναι αυτό ακριβώς που ποτέ δεν θα μπορέσει.
Δεν μπορώ λοιπόν κι εγώ παρά να επανέλθω.
­­­­­­­­­­­­­­___________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Στάθης Κουτσούνης, Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2014, όπου αναφέρονται οι παραπομπές των σελίδων
2. Ό.π. σελ. 9
3. Στάθης Κουτσούνης, Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Μεταίχμιο 2004
4. Στάθης Κουτσούνης, Έντομα στην εντατική, Μεταίχμιο 2008
5. Ό.π. «Η Καλλιόπη», σελ. 10
 
 
Άννα Αφεντουλίδου
[περιοδικό Νέα Ευθύνη, τεύχος 32, Ιανουάριος-Μάρτιος 2016, σελ. 124-128]
 
 
Στιγμιότυπα φυγής
 
… ένιωσα σαν κάτι να μου λείπει
κοιτάζομαι πιάνομαι
αλλά δεν έχω σώμα
ένας ίσκιος είμαι
κι ο ίσκιος στο χώμα
 
το σώμα μου    
           
     Το σώμα του ποιητή που υπακούει και δεν υπακούει στο ρυθμό και στις επιταγές του μυαλού, σε μια αδυσώπητη μάχη για επικράτηση. Η ιαχή της λέξης που βρίσκει τη θέση της όταν το σώμα παραιτείται και η ασυνείδητη φόρμα απελευθερώνεται για να θριαμβεύσει πάνω στον ίσκιο του σώματος. Όμως
 
            το ποίημα τρέμει
            μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες
            και μείνει αγέννητο
 
     Και το ανθρώπινο σώμα, λοιπόν, και το σώμα της ποίησης, του ποιητικού λόγου, και το σώμα του αναγνώστη, εμπλεκόμενα και μη διαιρούμενα, συναντώμενα αενάως, εκτίθενται, συντιθέμενα, υπό τη μορφή στιγμιότυπων, στην παρούσα συλλογή του Στάθη Κουτσούνη.
Αυτό το πολυδιάστατο σώμα, στα διάφορα στιγμιότυπά του, τείνει να εξαφανιστεί, προλαβαίνοντας να φανερώσει, στη μακρά πορεία της εναλλαγής των τεσσάρων εποχών, τις διαφορετικές μαρτυρίες του. Μαρτυρίες βιωμένες διάσπαρτα και ασύνειδα στα γυρίσματα του χρόνου που αδυσώπητα μετρά τις αντοχές του σώματος, της ψυχής και του μυαλού.
Κι αυτή η μεικτή περιδιάβαση διατρέχει όλα τα ποιήματα του βιβλίου του Στάθη Κουτσούνη. Έτσι που συνομιλούν ευρύχωρα στις διαστάσεις του χρόνου, με το σώμα παρόν να διαμαρτύρεται κάποτε αλλά και να ακολουθεί μοιραία τον μοιρασμένο σε εποχές χρόνο. Κάπως έτσι ακολουθεί και το σώμα του ποιητή-πρωταγωνιστή τις εναλλαγές που υπαγορεύονται μέσα του από τα αναρίθμητα ερεθίσματα του έρωτα, του θανάτου, της σαγήνης, του εμπαιγμού και της ειρωνείας, της ζωής.
Κάπως έτσι έρχεται και «το πρώτο δώρο» του «χειμώνα»
 
            σαν να σε κληρονόμησα
            με υποχρέωση ισόβιου δεσμού
           
            […]
            που ούτε καν ο αδαής διέκρινα
 
            το νύχι σου που ωρίμαζε
 
     Πράγματι ωρίμασε η αφοσίωση του ποιητή στα δεσμά της ποίησης και αμφιταλαντευόμενος, ανικανοποίητος ο αδαής –και μετριόφρων θα έλεγα εγώ–, μοιράζεται μαζί μας τους καρπούς της ωριμότητάς του.  
     Αξιοποιώντας απλά υλικά και με λιτό τρόπο γράφει για την ουσία. Όπως στο «Είδωλο» όπου ο ποιητής-δάσκαλος (δεν μπορεί να αποποιηθεί κανέναν από τους δύο ρόλους) γίνεται μαθητής  σε μια σχολική τάξη και αναλαμβάνει τη μεταφορά ενός εποπτικού μέσου διδασκαλίας, τον ανθρώπινο σκελετό που θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια. Στα χέρια του γίνεται μαρτυρία τρόμου, άγγιγμα φρίκης, ο ίδιος στιγμιαία γίνεται σκελετός, ενώ οι συμμαθητές του
 
 ακόμα γελάνε
 
αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους
 
     Η θέα του γυμνού σκελετού απογυμνώνει την αλήθεια και ταυτόχρονα οι διαφορετικές αντιδράσεις αναδεικνύουν την πρόσληψη της πραγματικότητας από δύο διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες.
     Πώς επιλέγουμε, αλήθεια, αφετηρία; Ο Κουτσούνης φαίνεται να την διάλεξε από νωρίς. Σε αυτό το πρωτότυπο flashback, σε χρόνους που λίγο-πολύ όλους μας σημάδεψαν, απουσιάζει η στίξη. Λέξεις εύστοχα επιλεγμένες υποδηλώνουν το προφανές, επεκτείνοντας τη σωματική αίσθηση της γλώσσας και προκρίνοντας την αναμέτρηση με μια γλυκόπικρη εσωτερικότητα. Προβάλλουν ανθρώπινες στιγμές που αγοραία, πια, υποτιμώνται και αμβλύνονται χάριν της ισοπεδωτικής και βίαιης, μεταμοντέρνας προσέγγισης. Την αμηχανία, τη συστολή, τη δειλία που το άψυχο άγγιγμα μεταδίδει, καθώς, ταυτοχρόνως, το γυμνό αποστεωμένο σώμα, κάτοπτρο κι αυτό της ανελέητης ύπαρξης, υπενθυμίζει τη φθορά.
     Άραγε σε όλους; Και με τον ίδιο τρόπο; Πόσο ωραία υπαινίσσεται ο Κουτσούνης τη διλημματική μέγγενη και το προκρούστειο αδιέξοδο της ανθρώπινης μοίρας.
 
λούζομαι και ξυρίζομαι καθημερινά
αρωματίζομαι …
κάνω ακόμα και γυμναστική
και πασχίζω ανά πάσα στιγμή
να ’μαι έτοιμος
 
να καθρεφτίσω τον τρόμο μου
στη στίλβη της άδηλης όψης σου
 
     Είναι η προετοιμασία της υποδοχής του έρωτα; Γιατί να μην είναι και η προσπάθεια απόκρουσης μιας πιθανής ακύρωσης στη σχολική αίθουσα, όπου ο ίδιος ο δάσκαλος ενδύεται και απεκδύεται πολλαπλούς ρόλους για να ζήσει τη μοναδική στιγμή του στιλβώματος, που αναπάντεχα, σαν από τύχη, σαν από θαύμα θα έρθει την ώρα του τρύγου, που η αγωνία κορυφώνεται και γλυκαίνει, τότε που απροσδόκητα και αναπάντεχα θα συναντηθούν αγαπητικά ο δάσκαλος με το μαθητή. Μα πάνω από όλα είναι η ποίηση, η λέξη που ξεφεύγει τελικά, που τρομάζει τον ποιητή αφού οι πολλαπλές αφανέρωτες εκδοχές της, οι μνήμες που κουβαλά η κάθε λέξη, οι αναφορές που ανακαλεί, ασυγκράτητα  μπαίνουν στο πεδίο της μάχης αναμένοντας τη βίαιη τοποθέτηση στον καμβά της ποιητικής δοκιμής.
     Βλέπουμε ότι με την αυτοαναφορικότητα ο Κουτσούνης μπαίνει μπροστά ο ίδιος. Θέτει ερωτήματα με τον τρόπο του. Δεν διστάζει, δεν αποφεύγει την έκθεση, αρνείται τη συμφιλίωση με το εφήμερο, αποζητά το απόλυτο, βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα, αλλά την ίδια ώρα οι αιώνιοι δαίμονες τον πολιορκούν. Η τέχνη, ο έρωτας, η ζωή  με τις αντιφάσεις τους τον  οδηγούν σε ένα αδιάκοπο κυνηγητό. Κι εκείνος αντιμετωπίζει την επίθεση πότε αμυνόμενος, πότε επιτιθέμενος, αλλά πάντα σε ετοιμότητα γιατί ακόμα και την Άνοιξη
 
λαγοκοιμάται ο άνεμος
 
     Και γι’ αυτό είναι σε εγρήγορση ο ποιητής και ομολογεί με παρρησία –πώς αλλιώς άλλωστε–
 
Δεν είμαι εκείνος που ήμουν
            ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι
 
            πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα
            μ΄ ακουμπάει με το ραβδί της
 
     Η επίγνωση της αναπάντεχης αλλαγής που επέρχεται στον συχνά απροετοίμαστο άνθρωπο, κατέχει κεντρική θέση στην ποίηση του Κουτσούνη. Η συναίσθηση ότι είμαστε ένα σύνολο από πράγματα που δεν τα καθορίζουμε όλα με τη συνειδητή πλευρά του εαυτού μας, ότι διαρκώς παρεισφρέουν αστάθμητοι παράγοντες δοκιμάζοντας τα όρια της ασφάλειάς μας, που μας αναστατώνουν οδηγώντας μας, κάποτε, σε ακραίες επιλογές, είναι κυρίαρχο στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο ποιητής βλέπει τα πράγματα. Το άγγιγμα της Κίρκης είναι, πάντως, πρώτα σωματικό. Παροτρύνει στη γνωριμία, στην προθέρμανση, στην προπόνηση, στην εξοικείωση. Παρά την προσπάθεια, παρά την όποια ευχάριστη έκπληξη, το ξάφνιασμα από τη μεταβολή, «ο κόσμος ακατανόητος» δυσφορεί ο ποιητής.
     Εκεί όμως που περιμένει κανείς το θρίαμβο της δημιουργικής αλλαγής είναι το Καλοκαίρι, έτσι τουλάχιστον όπως το αναπαριστά ο Κουτσούνης. Τα αρχέγονα ρήματα οργώνουν, σπέρνουν, κλωσάει, σε χρόνο ενεστώτα, προετοιμάζουν για τη δύναμη και τη διάρκεια, την κατίσχυση της ζωής, τη γέννηση της επιθυμίας, την έκρηξη, την ανάφλεξη των σωμάτων, των ιδεών και των αισθήσεων. Δεν μένει παρά η ολοκλήρωση που θα επέλθει όταν θα εκκολαφθεί ένα καυτό, πλην όμως, ατέλειωτο καλοκαίρι.
     Και το ποίημα; Πότε, αλήθεια, τελειώνει ένα ποίημα; Να το ερώτημα που απασχολεί τον Κουτσούνη σε όλες, νομίζω, τις ποιητικές του συλλογές, όπως και στην παρούσα. Και η ποίηση, που του προσφέρει ένα υπέροχο, οδυσσειακό ταξίδι, μα ταυτόχρονα τον υποχρεώνει να αμφιβάλλει κάθε στιγμή, να αποδιώχνει την όποια ευκολία και να αναμετράται με το άγνωστο. Σαν να την επιδιώκει την Κίρκη, σαν το συναπάντημα με τους Λαιστρυγόνες να διευκολύνει την επιθυμία για την τελείωση. Μια διαρκής σύγκρουση είναι η ποίηση, ανάμεσα στον ποιητή και στα υλικά της τέχνης του.
     Φορέας των στιγμιότυπων της ποιητικής δημιουργίας είναι, για τον Κουτσούνη, το ανθρώπινο σώμα. Είτε φλέγεται από ερωτική έξαψη, είτε βάλλεται από επίμονη ενδοσκόπηση, διεγείρεται με έναν τρόπο εν πολλοίς ακατάληπτο. Παραβαίνοντας τους κανόνες, εντοπίζοντας τις εξαιρέσεις, βρίσκει τον τρόπο να εκθέσει και να εκτεθεί. Σύμβολα, υπερρεαλιστικές εικόνες, μύθοι, αφηγήσεις, μια πανσπερμία εκφραστικών βοηθημάτων, γίνονται το μέσο για ανοχή και κατανόηση του ανθρώπου που πορεύεται στο χρόνο και απειλείται από τη φθορά και τον θάνατο.
     Ο Κουτσούνης υπηρετεί τις επιταγές του σώματος ανεξάρτητα από τις αλλαγές που ο χρόνος και οι αντιξοότητες της ζωής επιφέρουν. Προσεγγίζει τη διαιρετότητα του βίου ευέλικτα και δημιουργικά. Συμμέτοχος της έντασης που η ζωή επιφυλάσσει σε όποιον της αφοσιώνεται, παλεύει σωματικά με το χρόνο και υπαινικτικά καταφέρεται εναντίον του, όχι για να τον δαμάσει, αλλά για να υποκλέψει από τις παλινωδίες του τη μοναδικότητα της κάθε στιγμής.
   Αυτή η μοναδική στιγμή είναι και θα είναι το ζητούμενο. Αυτή η μοναδικότητα που επιδιώκουμε μπορεί να βρίσκεται ακόμα και στον ίσκιο που βαραίνει το σώμα μας. Κουρασμένοι, ευάλωτοι και απορημένοι από την αποδόμηση που φέρει η μεταμοντέρνα αισθητική, ανίσχυροι μπροστά στην ξέφρενη ταχύτητα, σήμερα ακόμα πιο πολύ, «διψάμε για ουρανό» για να θυμηθούμε και τον Σαχτούρη.
   Σε αυτήν την προοπτική τα «στιγμιότυπα του σώματος» λειτουργούν ευεργετικά για τον πάσχοντα άνθρωπο που επιζητεί επίμονα να καταλάβει το πώς και το γιατί του βίου του. Που επιθυμεί να ταιριάξει τις παράταιρες ψηφίδες που συγκροτούν την ατελή του φύση. Σαν τις λέξεις που απροσδόκητα ξεφεύγουν και τραυματίζουν το υποταγμένο, στον ατέρμονο αγώνα, σώμα του ποιητή. Άνισος ο αγώνας αλλά όχι και ατελέσφορος…                                                 
Γιώργος Κοκορέλης
            [περιοδικό Poetix, τεύχος 15, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016, σελ. 54-59]

Η έκτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, Στιγμιότυπα του σώματος (Μεταίχμιο 2014), επιβεβαιώνει με το περιεχόμενό της ότι ο ποιητής ακολουθεί έναν δοκιμασμένο από τον ίδιο εκφραστικό δρόμο, στον οποίο δεν ανιχνεύονται εύκολα απηχήσεις ή επιρροές από άλλους ποιητές. Ο Κουτσούνης υπηρετεί την ποίηση με τη δική του ανάσα και ακολουθώντας τη δική του θεματολογία. Ένας επιπόλαιος αναγνώστης θα εντοπίσει σαν πιο άμεσα ορατό τον αισθησιασμό που περιέχουν πολλά ποιήματα της συλλογής. Ωστόσο η θεματολογία της συλλογής αυτής περιέχει κυρίως τη φθορά, τον χρόνο και τον θάνατο αφ’ ενός και τον έρωτα και τον αισθησιασμό αφ’ ετέρου. Στη δεύτερη όμως κατηγορία, στα αισθησιακά, τα μισά ποιήματα χρησιμοποιούν ως προκάλυμμα τον αισθησιασμό για να μιλήσουν για τον χρόνο και τη φθορά. Επομένως η ποίηση του Κουτσούνη στην ουσία και στον πυρήνα της είναι ποίηση υπαρξιακή, ποίηση με φιλοσοφικές αρτηρίες και αναφορές.
     Δεκατρία ποιήματα της συλλογής αναφέρονται στον χρόνο. Ανάμεσά τους τέσσερα επιγράφονται με τα ονόματα των τεσσάρων εποχών. Σε αυτά ο Κουτσούνης αποτυπώνει τις εποχές με πολύ όμορφες εικόνες δίνοντας υψηλής αισθητικής αξίας ποιήματα. Για τον χειμώνα «μα σε τούτο το μέρος/ δεν είχε πηγές ν’ απαγκιάζεις/ κατάγυμνο κρεμότανε το κρύο…», για την άνοιξη σημειώνει πως «παρακεί/ στην αγκαλιά της σκόνης/ λαγοκοιμάται ο άνεμος». Στο καλοκαίρι θα σημειώσει πως «τα τζιτζίκια/ οργώνουν το μυαλό μου σπέρνουν/ κρότους στη ναρκωμένη φύση…», για να υπογραμμίσει στο φθινόπωρο πως «μα πιο πολύ παρατηρώ/ τη βία του ανέμου/ το τράνταγμα των κλαδιών και την άλωση// ετοιμάζομαι σύγκορμος να προσαρμοστώ/ ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα». Στα υπόλοιπα ποιήματα με θέμα τον χρόνο ο ποιητής τον αντιμετωπίζει σαν το προοίμιο της φθοράς και σαν προθάλαμο του θανάτου μετατρέποντας μεγάλο μέρος της συλλογής αυτής σε «μελέτη θανάτου». Κι αυτή η αίσθηση του χρόνου ως φθοράς γίνεται αντιληπτή ακόμη και από παιδιά, όπως στο ποίημα «Το είδωλο», όπου ο μαθητής επιτιμά τους συμμαθητές του γιατί αδυνατούν «οι νήπιοι να διακρίνουν/ στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους». Στο ποίημα «Εν αναμονή» ο ποιητής στολίζεται για έναν ασαφή σκοπό περιμένοντας ίσως το αντικείμενο του πόθου του, όπως φαίνεται σε μια πρώτη επιπόλαιη ανάγνωση, αλλά μάλλον την έλευση του θανάτου, όπως αφήνει να φανεί ο τελευταίος στίχος, που μιλά για τη «στίλβη της άδηλης όψης σου». Νιώθει ωστόσο εξοικειωμένος με τη φθορά, αφού στην «Ουτοπία» σημειώνει πως «μες στης φθοράς την αγκαλιά/ μ’ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω».
     Πέντε ποιήματα έχουν ως θέμα τον θάνατο. Άλλοτε για τα αδέλφια που ο επισκέπτης βρίσκει νεκρά και τους αφήνει ένα μπουκέτο λουλούδια από την πατρίδα, άλλοτε για τον θάνατο που προτιμά ένα αρνί από τα δόντια του λύκου κι άλλοτε για τον θάνατο δεμένο με τη στιγμή της γέννησης μπροστά στα έντρομα μάτια ενός παιδιού που ξεχάστηκε από τη μαμή στο δωμάτιο του τοκετού. Τον «θάνατο» ενός δάσους ακόμη από τα χέρια των καταπατητών μέσα στο οποίο θα βρεθεί την επόμενη μέρα μια γυναίκα καμένη, μια γυναίκα που μπορεί να είναι είτε κάποια που αναζήτησε τον παράνομο έρωτα στου δάσους τις λόχμες είτε η ίδια η φύση προσωποποιημένη: «γιγάντια γυμνή γυναίκα/ ανάσκελα ξεψυχισμένη/ φαλακρή και λερή/ χωρίς μαστούς και φύλο/ την επομένη αντίκριζε/ το μάτι πικραμένο».
     Η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη κυριαρχείται από το συναίσθημα της μελαγχολίας και της αγωνίας που φέρνουν η φθορά και ο θάνατος αλλά και η αγωνία για τον έρωτα μα και για την έλλειψη αποδοχής της ποίησης, όπως φαίνεται στο πρώτο ποίημα, τη «Μεταφυσική», όπου σημειώνεται πως «το ποίημα τρέμει/ μήπως δεν συναντήσει αναγνώστες/ και μείνει αγέννητο».
     Οι τίτλοι των 35 ποιημάτων είναι όλοι σχεδόν μονολεκτικοί και υπαινικτικοί οι περισσότεροι, αφού δεν φαίνεται στον τίτλο το θέμα του ποιήματος, μια και ο ποιητής επιλέγει κάποια μεταφορά ως τίτλο.
     Στην ποιητική αυτή συλλογή του Στάθη Κουτσούνη συναντάει ο αναγνώστης πολλές ωραίες στιγμές και ταξιδεύει σε μονοπάτια υπαρξιακών αναζητήσεων και ερωτικής αγωνίας, αλλά ο επαρκής αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως ερωτικά και υπαρξιακά είναι απλώς διαφορετικής έναρξης αλλά κοινής τελικά, υπαρξιακής, απόληξης.
 
Αντώνης Μιχαηλίδης
[περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 17, Καλοκαίρι 2016, σελ. 253-255]

 

Αν δεν ήμουν
δεν θα ήσουν
 
Πάντα δοκιμάζω προσεκτικά… Εδώ όμως βυθίστηκα δίχως δεύτερη σκέψη. Τα Στιγμιότυπα του σώματος θεμελιώνονται σε διαφορετικά «υλικά». Σε αντιθετικά «υλικά». Ωστόσο μοιάζουν στην καθολικότητα των ουσιών τους. Έρωτας και θάνατος. Ζωή και θάνατος. Προετοιμασία θανάτου κατά την ισχύ της ζωής. Ό,τι συγκλονίζει τον άνθρωπο. Ό,τι ορίζει το θείο. Ακραίες συνθήκες  χειμάρρων. Πριν κατασταλάξουν στο ποτάμι. Δρόμοι  που κυλούν πριν καταλήξουν  στην πλατεία. Και τότε, εν ηρεμία, διηγούνται τις ορμητικές πορείες τους, φτάνουν ως τη συνειδητοποίηση του γίγνεσθαι. Αναγκαίες συγκρούσεις νοημάτων και εννοιών, που γεννούν αποδοχή και ρεαλισμό. Οι λέξεις εδώ μοιάζουν με βολές. Ορίζουν το πεδίο κυκλώνοντας και εκτελώντας την κατάλληλη στιγμή. Με αντιφατικές έννοιες αυτό το  «εκτελώ», αλλά εξηγεί με ακρίβεια τι συμβαίνει.  Κάθε λέξη και μια βελονιά  σπουδαίου  κεντήματος. Ανοίγει ο καιρός// η μέρα χαράζει/ φρεσκοπλυμένο ασπρόρουχο/ τεντωμένο στο σκοινί// και παρακεί/ στην αγκαλιά της σκόνης/ λαγοκοιμάται ο άνεμος. Οικονομία  απέναντι στην εικόνα. Σαν έμπειρες πινελιές ζωγράφου καθώς παρατηρεί και αποτυπώνει με ενάργεια ένα τοπίο, προσθέτοντας  το δικό του λαδάκι στην ανασύνθεση. Τραγουδούν πουλιά/ και το δέντρο χορεύει/ πράσινο θαύμαΤα δέντρα είναι ατίθασα παιδιά/ που ξεσαλώνουν μόνα τους στο δάσος/ μέχρι να φτάσει ο ξυλοκόπος. Όπου ανοίγοντας λαγούμι στο κάρβουνο, «Σωματογραφία επί 3»,  φτάνει στο  διαμαντικό. Κάτω απ’ τον αφαλό/ ιστός με πανιά νευρικά/ γυρεύοντας άνεμοΘέλω πάντα να με κοιτάζεις/ σαν λύκαινα που επέζησε/ μοναχή στον χιονιά για βδομάδες/ και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένηΧρυσάφι: Στα σκέλια σου ανάμεσα ανάσαινε/ ένα ξανθό σκοτάδι.Πόθος λάβας διασκορπισμένος στις σελίδες. Φλέβες πολύτιμου ορυκτού. Κι εγώ ακολουθώντας  τη μυρωδιά του έρωτα. Ως τον θάνατο που ελλοχεύει. Η «Μεταφυσική» τού ποιητή μάς εκπαιδεύει σε μια πορεία προς την αλήθεια. Όπου η κίνηση, ανεξάρτητα από ερεθισμένα σώματα και την αγωνιώδη αναμονή του άσπρου χαρτιού, καταλήγει αναπόφευκτα: κι ο δρόμος επιστρέφει λαίμαργος/ ένα χείλος μακρύ καταπίνοντας ζώα/ μηχανές και ποιήματα…κι έρχεται αίφνης η στιγμή/ που βουλιάζεις βαρύς/ στη λάσπη του αθροίσματος. Εικόνες λιτές, γυμνές σχεδόν, σαν σύμβολα σήμανσης κατεύθυνσης. Κατευθείαν από τις αφές μιας ερωτικής δαντέλας στην άβυσσο του ελάχιστου: μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια.
Ξέρει πως από τον έρωτα  θα φτάσει στην ουσία της ύπαρξης. Πένθος σ΄ ολόκληρο το σύμπαν, εδώ πλάι πένθος: εμφύλιος μαίνεται πόλεμος// ………// γιγάντια γυμνή γυναίκα/ ανάσκελα ξεψυχισμένη/ φαλακρή και λερή/ χωρίς μαστούς και φύλο/ την επομένη αντίκριζε/ το μάτι πικραμένο.
Θα μας φτάσει ως το τέλος. Αυτό θέλει ο ποιητής. Αλλά πρώτα πρέπει να περάσουμε τον λαβύρινθο που  δημιούργησε  σε τούτα τα 35 ποιήματα με λόγο ερωτικό. Ή μήπως δήθεν ερωτικό; Ενώ δεν είναι παρά ένας ύμνος στη ζωή καθώς ελισσόμαστε χέρι-χέρι σαν ελληνικός χορός· μπροστά ο θάνατος τιμώμενη ουσία. Όλη η συλλογή σε τεθλασμένη πορεία πίσω από μια  ευθεία-τέχνασμα: μα πιο πολύ παρατηρώ/ τη βία του ανέμου/ το τράνταγμα των κλαδιών και την άλωση// ετοιμάζομαι σύγκορμος να προσαρμοστώ/ ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα.
Σπάνια βρίσκει κανείς, όπως εδώ, λόγο χωρίς ψιμύθια, με λέξεις οξύτατες και ακριβείς. Με ισχύ έως τον εμπρησμό. Δίχως ειρωνεία. Με διαύγεια λόγου. Με τρυφερότητα για τη ζωή, αποδοχή του πεπερασμένου και ψύχραιμη συνείδηση κατά τη στιγμή της απώλειας. Η συντριβή ως  αναπόφευκτη ανάγκη. Επικρατεί ζεστασιά μέχρι κινδύνου εγκαύματος. Μέχρι και για την έκρηξη ηφαιστείου μας προετοιμάζει. Η αιωνιότητα με ζαλίζει// μες στης φθοράς  την αγκαλιά/ μ΄ ασφάλεια τον χρόνο μου θηλάζω…σε λίγο θα εκκολαφθεί καυτό/ ένα άλλο/ ατέλειωτο καλοκαίρι.
Μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, «αποτύπωμα εποχής και ιδέας», που, όσο και να φαίνεται στην αρχή  σαν ένα «προϊόν»  προσωπικών βιωμάτων, κρύβει το γενικό πίσω απ’ την σωστή δόση αφαίρεσης και ελλειπτικότητας: στις οδοντοστοιχίες της σκαλώνουν/ σαν υπολείμματα τροφής/ λέξεις ακονισμένες στην πέτρα// κι  όταν την πιάνει απελπισία/ δαιμονισμένη όρνιθα/ τινάζοντας από πάνω της  ψείρες// τα παιδιά της. Και βέβαια έχουμε   να κάνουμε με εξαιρετικά ελληνικά. Ξεχωρίζει  υπέροχο κορμί  πίσω απ’ το κελάδημα.  Έχεις την εντύπωση πως ένας μικρός θεός παίζει με  γλώσσα  απλή την διαλεκτική του. Δεν είμαι  εκείνος που ήμουν/ ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι// πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα/ μ’ ακουμπάει με το ραβδί της.Όλα ορίζουν εδώ μέσα πως η ζωή είναι κάθε φορά το θαύμα ενός διαλόγου. Όπου αντίθαμα είναι η συνάφεια μεταξύ του έρωτα και του θανάτου, μεταξύ της αγάπης και του θανάτου, μεταξύ της κίνησης και της ακινησίας, της αέναης έναρξης θα τολμούσα να μεταφράσω τον ποιητή: τώρα η κόρη μου μεγάλωσε/ κι  εγώ ομολογώ/ στο απαλό το χώμα τής κοιλιάς της/ λαχταρώ να χωθώ.
 
Σταύρος Σταμπόγλης
[περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχ. 55 , Νοέμβριος 2016, σελ. 101]

Ο Γιώργος Σεφέρης ταύτιζε τον άνθρωπο με το κορμί και το πνεύμα του (Μέρες Β΄, 26-5-32, σ. 65), χωρίς να προτιμά το ένα από το άλλο ή να υποτιμά το ένα έναντι του άλλου. Και ο Στάθης Κουτσούνης –άνθρωπος, κορμί και πνεύμα– γράφει τα Στιγμιότυπα του σώματος,  μεταφέροντας τα «φυσικά φαινόμενα» του πνεύματος στο σώμα, για να τους δώσει υπόσταση και να φανούν.
Πρώτο ποίημα της συλλογής η «μεταφυσική», όπου μια δυναμική ερωτική κίνηση, μια έντονα φορτισμένη, αισθησιακά, σκηνή, αναλαμβάνει ως μεταφορά τη λειτουργία των διεγερμένων εγκεφαλικών απολήξεων. Μήτρα ο εγκέφαλος, που περιμένει το γονιμοποιό σπέρμα, που ετοιμάζεται για την οδυνηρή γέννηση του ποιήματος· Δίας με ωδίνες στο κεφάλι. Η σελίδα γίνεται «γυναίκα ερεθισμένη» που αδημονεί «για τη στύση του εραστή της». Το ακόμη αγέννητο ποίημα, μέσα στη σκοτεινή μήτρα, τρέμει μήπως και δεν γεννηθεί, σαν apriori κατηγορία που περιμένει την έξωθεν αίσθηση για να την επεξεργαστεί και να καρποφορήσει τη γνώση, το ποίημα. Αυτού του, εν αναμονή, ποιήματος, έχει την αγωνία ο ποιητής και ταυτίζεται μαζί του. Σαν τα «Έξι πρόσωπα» του Πιραντέλο που «ζητούν συγγραφέα» για να φανούν επί Σκηνής και να εκθέσουν το οντολογικό τους πρόβλημα. Η τελευταία στροφή του ποιήματος «κι ο δρόμος επιστρέφει λαίμαργος/ ένα χείλος μακρύ καταπίνοντας ζώα/ μηχανές και ποιήματα»                    («μεταφυσική») σαν αδηφάγο τέρας καταπίνει κάθε ανθρώπινη δημιουργία. Η δυνατή μεταφορά, σαν τις παράξενες σκηνές του Ιερώνυμου Μπος, αδυνατεί να συγκρατήσει την έκρηξη του ονειρικού οράματος.
Το δεύτερο ποίημα της συλλογής, «χειμώνας», στη θέση ένα, θέτει σε κίνηση τους δείκτες ενός ρολογιού, στου οποίου τα άλλα τρία οριακά οριζόντια και κάθετα σημεία θα βρεθούν η «άνοιξη», το «καλοκαίρι» και το «φθινόπωρο». Σαν να λέμε η γέννηση: «Από πλημμύρα ερχόμουν/ νερά σπασμένα που μ’ έβγαλαν έξω/ και αντίκρισα χειμωνιάτικο φως». Η ακμή και ο υπαινιγμός μιας επικείμενης αλλαγής: «Ανοίγει ο καιρός/ …// και παρακεί/ στην αγκαλιά της σκόνης/ λαγοκοιμάται ο άνεμος». Η πτώση: «κάτω απ’ του πλατάνου τον ίσκιο/ κλωσάει το αυγό της η δροσιά». Και η κατάληξη: «ετοιμάζομαι σύγκορμος να προσαρμοστώ/ ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα». Ένα μικρό βιογραφικό, με όλα της ζωής τα συνακόλουθα: Νιάτα, ομορφιά, όνειρα, σκέψεις, στάσεις και αντιλήψεις για τη ζωή και το θάνατο.
Σ’ αυτή, λοιπόν, τη φορά, όπως οι δείχτες του ρολογιού και οι εποχές υπαινίσσονται, το θέμα είναι ένα και μοναδικό: ο ποιητής και το ποίημα. Ή καλύτερα ο ποιητής και το σώμα του, με την ακμή του και την ερωτική ορμή του, σώμα ερωτικό εργαλείο, που πάνω του παρατηρούνται αλλαξοκαιριές, που εκεί παίζεται το παιχνίδι των παραλλαγών, της μεταμόρφωσης και της πτώσης. Ωστόσο, πολύ ωραία και σοφά μέσα από το παράδειγμα της φύσης προβάλλουν το καθένα με τη δική του σημασία. Η φύση, ο χρόνος και ο θάνατος. Όλα ιδωμένα σε κάθε εποχή, από άλλη συναισθηματική αφετηρία, φωτισμένα με άλλο φως, με άλλη ωριμότητα, με άλλη λογική, εντέλει.
     Έτσι, οι ιδέες που έχουν γίνει εμμονές επανέρχονται με παρεμφερές αλλά και αλλιώτικο προσωπείο. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει, πιστεύω, το μη κατονομαζόμενο που «μεσάνυχτα φτάνει απ’ το δάσος/ μπαίνει στο σπίτι κρυφά/ με μάσκα να μην πνίγεται απ’ το λούστρο/ βλέπει τ’ αδέρφια του αγνώριστα/ φριχτά ταριχευμένα/ και τους αφήνει ένα μπουκέτο/ ευωδιές απ’ την πατρίδα» («σπονδή»). Είναι κι αυτό ένα μήνυμα της φύσης που θυσιάζεται για να κερδίζει έδαφος ο πολιτισμός. Κι έπειτα, μια τρυφερή ανάμνηση έρχεται σαν αναπλήρωση στην αγριότητα που έχει επιτευχθεί: «τα δέντρα είναι ατίθασα παιδιά/ που ξεσαλώνουν μόνα τους στο δάσος/ μέχρι να φτάσει ο ξυλοκόπος», «τα δέντρα είναι αδέσποτα σκυλιά/ που λιάζονται ανέμελα στους δρόμους/ ώσπου να έρθει μπόγιας ο ξυλοκόπος»· κι είναι η ανάμνηση Ανδρέα Εμπειρίκου, σαν «Ηχώ» «κάθε κτυπήματος των ξυλοκόπων» που  βαθιά στη μνήμη τους κρατούνε «τα τραγούδια που μάθαν όταν ήτανε παιδιά». Παιδί και η Άλκηστη (η κόρη του) και χαϊκού, και δέντρο που χορεύει στην πράσινη περίοδο της ζωής της:
  
τραγουδούν πουλιά
και το δέντρο χορεύει
πράσινο θαύμα
 
Και από αυτό το εικαστικό ιντερμέδιο –το «πράσινο θαύμα»– πάλι πίσω στη φύση, στη φρίκη, στο «πένθος», σ’ ένα ποίημα, όπου ο «ξυλοκόπος» (ασύδοτη εκμετάλλευση, οι καταπατητές, οι πυρκαγιές) θα μεταμορφώσουν το δάσος σε μια «γιγάντια γυμνή γυναίκα/ ανάσκελα ξεψυχισμένη/ φαλακρή και λερή/ χωρίς μαστούς και φύλλο/ την επομένη αντίκριζε / το μάτι πικραμένο»· σαν ηρωική πτώση  δεκαπεντασύλλαβου που έχασε τον φυσικό του χώρο, δείγμα του καταντήματος του «πράσινου θαύματος» και αλληγορία της ζωής εντέλει. Κι επειδή ο Κουτσούνης έχει και μουσική παιδεία δεν παραλείπει να μεταμορφώσει ένα ποίημα σε μουσικό κομμάτι, σε μια «φούγκα», με «πρελούδιο» και «επεισόδια» –«αρχή», «αγώνα», «τέλος»– όπου αντί για νότες έχει λέξεις, ως αντίστιξη στο «ποτάμι»-«σώμα» και στο ορμητικό του πάθος, πριν πέσει το «τέλος», βαριά αυλαία σε μια ζωή γεμάτη όνειρα και επιθυμίες.
Η εικαστική παιδεία αναφαίνεται διακριτικά, συνυποδηλωτικά και εξελιγμένη, για να χωρέσει σε κάδρο σημερινού ενδιαφέροντος. Η  «Ολυμπία» του Μανέ στο μεταξωτό ντιβάνι της, με το μαύρο κορδελάκι στο λαιμό, νομίζω πως βρίσκεται πίσω από τη «δαντέλα»: «στο τέλος έβγαλες το κάτω σου εσώρουχο/ αλλά το φόρεσες  ξανά κορδέλα στον μηρό» κι ενώ όλα ετοιμάζουν τη μεγάλη αισθησιακή στιγμή, το δαντελωτό εσώρουχο, με τις τρύπες, τού αλλάζει τη διάθεση: «μ’ έπιασε μια μελαγχολία/ στον συνειρμό του τρύπιου σώματος/ με τα δάχτυλα φίδια», όπου και πάλι ένας Ιερώνυμος Μπος κρυφοκοιτάζει υπαινικτικά. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, δεν διαρκεί, όλα είναι μάταια και περαστικά, όλα τρύπες και μάτια σκοτεινά του αδηφάγου χάους που απειλεί. Όλα ρέουν και αλλάζουν για τον Ηράκλειτο, κάτι που ο Κουτσούνης αντιλαμβάνεται σαν το «ραβδί» της Κίρκης πάνω του:
  
δεν είμαι εκείνος που ήμουν
ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι
 
πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα
μ’ ακουμπάει με το ραβδί της
 
Στην ίδια λογική με το «ραβδί» κινείται και η «ουτοπία», η «κλίμακα», ο «συνοδός»· σκιά, σαν άγγελος που τον παραστέκει, στην αρχή, αλλά ο ίδιος, σκιά της σκιάς του, στο τέλος, μακρινή πλατωνική περί αλήθειας και σκιάς αντίληψη. Το «Σφύριγμα της βάρκας» με τον πατέρα μέσα να οδεύει για τον Αχέροντα και να ψάχνει κέρματα «για τα διόδια», μας πάει σ’ ένα χώρο που ο ποιητής με τη φιλολογική του παιδεία ελέγχει καλά και δείχνει τα περάσματα από τον κόσμο των αισθήσεων και των συναισθημάτων στο μύθο, ανασυνθέτοντας τα κομμάτια του παζλ από εκείνο που ήταν, που είναι και θα γίνει. Στο «ρητορικό» ερώτημα «Ποιος λοιπόν θ’ αφανιστεί/ εγώ/ ή/ εσύ», η απάντηση είναι προφανώς ο ίδιος και όχι η Ποίηση, που άρχισε οργιαστικά στο πρώτο ποίημα να γράφεται. 
 
 
Ανθούλα Δανιήλ
[περιοδικό Φρέαρ, τεύχ. 18, Φεβρουάριος 2017, σελ. 175-177]

Ένα βιβλίο που μου άρεσε

Η αρχική μορφή της γυναικός
ήτο το πλέξιμο των λαιμών
δυο δεινοσαύρων.
   Α. Εμπειρίκος
 
Η σάρκα στη θαυμαστή μεγαλοπρέπειά της, η σάρκα με τα υγρά, τους αφρούς, την αβάσταχτη χλωρίδα και πανίδα της, τον ερωτισμό, τον αισθησιασμό, τους τρόμους, τα πένθη, τη διεκδίκηση, την παραίτηση, η σάρκα-πρωταγωνιστής, με τη λάμψη της, την αίγλη της, τον εξαίσιο θρίαμβο της υλικότητάς της – ιδού ποιός ομιλεί στο βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη Στιγμιότυπα του σώματος. Η ίδια η ύλη (η φωτισμένη από τους εκτυφλωτικούς προβολείςτης ποίησης) μεταφέρει μαζί με την ομορφιά της τον απόηχο της φθοράς, όπως αυτή συμβαίνει μέσα στο ανθρώπινο σώμα, αλλά και την ακράτητη πείνα για ζωή, μια ζωή που κανείς δεν μπορεί να απολαύσει αμέριμνα, γιατί μαζί με την ύλη έρπει το μεγάλο φίδι: o θάνατος.
Πώς νικιέται ο θάνατος; Η μάλλον, πώς ξορκίζεται; Μα με το ίδιο το σώμα, την θερμή παρουσία του σώματος, τη δράση, τη φλόγα, την ενέργειά του, αφού, όσο υπάρχει σώμα υπάρχει βίος, μια απόδειξη βίου. Άλλωστε ο ερωτισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μια αντίσταση στον θάνατο, η καλλιτεχνία της συνεχιζόμενης ύπαρξης και συχνά μια καλά κρυμμένη απελπισία, που ντύνεται τη ζωή και μεταμφιέζεται σε πόθο, ώστε να διαχειριστεί τούτο το παράφορο μένος ως ασπίδα ενάντια στην εξαφάνιση. Έτσι το σώμα καταφάσκοντας τη σεξουαλικότητα (δια της οποίας συνεχίζεται η ζωή) πετυχαίνει και την υπαναχώρηση της νόησης (της σκέψης που πυροδοτεί το φιλοσοφικό ερώτημα για την ύπαρξη), γλιτώνοντας προσώρας από κάθε πόνο, καθώς στέκεται να πιει νερό εκεί  όπου αναβλύζει το αρχέγονο ένστικτο της έλξης των δύο φύλων.
Αυτά, ως μια πρώτη ανάγνωση του βιβλίου του Στάθη Κουτσούνη, ενός καλού ποιητή, που μας έχει δώσει μέχρι τώρα ενδιαφέροντα βιβλία με ωραία προσεγμένη γλώσσα και άρτια μορφολογική δομή. Αν και η συλλογή του αποπνέει έναν άκρατο ερωτισμό, εντούτοις εγώ δεν βλέπω εδώ τον έρωτα (το ερωτευμένο βλέμμα και το ψυχικό γεγονός) αλλά τη σαρκική χαρά και τη δοξολογία της (όπως τη γνωρίσαμε π.χ. στα κείμενα του Εμπειρίκου, χωρίς φυσικά τις εξεζητημένες προκλήσεις εκείνου), μια καθαρά σωματική κατάσταση που δεν αναφέρεται μόνο στη γυναίκα, αλλά και στην ίδια τη ζωή. (Ο τίτλος της συλλογής Στιγμιότυπα του σώματος επεξηγεί με ακρίβεια τις προθέσεις του Κουτσούνη, τη διάθεσή του να καταγράψει στιγμιότυπα αισθησιασμού και όσα ο αισθησιασμός υπονοεί – την ανάγκη της επιβεβαίωσης, τον βαθύτερο φόβο για μια ουσιαστική επαφή, την κυριαρχία των ενστίκτων ως υποκατάστατο της ελευθερίας, την μετάθεση του ψυχικού άλγους σε μια πιο αβαρή δράση.)
Η παρούσα ποιητική σύλληψη είναι γεμάτη δροσιά, έχει κάτι από την εφηβική διάθεση ενός νεαρού που προβάρει με ενθουσιασμό την ανδρική σεξουαλικότητα ή ενός ενήλικου που επανακάμπτει με κέφι στην ερωτική ζωή για να διαχειριστεί την κατάσταση από άλλη οπτική. Κατά τα άλλα, ο Κουτσούνης δεν απομακρύνεται από το γνωστό του στίγμα: το βιβλίο του είναι προσεγμένο, ζωηρό, θερμό, με ακρίβεια στη γλώσσα, με ωραίες εικόνες, δηλαδή η εργασία ενός έμπειρου κατασκευαστή και γνώστη του ποιητικού γεγονότος.
Το πιο βαθύ επίπεδο μας δίνεται σε δυο ποιήματα για τον πατέρα, όπου καταγράφεται το υπαρξιακό κλίμα μέσα από μια εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, βαριά και ερεβώδη, θέτοντας πιο φανερά τα μέτρα του ανθρώπινου όντος σε σχέση με τη φθαρτότητά του. Ο θάνατος πρωταγωνιστεί εδώ, και δι’ αυτού, ένα μεταφυσικό ρίγος που συγκροτεί τον αντίποδα της ανάλαφρης ερωτικής αφήγησης, ισορροπώντας έτσι την όλη σύνθεση.
     Η επίγευση του παρόντος βιβλίου μου φέρνει στο νου το νόημα από μια φράση του Νίκου Καρούζου: «Την γυναίκα μην την αφήσεις ποτέ να σου πάρει το διαμάντι της ερημιάς». Αισθάνομαι ότι ο Κουτσούνης, ευρισκόμενος σε μια ιδιαίτερη περίοδο της ζωής του, κρατά σφιχτά στο χέρι του αυτό το διαμάντι, περιδιαβαίνοντας εικόνες του θήλεος και όχι το ίδιο το θήλυ, συναντώντας δηλαδή τοπία μιας ξένης γης, στα οποία ακουμπάει το άλγος και την ξενότητα της δικής του ύπαρξης, χωρίς εντούτοις να αρνιέται την απόλαυση της συνάντησης.
 
 
Κλεοπάτρα Λυμπέρη
[περιοδικό Δίοδος, τεύχος 11, Φεβρουάριος 2017, σελ. 170-171]


© 2015-17 Στάθης Κουτσούνης | fb icon