Έντομα στην εντατική

 

5  Στάθης Κουτσούνης 
Έντομα στην εντατική 
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
 
Έντομα έχουν εισβάλει στην εντατική και απειλούν επίμονα τον ασθενή. Η διάθεσή τους είναι κανιβαλιστική. Η μόλυνση του αποστειρωμένου χώρου ορατή. Θα επιβιώσει ο ασθενής; Ποιος όμως είναι ο ασθενής και ποια τα έντομα;
Ο Στάθης Κουτσούνης, στην πέμπτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Έντομα στην εντατική, καταθέτει ποιήματα-αντανακλάσεις ενός ιδιαίτερου οικολογικού βλέμματος. Παράλληλα, βαδίζοντας στις ατραπούς της ενοχής και του τρόμου, επιχειρεί να ακτινογραφήσει σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης και συμπεριφοράς. Για να καταλήξει στην αναγκαιότητα της σιωπής και τη διέξοδο της ποίησης. 

Ποιήματα

νύχτα ξυπνάει από μέσα
και βγάζει έξω τα κεφάλια της
από τις τρύπες του κορμιού μου
προς τα χαράματα της κόβω ένα
που πετάει αφρίζοντας ολόγυρα
μα ο σφαγμένος λαιμός
δικέφαλος την επομένη ξεφυτρώνει
 
χρόνια τώρα παλεύω
κυκλωμένος από κεφάλια
άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα
που με απειλούν επίμονα
έντομα στην εντατική
 
ξεχνώ ο αδαής να κάψω
κάθε κεφάλι όταν το κόψω

αστραφτερό και ανοξείδωτο υψώνεσαι
ευθυτενές στο τοπίο της κουζίνας                                                    
ανεντοίχιστο και ανεξάρτητο
ψύχραιμο απέναντι στη θερμότητα
των ηλεκτρικών αδελφών σου
ό,τι περισσότερο σ’ εσένα θαυμάζω
είναι ο τρόπος που εκφράζεσαι                                
διακριτικότατος σε σχέση
με τη θορυβώδη και οχληρή
φλυαρία του απορροφητήρα
κλάμα βουβό μοιρολόι
μακρόσυρτο για τα φονικά
που συντηρείς στην κοιλιά σου
 
ίνοξ απέριττο του φονιά οπτασία
του σφαγμένου ζώου η τελευταία
ανώφελη ελπίδα
ίνοξ πανέξυπνο πολυδύναμο                        
(όχι όμως και παντοδύναμο)
συγκοινωνούντα δοχεία τα κρανία μας
κρύβεις κι εσύ στα βάθη του εγκεφάλου σου
 
κυψέλες γεμάτες ενοχές 
 

μπαίνω στο σπίτι εξαντλημένος
τα εκσφενδονίζω ανάμεσα στις πολυθρόνες
κι απλώνομαι στον καναπέ να ξανασάνω
 
είναι ζεύγος αχώριστο
τα χαζεύω και σκέφτομαι
με ισόβιον όρκο συμβίωσης
όσο κι αν με κουράζουν ενίοτε
με προστατεύουν κιόλας ασφαλώς
κι όπως εκτός υπηρεσίας
παίρνουν τις πόζες τους
φωτογράφους εμπνέουν και ζωγράφους
αλλά και ποιητές ακόμα
 
έτσι καθώς επίμονα τα κοιτούσα
με κοιτούσαν κι εκείνα
και το πρόσεξα που άρχισαν να χαλαρώνουν
και να σκαρφαλώνουν δειλά στις πολυθρόνες
κι ώσπου να αγχωθώ
μη μου λερώσουν τα καλύμματα
μήτε που κατάλαβα πώς οι σπίλοι μου
απολεπίζονταν και ιδρώτας
μ’ ένιβε εξαγνιστήριος όταν
ακαριαίως έγιναν κουνάβια
και λάκισαν απ’ το παράθυρο
 
τα παπούτσια μου

έβγαλα βόλτα σήμερα
την κόρη μου στο πάρκο
την κρατούσα απ’ το χέρι και προχωρούσα
στην παιδική χαρά με τις κούνιες
τις τσουλήθρες τις τραμπάλες τα μονόζυγα
 
τι συνέβη τώρα κι έγινε
η κόρη μάνα μου κι εγώ
το παιδί που την άρπαζα
απ’ το φουστάνι κι έτρεμα
να μη μου φύγει και τη χάσω
ποτέ δεν το κατάλαβα αναγνώστη
 
έτρεμα μόνο ελάφι στο δόκανο
κι απ’ την πολλή την ένταση
να τρέξει ο χρόνος
να γλιτώσω από τον τρόμο
έγινα γέροντας
και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον
να με βαστάζει από το μπράτσο
βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο
σακάτη από τα γηρατειά
 
κι η τρομάρα του παιδιού
είναι αλήθεια μου πέρασε
γιατί εκεί που έφτασα
δεν είχα τίποτα πια να χάσω
 
μ’ αδράχνει τότε ακόμα πιο μεγάλος τρόμος
–που δεν είχα τίποτα πια να χάσω–
πολύ μεγάλος τρόμος αναγνώστη
τόσο μεγάλος και βαρύς που γλιστράω
από της κόρης μου το χέρι
και βουλιάζω
βουλιάζω μες στην καταπράσινη
τη χλόη του πάρκου
 

κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο
του διαμερίσματός μου
 
στις ταράτσες η βλάστηση
έχει φουντώσει για καλά
δέντρα μεγαλόκορμα
με εβένινο φύλλωμα ψηλά
σαν καμινάδες που καπνίζουν
πλήθος βλαστοί ευθυτενείς
με παρακλάδια και ροδάμια
όπως κεραίες τηλεόρασης
θάμνοι πλατύφυλλοι σαν ηλιακοί
αμπελώνες γεμάτοι καρπούς
όπως απλώστρες με εσώρουχα
και περιστέρια σαν μανταλάκια
καμουφλαρισμένα κοτσύφια και τσίχλες
σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες
 
πίνακας κρεμασμένος στο στερέωμα
το αστικό δάσος
τέλεια καθηλωμένο
τέλεια στατικό
μακάριο και χωρίς
ανασφάλειες και φόβους
 
και προπάντων χωρίς
τον τρόμο της πυρκαγιάς
 

Κριτική

Η ποίηση είναι απείκασμα της σιωπής
 
Η ποίηση είναι μια μοναχική ενασχόληση, μια μορφή ενδοεπικοινωνίας, ένα είδος πτητικής συσκευής για ανθρώπους ευαίσθητους που βιώνουν εντονότερα τους ήχους και τους απόηχους, τους κραδασμούς του πόνου.
Δεν έχει κανείς λόγο να γράψει ποίηση –ούτε πουλάει, ούτε συμφέρει η ποίηση. Πρόκειται για δραστηριότητα άσκοπη και αναγκαία: δηλώνει την παρουσία του γράφοντος, αποτυπώνει ψυχικά δρώμενα –κατάθεση εκ βαθέων.
Είκοσι χρόνια και πλέον ο Στάθης Κουτσούνης θητεύει στην ποίηση. Η πρώτη του συλλογή Σπουδές για Φωνή και Ποίηση κυκλοφόρησε το 1987 και η παρούσα είναι η πέμπτη συλλογή του. Ενδιάμεσα βγήκαν κατά σειρά οι συλλογές Τρύγος αιμάτων (1991), Παραλλαγές του μαύρου (1998), Η τρομοκρατία της ομορφιάς (2004). Πρόκειται λοιπόν για σταθερή, σοβαρή και δημιουργική σχέση του Στάθη Κουτσούνη με την ποίηση, καρπός της οποίας είναι και η νέα του συλλογή Έντομα στην εντατική.
Στη νέα του συλλογή με τον παράξενο τίτλο βρίσκουμε να επανέρχονται περιθωριακά ορισμένα παραμόνιμα ψυχικά μοτίβα του ποιητή: λειτουργεί π.χ. το ψυχικό κύκλωμα μοναξιά - απειλή - φόβος - τρόμος - θάνατος (βλ. τα ποιήματα των σελίδων 9, 10, 12, 13, 22, 23) ή χρόνος - φθορά - απώλεια - ματαιότητα (βλ. ποιήματα σελίδων 11, 18, 19, 28, 29, 30, 32, 34), επανέρχονται ζητήματα ποιητικής και η σύνδεση της ποιητικής δημιουργίας με τη γέννα (σελ. 14, 42) θέμα που αναπτύσσεται με πολλές παραλλαγές στην Τρομοκρατία της Ομορφιάς, επανέρχεται η εκπαίδευση και το σχολείο (σελ. 20, 21), η ενοχή και η τύψη (σελ. 24, 25).
Το νέο στοιχείο που εισάγεται ως θεματικό κέντρο και διαποτίζει τη νέα συλλογή είναι το ιδιαίτερο και πρωτότυπο οικολογικό βλέμμα στα πράγματα και στην καταγωγή τους: με αφετηρία ορισμένα προϊόντα της καθημερινής ζωής μας ή ορισμένα υλικά (ίνοξ, ενδύματα, υποδήματα, δερμάτινα κ.ά.) ο ποιητής ανάγεται στις πρώτες ύλες τους και εντεύθεν βέβαια στην καταστροφή της φύσης και της ζωής. (Βλ. ποιήματα των σελίδων 15, 16, 26, 27, 31, 36, 37, 38, 39).
Όμως η σχέση φύση-πολιτισμός δεν τίθεται μονόπλευρα ως οικολογική συνείδηση διαμαρτυρίας αλλά περνάει έμμεσα με τη μορφή στοχαστικής διαλεκτικής, όπως σ’ αυτούς τους στίχους: δεν είμαι η κιθάρα / είμαι το δέντρο που έκοψαν κάποτε / για να φτιάξουν μια κιθάρα / δεν είμαι δέντρο / είμαι η κιθάρα που επέστρεψε στο δέντρο / τούτες οι μελωδίες / είναι τα πουλιά που ελευθερώθηκαν / και το ώριμο φως / ανάμεσα στις φυλλωσιές-χορδές / είναι απείκασμα φωνής αδέσμευτης // η σιωπή.
Ίσως και η ποίηση να είναι απείκασμα της σιωπής.
 
Κώστας Μπαλάσκας
[περιοδικό Νέα Παιδεία, τεύχος 128, Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2008, σελ. 145]

Ο Στάθης Κουτσούνης κρατά σταθερή τη γραμμή αίματος που μεταγγίζει στην ποίηση, για να εισπράξει το ποσοστό της ομορφιάς που του αναλογεί.  Κάθε συλλογή αποδεικνύει έναν νέο αγώνα και φανερώνει τα μέσα που χρησιμοποιεί.
Η συλλογή παίρνει τον τίτλο της από στίχο του πρώτου ποιήματος, «Η λερναία ύδρα», της οποίας τα κομμένα κεφάλια σαν «έντομα στην εντατική» περιμένουν τη στιγμή της επανεπίθεσης. Ο κόσμος των ποιημάτων, κόσμος κατά κανόνα νυχτερινός, μας φέρνει στο νου ανάλογες νύχτες του Μπάιρον και της παρέας του. Οι εφιάλτες, δηλαδή, έχουν σημαντική παρουσία στη διαδικασία, εφόσον οι άυπνες, δημιουργικές του νύχτες πλάθουν τους δικούς τους παραισθητικούς, αλλόκοτους και εφιαλτικούς κόσμους, όπου η ιδιάζουσα διάθεση, το εξωλογικό και το παράλογο όχι μόνο δεν είναι αμελητέα αλλά κυριαρχούν. Σ’ αυτούς τους κόσμους μας εισάγει ο ποιητής με τα Έντομα στην εντατική.
Συγκεκριμένα, το σκοτάδι θα ευνοήσει τη δημιουργία καταστάσεων που η ημέρα θα σκορπίσει. Νύχτα σηκώνεται από την ακόρεστη δίψα του για επικοινωνία, να σκαλίσει τα άδυτα της τηλεφωνικής συσκευής και εκεί μέσα στα γυμνά καλώδια, «τις ίνες του σύρματος», και σαν μακρινή ανάμνηση των αγαπημένων φωνών του Καβάφη, να αναζητήσει τις «φωνές που έχουν χαθεί»: «ποικίλες φωνές     λάγνες υγρές λαχανιασμένες / ψίθυροι κλάματα κραυγές / φωνές επίμονες αισχρές ενίοτε / χαρμόσυνες μεθυστικές ή απελπισμένες / αγκυλωμένες πλην όμως ζωντανές // των εξαφανισθέντων φτυστές η απουσία».
Μέσα στο ίδιο του το σπίτι θα δει τα πράγματα που τον περιβάλλουν να μεταλλάσσονται, να αυτονομούνται, να αποκτούν υπόσταση που δεν έχουν και να μεταμορφώνονται σε απειλητικά τέρατα, που διεγείρουν τους φόβους του, τις ενοχές του, τις πάσης φύσεως ανησυχίες του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μας δίνει το εγκωμιαζόμενο ίνοξ-ψυγείο («Εγκώμιον»), ένα ποίημα που έχει συντεθεί με τον τρόπο της διαφήμισης, θα λέγαμε: «ίνοξ απέριττο του φονιά οπτασία / του σφαγμένου ζώου η τελευταία / ανώφελη ελπίδα / ίνοξ πανέξυπνο πολυδύναμο / (όχι όμως και παντοδύναμο) / συγκοινωνούντα δοχεία τα κρανία μας / κρύβεις κι εσύ στα βάθη του εγκεφάλου σου // κυψέλες γεμάτες ενοχές».
Το πέρασμα από την ψυχαναλυτική στην οικολογική πλευρά των ποιημάτων γίνεται αβίαστα. Η ντουλάπα είναι το πεδίο μάχης, όπου η φύση αναδεικνύεται νικήτρια, εμψυχώνοντας τα μάλλινα, τη λεοπάρδαλη και το βιζόν, ενεργοποιώντας την πρώτη ύλη και καταγωγή τους, για να δραπετεύσουν και να γυρίσουν στο δάσος. Παρόμοια και στο «Δερμάτινο», όπου ο μεταλλαγμένος σε σακάκι πάνθηρας θυμάται τη μακρινή του φύση, ενώ στο ποίημα «Τα κουνάβια» τα παπούτσια, μεταμορφωμένα σε  κουνάβια, δραπετεύουν κι αυτά «απ’ το παράθυρο».
Κι ενώ εκεί τα ρούχα σφάζονται, στο γραφείο τα βιβλία ξεσκίζονται για μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης, έστω και παροδική, για λίγη καταξίωση. Όπως ανήσυχα ο ήρωας παρατήρησε, στα ράφια «ορισμένοι τόμοι» «επαίρονται» και «μειδιούν με θρίαμβο», ενώ από τα άλλα βιβλία «λίγα φαίνονταν ακαταμάχητα / και μερικά έδειχναν να κερδίζουν / προσωρινά έστω τη θέση τους / αλλά τα πιο πολλά εξανεμίζονταν / και βαριά  τραυματισμένα / ή και νεκρά πέφτανε χάμω».
Και ο παραλογισμός της ζωής συνεχίζεται. Στο ποίημα «Αυτοπεποίθηση» φαίνεται η αντικατάσταση του φυσικού από το τεχνητό. Η ταράτσα της πολυκατοικίας έχει γίνει δάσος από τις κεραίες της τηλεόρασης, τις απλώστρες και τα μανταλάκια. Το δάσος απόμεινε κρεμασμένη ζωγραφιά στο στερέωμα, «μακάριο … χωρίς / τον τρόμο της πυρκαγιάς». Ωστόσο η πολυθρόνα δεν σταματά να ονειρεύεται το δάσος, παρά την πολιτιστική της αναβάθμιση στο σαλόνι. Με περισσότερο πάθος η κιθάρα θρηνεί το είναι και μη είναι της, τη διπλή της ταυτότητα: «δεν είμαι η κιθάρα / είμαι το δέντρο που έκοψαν κάποτε / για να φτιάξουν μια κιθάρα / δεν είμαι δέντρο / είμαι η κιθάρα που επέστρεψε στο δέντρο / […]».
Κάποια άλλη νύχτα, ο ποιητής με ανακούφιση παρατηρεί ότι το σπίτι άδειασε από τα έπιπλα και γέμισε με τα προγονικά των επίπλων δέντρα. Πρόκειται για την εκδίκηση και διεκδίκηση της φύσης, μέσα στη συνείδησή του, όπου η εικονικότητα κυριαρχεί και η μετάλλαξη του φυσικού σε τεχνητό θριαμβεύει.
Στον κόσμο της μεταλλαγμένης πια φύσης έρχεται να προστεθεί και το «Θηριοτροφείο», ένα ποίημα που μας δίνει την εικόνα των μαθητών σ’ ένα σχολείο. Τη σχέση του δάσκαλου με τα παιδιά και τον καθημερινό αγώνα του να ασκήσει το ρόλο του. Ποιος έχει το πάνω χέρι; Άλλος  φαίνεται κι άλλος είναι. Πρόκειται και πάλι για μια πράξη θυσίας, που χρειάζεται και αυτή αίμα για να στεριώσει. Γιατί δεν είναι μόνο η ποίηση που απαιτεί το αίμα του ποιητή, είναι και ο ρόλος στην έδρα, ο καθημερινός αγώνας και η ανάλωση στη «λαίμαργη παιδικότητα» («Οφειλή»). Στο μεταλλαγμένο ζωικό βασίλειο ανήκει και ο υπολογιστής, που στην απέραντη κοιλιά του κρατάει τον ποιητή στη μνήμη του, με τον κίνδυνο που διατρέχουν και οι δύο να χαθούν από λάθος χειρισμό.
Μιας άλλης, θα λέγαμε, συναισθηματικής διάθεσης είναι  τα δύο μικρά της «Ερημίας». Ωραία η αναφορά στη Σαπφώ, από την οποία ο ποιητής διαφοροποιείται χωρίς να διαφοροποιείται: «ου μόνος κατεύδω / μα είμαι μόνος», ενώ οσκαρουαλδικό φαίνεται το ποίημα «Στίξη», όπου σαν άλλος Ντόριαν Γκρέι διαπιστώνει στο καθρεφτιζόμενο είδωλό του, και όχι στο πορτρέτο του, το πέρασμα του χρόνου: «κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη // γεμάτο το σώμα μου στίγματα / τύψεις του χρόνου».           
Και ο χρόνος τρέχει. Ελάχιστα τον αγγίζει ή τον σταματά η φωτογραφία («Εικονικότητα»). Αντίθετα, με μια ενδιαφέρουσα  παράβαση, ο όρος με τη λογοτεχνική του έννοια, στο ποίημα «Καταβύθιση», ο ποιητής βγαίνει από το κείμενο για να απευθυνθεί στον «αναγνώστη»,  προσωπικά και κατ’ ιδίαν, να  εξομολογηθεί τον τρόμο του  για το χρόνο που φεύγει, με της μικρής κόρης του το χέρι στο χέρι του. Η προβολή στο μέλλον δείχνει έναν γέροντα πατέρα. Ποιος κρατάει ποιον; Το χλοερό πάρκο, αδηφάγο, τον περιμένει να βουλιάξει, διατηρώντας τη ζωντάνια του από των καταβυθισμένων την απώλεια.
Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, με κέντρο της το μυαλό, την καρδιά και την ψυχή του δημιουργού και ακτίνα της την  τέχνη, διαγράφει τον κύκλο της περνώντας από τις εμμονές του ποιητή, την οικολογία, το χρόνο, την απουσία. Έτσι, με την παιδεία του, την ευαισθησία του και αίσθημα ευθύνης απέναντι στα πράγματα και τη ζωή, ο Στάθης Κουτσούνης ανεβαίνει με σιγουριά τα ράφια της «βιβλιοθήκης» και βαδίζει σταθερά το δρόμο στο ποιητικό «δάσος».
 
Ανθούλα Δανιήλ
[περιοδικό ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ, τεύχος 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σελ. 123-126]

Η πέμπτη συλλογή του Στάθη Κουτσούνη είναι ο δεδηλωμένος φόβος και τρόμος στο αποκορύφωμά τους. Είναι το τρομαγμένο ζώο, που είναι ο άνθρωπος, όταν παραδέχεται ότι δεν είναι το μοναδικό πλάσμα επί γης, αλλά αποτελεί ένα μέρος από το όλον, που είναι η Φύση με την ύλη της και την αντιύλη της. Διαβάζουμε στο «Σασπένς»: «Ο άντρας που σωπαίνει/ είναι ένα κουβάρι φόβος/ που ξετυλίγεται ατέρμονα/ στο πουθενά// ο άντρας που τρέμει/ είναι μια ματωμένη πέστροφα/ στα δίχτυα τ’ ουρανού». Το μη περαιτέρω δεν είναι περατωμένο, γιατί ακόμη τα πράγματα και τα ονόματά τους δεν έχουν υπογράψει τη διαθήκη τους, είναι όμως το χάος που έχει επισπεύσει τις διαδικασίες προς τη γνώση του εαυτού. Εδώ, δεν θα βρούμε εσχατολογικού τύπου θεολογία ούτε μεσσιανικές λύσεις. Οι λύσεις δεν έρχονται από τις μεγάλες αφαιρέσεις, ούτε αποκτούν οπαδικότητα από τις ιδεολογίες. Τα πάντα είναι –δρομολογημένα αν κρίνουμε από την αφιέρωση: μνήμη Μίλτου Σαχτούρη– στον βαρύ ανασασμό και αναστεναγμό του πάσχοντος ανθρώπου, που τελειώνει μέσα σ’ ένα δωμάτιο, από τα αποθέματά του και, καθώς χάνει τις δυνάμεις του, χτυπιέται, ξαναχτυπιέται, πέφτει στο πάτωμα, σπαράζει, ουρλιάζει. Το βιβλίο, όμως, δεν είναι μία μελέτη θανάτου, γιατί ακόμη αργεί ο χρόνος, το σώμα που θα κάμψει. Το γήρας δεν είναι το απόμακρο, όμως ο μεσήλικας έχει αρχίσει να κουρντίζει την πένθιμη άρπα του. Μόνον που ακόμη είναι νωρίς για το αβύθιστο βυθιζόμενο πένθος. Έως τότε η ελεγεία. 

 
Βασίλης Κ. Καλαμαράς
 [εφημερίδα Ελευθεροτυπία [Βιβλιοθήκη], 24 Οκτωβρίου 2008]

Να, λοιπόν, μετά την Τρομοκρατία της ομορφιάς (Μεταίχμιο 2004) και η «τρομοκρατία» από Έντομα στην εντατική (2008). Με γοητεύουν τα υποκείμενα αδιέξοδα, οι καταληκτικές ματαιώσεις, οι ευρηματικές ανατροπές. Αν και «ο τρόμος/διαρκεί εις το διηνεκές», ο ποιητής δεν μας αφήνει τελείως χωρίς ελπίδα. Μας στηρίζει η «Επιστροφή» που επιβεβαιώνεται με τη διαδοχή της από την «Επαναφορά». Νομίζω ότι η πυκνή σε νοήματα και δυνατή στην έκφρασή τους γραφή, εδραιώνει τη θέση του Στάθη Κουτσούνη στη σύγχρονή μας ποίηση.

 
Γεράσιμος Ρηγάτος
[περιοδικό INDEX, τεύχος 27, Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009, σελ. 87]

Ο απάνθρωπος κόσμος του φανταστικού
 
 «Η ποίηση σε μια πρώτη παρόρμηση, καταστρέφει τα αντικείμενα που συλλαμβάνει και τα αποδίδει, μέσα από μια καταστροφή, στη φευγαλέα ρευστότητα της ύπαρξης του ποιητή. Μ’ αυτό το αντίτιμο ελπίζει να ξαναβρεί την ταυτότητα κόσμου και ανθρώπου».
 
                                                              Georges Bataille, Η λογοτεχνία και το κακό
 
Οι φαντασματικές μορφές, οι σωματοποιημένες αόριστες έννοιες, όπως ο χρόνος, ο τρόμος και η σιωπή, οι εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου αλλά και τα μυθολογικά τέρατα είναι οι πρωταγωνιστές της νέας ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη, με τίτλο Έντομα στην εντατική. Όλα μέσα στο βιβλίο καταλήγουν απρόσμενα, όταν τα νέα δεδομένα βασανίζουν και φθείρουν τα ανθρώπινα πλάσματα, όταν τα οικεία αντικείμενα τείνουν να χάσουν τη φόρμα τους, ασφυκτιώντας μέσα στον εγκλωβισμό τους. Η εξέλιξη, η τεχνολογία, ο σύγχρονος ισοπεδωτικός τρόπος ζωής μοιάζουν να καταπιέζουν τον ποιητή, καθώς τον σφίγγουν σαν ασφυκτικός κλοιός.
Η βαρβαρότητα του σύγχρονου αστικού τοπίου και η στειρότητα του οικείου περιβάλλοντος συνθέτουν όλα εκείνα τα ακρωτηριασμένα, δολοφονημένα ή ευνουχισμένα απολιθώματα που στοιχειώνουν τις νύχτες και τα όνειρά του. Η λαχτάρα για μια φυσική ζωή, απαλλαγμένη από τοξικές ουσίες και δηλητήρια, οδηγούν σε αρχέγονες δομές, σε πρωταρχικές μορφές. Ο ποιητής μοιάζει να συνθλίβεται κάτω από τους όγκους οικείων αντικειμένων, που μεγεθύνονται, ζωντανεύουν και παίρνουν εφιαλτικές διαστάσεις, όταν τον αγγίζουν με τα πρωτόγονα όπλα τους: δόντια, νύχια, κλαδιά.
Μέσα από τη σαγήνη των φαντασιώσεών του επιθυμεί να επιστρέψει στο φυσικό περιβάλλον, επιζητώντας την απόδραση σε μια κοινωνία αμόλυντη, ελεύθερη, ανεπιτήδευτη, απλή. Μέσα από τις εικόνες της υπερτροφικής και παραμορφωτικής φαντασίας του αποβάλλει ουσιαστικά όλους τους τρόμους, όλες τις βίαιες στιγμές της καθημερινότητάς του, προκειμένου να τις εξαγνίσει, να τις σμιλεύσει, να τις ζωγραφίσει με τα χρώματα της απόλυτα προσωπικής του παλέτας, να τις ντύσει με τις νότες της δικής του μουσικής, επιστρέφοντας με ευλάβεια όλα τα πρώην «ζωντανά» που μας περιβάλλουν στη μήτρα της ύπαρξής τους: «πετάγομαι χαράματα από λήθαργο / κι αντικρίζω δασωμένο / ολόκληρο το σπίτι / […] // έμεινα άναυδος για ώρες / κουτουλώντας στους κορμούς / σαστισμένο κατοικίδιο / που χάθηκε στο δάσος / ώσπου εξαγνισμένος / κατάλαβα πως επιτέλους // έλειπαν από παντού τα έπιπλα». Ο Κουτσούνης δεν διαπραγματεύεται την ελευθερία του, απλώς τη διεκδικεί, σπάζοντας τις φόρμες και απελευθερώνοντας όλες τις δαιμονοποιημένες αλήθειες του. Έντομα, αιλουροειδή, τρωκτικά βουίζουν, βρυχώνται, σείονται, θορυβούν, «διαλαλώντας» την κοσμοθεωρία του: «χρόνια τώρα παλεύω / κυκλωμένος από κεφάλια / άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα / που με απειλούν επίμονα / έντομα στην εντατική». Στην προαιώνια διαμάχη Καλού-Κακού για το ποιο θα επικρατήσει, οι ρόλοι εναλλάσσονται, το Καλό γίνεται Κακό και το Κακό Καλό, ενώ σε κάποιες  περιπτώσεις η συμμαχία τους επικρατεί. Τελικά, το μόνο αποκτηνωμένο ον είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, διότι μπροστά του ακόμα και τα αγριότερα πλάσματα της φύσης φαντάζουν αγαθά δαιμόνια.
Η γραφή του Κουτσούνη έχει προσωπικότητα και ιδιαίτερο ύφος. Χαρακτηρίζεται από διαύγεια και παντελή έλλειψη φλυαρίας. Όλες οι λέξεις είναι σαν να έχουν ζυγιστεί, καθώς διαθέτουν το σωστό βάρος και τη σωστή θέση μέσα στο ποίημα. Η ματιά του είναι στοχαστική και διεισδυτική έως προφητική. Ανιχνεύει την ουσία των πραγμάτων, ώσπου αγγίζει αναπόφευκτα το βάθος. Κάθε ποίημα γίνεται ένα μεταϋπερρεαλιστικό παιχνίδι, κάθε παιχνίδι μια έκπληξη, κάθε έκπληξη καταλήγει σε μια ανατροπή.
Ο Στάθης Κουτσούνης περιφρονεί τον υλικό κόσμο, άλλωστε του φαντάζει αποκρουστικός, μιασματικός. Αφήνεται να περιπλανηθεί στην έρημο της καθημερινότητας, της πικρής οικειότητας, διαρκώς παρών-απών σ’ ένα κρυφτό φαντασμάτων, όπου οφείλει να αποκαλύπτεται και να προχωρεί. Συνειδητοποιεί ότι στο βάθος της μοναξιάς και της αδυναμίας βρίσκεται η απουσία. Αντιστέκεται στην επερχόμενη μετάλλαξη του ανθρώπου σε αντικείμενο, σκίζει το δίχτυ που τον περιβάλλει, απελευθερώνεται και προκαλεί το πεπρωμένο του, παίζοντας με τη χίμαιρα μια «κατακόκκινη παρτίδα σκάκι». Κάθε βήμα κι ένας στίχος, κάθε στίχος κι ένα σκαλί για ν’ ανεβεί ψηλά και να περπατήσει σε τεντωμένο σκοινί, αδιαφορώντας για το εάν θα πέσει ή σε ποια πλευρά θα πέσει. Και το κατορθώνει, όχι μόνο να μην πέσει, αλλά ούτε να σκοντάψει, καταθέτοντας μια εξαιρετική και εντελώς ξεχωριστή ποιητική συλλογή.
 
Έλσα Κορνέτη
[περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 12, Χειμώνας 2008, σελ. 216-218 ]

Ελληνική ποίηση - Τα καλύτερα της χρονιάς - Εντυπωσιακές επιστροφές
 

Ο Στάθης Κουτσούνης, με τη νέα του συλλογή, συμμετέχει δημιουργικά στη διαρκή συζήτηση για τη σχέση της τεχνολογίας με την ποίηση, μέσα σε ένα κόσμο που αυξάνει συνεχώς σε πολυπλοκότητα. Ποίηση της καθημερινότητας, χαμηλόφωνη, επισημαίνει το αταίριαστο μέσα στην πιο απλή εμπειρία, στο πιο απλό αίσθημα, στην ίδια τη ροή των πραγμάτων. Και η τεχνολογία δίνει το έναυσμα για ποιητικές εικόνες που μνημειώνουν αντικείμενα αυτονόητα, από το «απέριττο ίνοξ» του ψυγείου, το τηλέφωνο ή το ζώο του υπολογιστή με τη «σκληρή του μήτρα». Αντικείμενα που λάμπουν με λάμψη περιττή, ως απαραίτητα, μέσα στη μοναξιά, την απουσία, την οδύνη, χαρίζοντας την ψευδαίσθηση του ελέγχου στον άνθρωπο, να ξεγελάει τη θνητότητά του, το χρόνο που περνά και τον καταβροχθίζει.

 
Τιτίκα Δημητρούλια
[εφημερίδα Η Καθημερινή, ειδική έκδοση, Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008]

«Χρόνια τώρα παλεύω/ κυκλωμένος από κεφάλια/ άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα/ που με απειλούν επίμονα/ έντομα στην εντατική» (σελ. 9). Σαν φωνή από κάποιο υπόγειο όπου συντελείται ένα σκοτεινό έγκλημα ανεβαίνει για να μας γνωρίσει ο λόγος του Στάθη Κουτσούνη στις μύριες όσες σύγχρονες, ή μη, μορφές που ντύνεται ο τρόμος: το «ξεφωνητό από ανατρίχιασμα κοριτσιού/ που τρωκτικά τον κόρφο του τρυπάνε», το «ουρλιαχτό εργάτη που μάγκωσε/ κι αργά τον σφίγγει η πρέσα», οι «κραυγές γυναίκας που δράκοι/ βιάζουν διαδοχικά», η ντουλάπα που τα θυρόφυλλά της ανοίγουν απότομα και τινάζονται έξω «μια λεοπάρδαλη κι ένα βιζόν», κι ακόμα, ο ελεγκτής θάνατος και το αντίτιμο που «θα εξοφληθεί στο ακέραιο», είναι λοιπόν μερικά από τα θεματικά μοτίβα που απασχολούν τον ποιητή μας στην πέμπτη συλλογή του. Το οικολογικό πρόβλημα της εποχής μας είναι εμφαντικά τονισμένο στα ποιήματά του, κάτι που αμέσως τον ξεχωρίζει από πολλούς ομότεχνούς του και επίσης τον τιμά· τέλος, η άρνηση του ποιητή να κρυφτεί πίσω από ρητορικούς εγωκεντρισμούς τοποθετώντας εαυτόν στις ατραπούς της ενοχής και της τύψης: «κάθομαι στην καρέκλα και θαυμάζω/ το ζώο πάνω στο γραφείο μου» (σελ. 31), «κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη/ γεμάτο το σώμα μου στίγματα/ τύψεις του χρόνου» (σελ. 28), «βουίζει ξένο αίμα στο κεφάλι/ πάνω στο στήθος μου όρνια λιμασμένα/ κι από μέσα θρεφτάρια ξεροσταλιάζοντας// οι τύψεις» (σελ. 25). Κατά τη γνώμη μου η επιτυχία αυτής της συλλογής έγκειται στην ικανότητα του δημιουργού της να ονομάζει καταγραφικά την ύβρη με μια γλώσσα διαυγή, άμεση, ενίοτε εξομολογητική και εξπρεσιονιστική, αποφεύγοντας στον τόνο της την οργή, την ειρωνεία και την δημαγωγία με απόλυτο κέρδος την αφύπνιση της συνείδησής μας στο νηφάλιο και ειλικρινή στοχασμό. Με τριάντα δύο ποιήματα ο Στάθης Κουτσούνης μας παραδίδει μία σημαντική συλλογή, που θα την κρατήσω φυλαγμένη στα ράφια της βιβλιοθήκης μου ανάμεσα στα ποιήματα του Γκέοργκ Τρακλ και του Μίλτου Σαχτούρη.

 
Βασίλης Ζηλάκος
[περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 143, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009, σελ. 141]

Έντομα στην εντατική ονομάζει την καινούρια ποιητική συλλογή του ο Στάθης Κουτσούνης. Οι τίτλοι του πάντοτε εμπνευσμένοι, όπως και η ποίησή του, ανοίγουν μια χαραμάδα ερμηνείας στη δεσπόζουσα ιδέα και το περιεχόμενο της συλλογής.
Μέσα από μια μεταμοντέρνα ειρωνική και χαριτολόγα υπέρβαση του λογικού και του σοβαροφανούς, που τη συνθέτουν τρία λεκτικά σχήματα (αναδίπλωση, επανάληψη και ομόηχο: «έν-τομα» – «εν-τατική»), ο τίτλος αφήνει αιχμές για τον μικρόψυχο τραυματισμό της φύσης και την οικολογική νάρκωση, υποσκάπτοντας παράλληλα το υποκριτικό ενδιαφέρον της εποχής μας για το περιβάλλον: ποιος κουράρει πληγωμένα έντομα όταν τόσοι άνθρωποι γύρω μας ζουν με σπασμένα φτερά; Με την αναδίπλωση ιδιαίτερα του «εν» στον τίτλο, δηλαδή του εντός, του μύχιου, ο Στάθης Κουτσούνης ανατέμνει την ένδον διάθεσή του και παίρνει θέση απέναντι στο μεγάλο και ανέλπιδο οικολογικό πρόβλημα, που έγινε συνάμα και υπαρξιακό.
Αφιερώνοντας το ένα τρίτο των ποιημάτων της ποιητικής συλλογής του στο θέμα αυτό, ο Κουτσούνης μετακινείται από την ενδοσκοπική ανατομία του εαυτού του και του ψυχισμού του, που παρατηρείται στις προηγούμενες συλλογές του, και, μακραίνοντας την απόσταση του ποιητικού φακού από τα πράγματα, εποπτεύει με ρεαλισμό, όπως ο σαχτουρικός ελεγκτής, τον κόσμο γύρω του. Βιώνει ξανά και ξανά τον πόνο των ζώων που έγιναν δερμάτινα ρούχα ή παπούτσια, των δασών που κάηκαν ή κόπηκαν για να επιπλώσουν την επιτηδευμένη καθημερινότητά μας και της φύσης που ερημώνει και υποβαθμίζεται συνεχώς με τα άχρηστα υλικά που εναποθέτει σ’ αυτήν ο άνθρωπος. Παντού βλέπει να στάζει το αίμα των σφαγμένων ζώων.
Τα θυσιασμένα ζώα, λοιπόν, αποχτούν φωνή, θορυβούν συνωστισμένα μέσα στις ντουλάπες, ξαναζούν το μαρτύριο και τον τρόμο του κυνηγετικού όπλου, προσπαθούν απεγνωσμένα, με νύχια και με δόντια, να ξεφύγουν, να σπάσουν τις πόρτες και να ελευθερωθούν, να ενωθούν με το δάσος. Οι κραυγές τους, όπως και του περιβάλλοντος, σωματοποιούνται, εισπράττονται ενοχικά και τραυματικά και μεταβάλλονται σε προσωπική κραυγή αγωνίας του ποιητή: «Μεσάνυχτα Ιουλίου και στ’ όνειρό μου / θηρία ξεσηκώνονται / και κυνηγοί παραφυλάνε / ακούω κραυγές κρότους και γδούπους / και βλέπω αίματα να με κυκλώνουν // […] // ο κυνηγός ασάλευτος / μόνο που έστρεψε το πρόσωπό του / κι αντιλαμβάνομαι ότι εγώ είμαι ο κυνηγός / πετάω το δίκαννο μεμιάς / και πλησιάζω ανακουφισμένος στην ντουλάπα // τα μάλλινα κάτω σωρός / κι άφαντα πια από τις κρεμάστρες / τα δυο πανάκριβα γουναρικά μου / κουρέλια μονάχα και αίμα / φωσφορίζουν αμυδρά / μες στο ανέκφραστο άδειο»1.
Το «αστραφτερό και ανοξείδωτο» ψυγείο, ψυχρό σύμβολο της παράνοιας της εποχής μας, που συσσωρεύει, αποθηκεύει και συντηρεί τον καταναλωτισμό και την κρεοφαγία, απο-θεώνεται με μια μεταμοντέρνας αισθητικής αποδομητική ειρωνεία, κι αποκτά, ως αποδιοπομπαίος τράγος, μερίδιο στην ενοχή: «ίνοξ απέριττο του φονιά οπτασία / του σφαγμένου ζώου η τελευταία / ανώφελη ελπίδα / ίνοξ πανέξυπνο πολυδύναμο / (όχι όμως και παντοδύναμο) / συγκοινωνούντα δοχεία τα κρανία μας / κρύβεις κι εσύ στα βάθη του εγκεφάλου σου // κυψέλες γεμάτες ενοχές»2.
Τα δάση που καίγονται, οι κορμοί τους που υλοτομούνται για να γίνουν χαρτιά και βιβλία βογκούν, βλαστημούν και «μάχονται άγρια μεταξύ τους» για να κρατήσουν τη θέση τους στο ράφι, στην πλειονότητά τους, όμως, είναι άχρηστα και «νεκρά»: «λίγα φαίνονταν ακαταμάχητα / και μερικά έδειχναν να κερδίζουν / προσωρινά έστω τη θέση τους / αλλά τα πιο πολλά εξανεμίζονταν / και βαριά τραυματισμένα / ή και νεκρά πέφτανε χάμω»3.
Έμμεσα, ο ποιητής πρεσβεύει μια επιστροφή στην πρωταρχική κατάσταση των πραγμάτων, προτού αλλοιωθεί η φύση των όντων και μεταμορφωθούν από το βάρβαρο ανθρώπινο χέρι σε χρηστικά καταναλωτικά αντικείμενα. Με ποίηση δυναμική, αυθεντική, άμεση και απόλυτα προσωπική, αλλά και με γνήσια οικολογική συνείδηση, ο ποιητής αρθρώνει λόγο διαμαρτυρίας για να μας ευαισθητοποιήσει, ώστε ν’ αντιδράσουμε στο ρόλο του ανθρώπου εξολοθρευτή, υλοτόμου και καταστροφέα της φύσης και της συνέχισης της ζωής.
Ωστόσο, η ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη δεν έχει μόνο «οικολογικό», αλλά και υπαρξιακό χαρακτήρα. Το πρώτο ποίημα με τίτλο «Η λερναία ύδρα», ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά της συλλογής, εκφράζει παραστατικά έναν υποδόριο υπαρξιακό τρόμο. Απεικονίζει την καθημερινή πάλη του ανθρώπου με τα «τέρατά» του, τις εφιαλτικές τύψεις, τα διλήμματα και τις βολεμένες συνήθειές του. Δεν μπορεί ο άνθρωπος εύκολα να αποκοπεί από όλα αυτά, γιατί μοιάζουν με απειλητική λερναία ύδρα, της οποίας έστω κι αν κάθε νύχτα αφαιρεί ένα κεφάλι, τα χαράματα ξεπηδάει ένα νέο, διπλό μάλιστα: «Νύχτα ξυπνάει από μέσα / και βγάζει έξω τα κεφάλια της / από τις τρύπες του κορμιού μου / προς τα χαράματα της κόβω ένα / που πετάει αφρίζοντας ολόγυρα / μα ο σφαγμένος λαιμός / δικέφαλος την επομένη ξεφυτρώνει // χρόνια τώρα παλεύω / κυκλωμένος από κεφάλια / άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα / που με απειλούν επίμονα / έντομα στην εντατική // ξεχνώ ο αδαής να κάψω / κάθε κεφάλι όταν το κόψω»4.
Οι τύψεις και γενικότερα το ενοχικό σύμπλεγμα αποτελούν δεσπόζον συναίσθημα στη συλλογή. Παραφυλάνε σαν ένα μικρό «σουβλερό λεπίδι»5 για να κλονίσουν την ευαίσθητη σχέση του ποιητή με τον εαυτό του και τον κόσμο: «Πολλαπλασιάζω το μυστικό στον καθρέφτη / του άλλου εαυτού μου / ο ένοχος // βουίζει ξένο αίμα στο κεφάλι / πάνω στο στήθος μου όρνια λιμασμένα / κι από μέσα θρεφτάρια ξεροσταλιάζοντας // οι τύψεις»6. Αλλού, οι τύψεις αποκτούν κυριολεκτική σημασία και γίνονται αποτυπώματα του χρόνου, χαραγμένα στο σώμα. Η διάθεση για νεότητα αντιμάχεται το χρόνο και το γήρας και συσσωρεύει στο σώμα «τύψεις» για όσα έγιναν και δεν έπρεπε να γίνουν ή μάλλον για όσα δεν έγιναν και ποτέ δεν θα γίνουν: «Κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη // γεμάτο το σώμα μου στίγματα / τύψεις του χρόνου»7.
Η μοναξιά, οι φόβοι, οι φοβίες, το υπαρξιακό άγχος ταλανίζουν την ποιητική ψυχή. Ιδιαίτερα ο θάνατος, που είχε ήδη σημαντική παρουσία στην ποίηση του Κουτσούνη, αλλάζει μορφή: δεν είναι πια ο ιδεατός και μάλλον μακρινός αντίλογος του έρωτα, αλλά η άλλη όψη της ζωής και το «φινάλε» της, το οποίο ωστόσο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, με τον ίδιο τρόπο που συμβιώνουν αρμονικά ο γάμος με την κηδεία, η χαρά με τη λύπη, το μαύρο με το άσπρο («Ο γαμπρός»). Αλλού, ο θάνατος υλοποιείται ως απουσία ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή μας και χάθηκαν.
Στο καβαφικού τύπου ποίημα «Των εξαφανισθέντων» όλα τα συναισθήματα μιας ζωής, ο έρωτας, ο πόνος, η θλίψη, η απόγνωση, ο θυμός, η χαρά, κουδουνίζουν σαν ήχοι τηλεφώνου αργά μέσα στη νύχτα, σαν μακρινές κραυγές ή ψίθυροι: «ποικίλες φωνές     λάγνες υγρές λαχανιασμένες / ψίθυροι κλάματα κραυγές / φωνές επίμονες αισχρές ενίοτε / χαρμόσυνες μεθυστικές ή απελπισμένες / αγκυλωμένες πλην όμως ζωντανές // των εξαφανισθέντων φτυστές η απουσία»8.
Η νύχτα λειτουργεί κυρίως ως χώρος και χρόνος εφιαλτικών βιωμάτων. Η βραδινή φρίκη (για όσα τραυματικά συμβαίνουν γύρω μας;) γίνεται βδέλλα που ρουφάει το αίμα. Στο ομώνυμο ποίημα («Βδέλλα»), ο λόγος είναι καθαρός, ο ρεαλισμός αφοπλιστικός, οι εικόνες συνταρακτικές και τα βιώματα δικά μας, οικεία τα κακά και οι φοβίες: «προς το πρωί / γεμάτος αίμα λάκκος / έχει γίνει το κρεβάτι μου / με δυσκολία επιπλέω / και μέσ’ από το βόρβορο / με θρίαμβο με βυζαίνει βδέλλα // η φρίκη»9.
Γενικά, η φενάκη ή η απουσία του έρωτα, η βδέλλα της ανίας και της ισοπεδωτικής πραγματικότητας, η έλλειψη ζεστής ανθρώπινης επαφής, το αίσθημα του ακόρεστου, του ανικανοποίητου και της ματαιότητας, αλλά και η καθημερινή παραβίαση του μυστικού ιδιωτικού χώρου, ντύνουν την ποίηση του Κουτσούνη με μια διαφορετικής υφής αυτογνωσία και εσωστρέφεια, οδηγώντας τον ποιητή σ’ έναν απολογισμό ζωής, λαθών κι αποτυχιών και σ’ ένα λαχάνιασμα όμοιο με τον «τρόμο του κενού»10. Ωστόσο, είναι ένας τρόμος δημιουργικός, που κάνει την ποίηση του Κουτσούνη να ωριμάζει και να εξελίσσεται, να έχει δηλαδή αξιώσεις στην αθανασία. Γιατί, όπως γράφει: «Μόνον ό,τι σφραγίζει ο τρόμος / διαρκεί εις το διηνεκές»11.
___________________
1. «Η απόδραση», σελ. 16-17.
2. «Εγκώμιον», σελ. 15.
3. «Η μάχη», σελ. 18.
4. «Η λερναία ύδρα», σελ. 9.
5. «Το λεπίδι», σελ. 24.
6. «Δαίδαλος», σελ. 25.
7. «Στίξη», σελ. 28.
8. «Των εξαφανισθέντων», σελ. 11.
9. «Βδέλλα», σελ. 13.
10. «Πεινασμένος γάτος», σελ. 19.
11. «Ταυτότητα», σελ. 35.
 
Αγάθη Γεωργιάδου
[περιοδικό Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 40, Ιανουάριος-Απρίλιος 2009, σελ. 293-296]

Η πέμπτη συλλογή ποιημάτων του Στάθη Κουτσούνη έρχεται να δώσει νέα στοιχεία στην ποιητική του παραγωγή. Η συλλογή έχει τον ιδιότυπο τίτλο Έντομα στην εντατική και συγκροτείται από 32 ποιήματα, άλλα ολιγόστιχα και άλλα πιο εκτεταμένα. Η ποικιλία των τίτλων είναι σημαίνουσα, χωρίς κάποιο ποίημα να έχει ως τίτλο του τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος συνάγεται από τη συνεκτικότητα όλων και την ανατροπή και παραμόρφωση του φαίνεσθαι και της καθημερινότητας σε κάτι ξεχωριστό, μετα-υπερρεαλιστικό και πιο πολύ παράλογο σαχτουρικού τύπου. Ο ποιητής μάς εισάγει σε έναν κόσμο εσωτερικότητας και μεγιστοποίησης των φαινομένων, εκεί που το σύνηθες γίνεται ανοίκειο και ποιητικό, που ξαφνιάζει και προβληματίζει, καθώς με τον μεγεθυντικό φακό του ακτινογραφεί έναν κόσμο με δράση εντόμων, μέσα στον οποίο ο ποιητής ασφυκτιά αλλά και αυτοπραγματώνεται, ως δράστης και υφιστάμενος τη δράση τη δική του και όσων τον περιβάλλουν ως οικεία, επαγγελματικά και κοινωνικά πρόσωπα και προσωπεία.
Πιο αναλυτικά, το πρώτο ποίημα με τον μυθολογικό τίτλο «Η λερναία ύδρα» μάς προετοιμάζει για κάτι κακό με τον πολιτισμικά φορτισμένο τίτλο του. Πράγματι, με την αφήγησή του ο ποιητής προβαίνει στην ταυτότητα κορμιού και μυθολογικού τέρατος, καθώς το ένα γεννάει το άλλο σε χρόνο διαρκή. Η πρώτη στροφή και η δεύτερη συγκροτούν μια εκτεταμένη, μη καθαρά δηλούμενη, παρομοίωση, με απόδοση του «έτσι» στη δεύτερη στροφή και με συμπέρασμα-μήνυμα τη μη μάθηση από το παθός-μαθός, αφού πάντα υπάρχει μια κερκόπορτα που αφήνει κάποιο κεφάλι ανέπαφο και η διαρκής πάλη συνεχίζεται ως η άλλη όψη της ζωής. Από όλο το ποίημα δημιουργείται η αίσθηση του αδιεξόδου, με τα κεφάλια να απειλούν το ποιητικό υποκείμενο σαν έντομα στην εντατική, διότι η αέναη ενέργεια του κακού επισυμβαίνει με την τεχνική της μεταφορικής πολυσημίας του μυθολογικού συμβόλου και της λήθης. Κάτι σαν το κουτί της Πανδώρας μοιάζει αυτή η μνήμη-λήθη, που αφήνει τα πράγματα να συμβαίνουν, είτε εκούσια είτε ακούσια.
Το επόμενο ποίημα, «Ο γαμπρός», οργανώνει ένα σκηνικό ως θεατρικό δρώμενο, που τις εικόνες της χαράς διαδέχονται με την ανατροπή και ψυχαναλυτική-ονειρική τεχνική οι εικόνες της λύπης (γάμος-κηδεία). Η αντίθεση πραγματώνεται στη βάση του κοινού χώρου, όπου και τα δύο μυστήρια λαμβάνουν χώρα, την εκκλησία, ενώ ως αντικειμενικό τυχαίο το ένα γεγονός διαπλέκεται με το άλλο σαν μια κατάσταση παράλογη, καθώς στην κορύφωση της χαράς ο γαμπρός αναγνωρίζει στον γαμπροστολισμένο νεκρό τον εαυτό του. Πρόκειται για συμφυρμό καταστάσεων, όπου ο χρόνος εκμηδενίζεται και αφήνει χώρο στη φαντασία και στο υποσυνείδητο: «η τελετή τελείωσε // πνιγόμαστε στα συγχαρητήρια / […] / με φόντο την πομπή του γάμου // ο φωτογράφος ετοιμάζει / τις λεπτομέρειες όταν αίφνης / έρχονται αργά να μπουν στην εκκλησία / τέσσερις κρατώντας ένα φέρετρο / και ξοπίσω μια πομπή που ολοφύρεται // […] / στη σύγχυσή τους οι μαυροντυμένοι / με παρασύρουν μέσα… / […] // σκύβω τότε τον νεκρό να προσκυνήσω / κι αντικρίζω μες στην κάσα // το δικό μου λείψανο»(σελ. 10). Το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου είναι παρόν, όπως και η συνύπαρξη των δυαδικών ζευγών σε κάθε επίπεδο.
Στο επίπεδο του φανερού-αφανούς, με εστίαση στις ακουστικές εικόνες, κινείται και το ποίημα «Των εξαφανισθέντων», των οποίων οι φωνές ηχούν ως αιώνιες, ως γριές φωνές, ως Ερινύες ίσως φωνές, όλων εκείνων που έφυγαν σωματικά, όχι ενεργειακά, καθώς είναι πάντα παρούσες ως μνήμες. Ο εσωτερικός χώρος φαίνεται ότι είναι ο ποιητικός χώρος του Στάθη Κουτσούνη, που στρέφεται έσω και θεάται  τον υποσυνείδητο κόσμο μέσα από ένα παραμορφωμένο κάτοπτρο.
Πολύ εύστοχα δίνεται ο φόβος, ως δύναμη που υπερβαίνει κάθε κοινωνική σύμβαση, στο ποίημα «Το καρτέρεμα». Εδώ, το ποιητικό υποκείμενο γίνεται λαθραίος αναγνώστης ξένων επιστολών με το άλλοθι του φόβου από μυστικά-μολότοφ, που ποτέ δεν έρχονται να του διαλύσουν επιτέλους τους φόβους.
Ανατριχιαστικό ως μακάβριο είναι και το περιεχόμενο του ποιήματος «Βδέλλα», που έρχεται να ανακουφίσει το ποιητικό υποκείμενο από τον κόσμο της φρίκης και του γεμάτου λάκκου με αίμα, στον οποίο φαντάζεται ότι με δυσκολία επιπλέει, πνιγμένο στις αγωνίες του, από τις οποίες η βδέλλα-φρίκη προσπαθεί να δώσει κάποια διέξοδο. Το κρεβάτι μετατρέπεται σε λάκκο αίματος, ο χρόνος από τα μεσάνυχτα ως το πρωί είναι ασφυκτικός με σημεία και τέρατα, καθώς ακούγεται «κάτι σαν / ξεφωνητό από ανατρίχιασμα κοριτσιού / που τρωκτικά τον κόρφο του τρυπάνε / […] / ουρλιαχτό εργάτη…/ […] / αύρες που λιώνουν διαδηλωτές / […] / κραυγές γυναίκας που δράκοι / βιάζουν διαδοχικά και μαζί / […]» (σελ. 13). Έτσι, ο ύπνος γίνεται μαρτύριο και μαρτυρία των μαρτυρίων του κόσμου όλου, και ο ποιητής ανάμεσά τους πάσχει, και πάσχοντας εγκλωβίζεται στη φρίκη ως καθολικό υποκείμενο για τον πόνο όλου του κόσμου. Η σημειωτική της λέξης-στίχου και της φράσης-στίχου, οι άνισες ποιητικές αναπνοές, όλα συμβάλλουν στην ανάδειξη του σημαινομένου με τον τρόπο που μόνον η ποίηση πετυχαίνει με τη συναισθηματική άλω που κάθε φορά, είτε ως λέξη είτε ως κείμενο, εκπυρσοκροτεί.
Η ανεκπλήρωτη επιθυμία δίνεται με παραμυθικό τρόπο και άκρως θεατρικό στο ποίημα με τον τίτλο «Δίχτυ», όπου το ερέθισμα-γυναίκα εισβάλλει στο σπίτι απρόσκλητα και βασανίζει το κειμενικό υποκείμενο, τροφοδοτώντας αγωνία όρασης για σάρκα γυμνή, που δεν εκπληρώνεται. Και τούτο διότι τα πέπλα είναι αλλεπάλληλα και ο θεατής αντί για σάρκα βλέπει τα πεταμένα πέπλα μιας δηλούμενης αλλά ανύπαρκτης μορφής. Το ποίημα εγκλείει μυστήριο, αλλά και διαχέει ενέργεια, καθώς τα πέπλα μοιάζουν με δίχτυα προς κάθε κατεύθυνση.
Ακολουθεί το εγκώμιο της τεχνολογίας, στο ποίημα «Εγκώμιον», στη βάση της ομοιότητας ηλεκτρονικού εγκεφάλου και ανθρώπινου εγκεφάλου. Το ποίημα «Η απόδραση»εμπεριέχει οικολογικό μήνυμα, καθώς σαν σε όνειρο ο ποιητής, ως παθητικός δέκτης αρχικά, βλέπει τους κυνηγούς να σκοτώνουν ζώα που γίνονται γουναρικά στις ντουλάπες, αλλά ξαφνικά ταυτίζεται με τον δράστη και στρέφεται στην ντουλάπα, όπου οι γούνες έγιναν ζώα ζωντανά και απέδρασαν. Το ύφος είναι αφηγηματικό και ανατρεπτικό. Η ανατροπή και η μεταβολή στο εναντίον χαρακτηρίζει όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Ανάλογο περιεχόμενο έχει και το ποίημα «Η μάχη», όπου τα βιβλία στη βιβλιοθήκη ψυχοποιούνται, τα δέντρα φωνάζουν και εκδικούνται, αλλά πολλά πέφτουν και γίνονται πρώτη ύλη. Το ποιητικό υποκείμενο ως νυχτερινό πνεύμα παρακολουθεί και ακούει την άφωνη φωνή των βιβλίων, δηλαδή γίνεται ένα συμπαντικό στοιχείο που αφουγκράζεται με έναν υπερκόσμιο τρόπο όλα τα στοιχεία του σύμπαντος. Θα μπορούσαμε να πούμε, με ψυχαναλυτικά μέσα ερμηνείας, ότι πρόκειται για την επιστροφή των βιβλίων-δέντρων στον αρχετυπικό κόσμο του δάσους ως χώρο κλειστό και συγχρόνως ανοιχτό, ως χώρο-καταφύγιο και χώρο προστασίας, επιστροφής στη γη. Εξαίρετη σύλληψη έχει και το ποίημα «Πεινασμένος γάτος» (σελ. 19), όπου γάτος και γραφιάς συνδέονται στη βάση ομοιότητας και αλληγορικής σύνδεσης συναισθημάτων και συμπεριφορών. Βέβαια, ποιος πεινάει και ποιος γίνεται καλύτερος μέσα από τα λάθη του είναι εμφανές. Άλλωστε το εξωτερικό και το φαινομενικό καλύπτεται από το εσωτερικό και ουσιαστικό, την αγωνία της γραφής.
Η λαϊκή έκφραση ότι το σχολείο είναι θηριοτροφείο βρίσκει στο ποίημα «Το θηριοτροφείο» την ποιητική της διάσταση, με εικόνες που αποτυπώνουν την πραγματικότητα σε μεταφορικές καταστάσεις υπερβολής, ώστε να προβληθεί η ψυχολογία δασκάλου-μαθητών, μια δράση και αντίδραση που κινείται σε ένα τεντωμένο σκοινί και που αποδίδει εύστοχα την παιδική ψυχολογία. Ιδιαίτερα, η τελευταία στροφή αποδίδει τη μίξη των συναισθημάτων και τη συνύπαρξη των αντιθέτων, καθώς και τη βαθιά, θα έλεγα, αρχετυπική γονική σχέση δασκάλου-μαθητή ως κατάσταση δημιουργίας-φθοράς και τούμπαλιν: «τα θηριάκια μου τα αγαπώ / και ταυτόχρονα τα μισώ / αλλά κι εκείνα μ’ αγαπούν / γι’ αυτό σπαράζουν την καρδιά μου /  και ρουφάνε / ρουφάνε ακόρεστα αίμα» (σελ. 20).
Γεμάτο πόνο και απογοήτευση για τα φαινόμενα των καιρών μας είναι το ποίημα «Οφειλή», το οποίο ηχεί ειρωνικά, αφού όλα η λαίμαργη παιδικότητα τα καταστρέφει με τη λήξη των διαγωνισμάτων, οπότε ο δάσκαλος στέκει ενεός, αλλά και καίγεται σαν κερί, δοσμένος με κάθε του κύτταρο στο δασκαλίκι του και ταυτιζόμενος με τα υλικά της δουλειάς του: «σας έδωσα την ψυχή μου και την ποδοπατήσατε / κιμωλία στο δάπεδο της αίθουσας / σας έδωσα το σώμα μου και το ξεσκίσατε / βιβλίο μετά τη λήξη των διαγωνισμάτων // τι άλλο να δώσω πια / στη λαίμαργη παιδικότητά σας» (σελ. 21). Το επόμενο ποίημα, «Σασπένς», παρουσιάζει δηλωτικά και συνδηλωτικά το χαρακτήρα του άντρα, αφήνοντας διάχυτο το αίσθημα του μη ολοκληρωμένου χωρίς «το τρίτο μάτι της γυναίκας». Εδώ, η συμπληρωματικότητα των φύλων είναι εμφανής. Το ποίημα «Ερημία», με προμετωπίδα από τη Σαπφώ, αναφέρεται στον πόνο του «μόνος κατεύδω» ή «έγω δε μόνα κατεύδω» κατά τη Σαπφώ (αιολικός ρηματικός τύπος). Στους πρώτους πέντε στίχους υπάρχει ένας ιδιότυπος λυρισμός σε ένα τοπίο-χώρο με φεγγάρι. Οι λόγιες και λαϊκές λεκτικές επιλογές, «λάμνει, κατεύδω», «τουρλωμένο», συμβάλλουν στο αισθητικό αποτέλεσμα και δημιουργούν υπέροχες ποιητικές συνεικόνες. Στη συνέχεια κυριαρχεί ένα στοιχείο γκροτέσκο με την παρομοίωση του αυτοικανοποιούμενου ως πόρνης (σελ. 23). Τα ποιήματα «Το λεπίδι» και «Δαίδαλος» είναι συμπληρωματικά για την τύψη του δήμιου και τις τύψεις του ένοχου εαυτού μας. Το πρώτο δουλεύεται στις αντιθέσεις: γνώση vs άγνοια, «τα μαχαίρια του / τα μεγάλα vs ένα  μικρό μα σουβλερό λεπίδι // η τύψη», όπου η συνεκδοχή μαχαίρι-λεπίδι εστιάζει στη δύναμη του ψυχικού πόνου. Στο δεύτερο ποίημα με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση η δράση είναι εσωτερική με τη διφωνία του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, που βλέπει μέσα από έναν εσωτερικό καθρέφτη την άλλη όψη του εαυτού του. Ανάλογο περιεχόμενο χρόνου και τύψης έχουν και τα ολιγόστιχα ποιήματα «Στίξη» και «Εικονικότητα». Ακολουθούν δυο ποιήματα οικολογικού ενδιαφέροντος με την τεχνική του Στάθη Κουτσούνη, καθώς τα παπούτσια γίνονται «Τα κουνάβια», που ζωντανεύουν και φεύγουν, διεκδικώντας τη ζωή και την ελευθερία τους, όπως και το «Δερμάτινο», ως ιδιαίτερα αγαπημένο ένδυμα του ποιητικού υποκειμένου, που σιγά-σιγά γίνεται ένα ολοζώντανο αιλουροειδές, γίνεται ζωντανός «μαύρος πάνθηρας», που του κόβει την ανάσα και τον «γδέρνει αλύπητα». Με τέτοιες υπερφυσικές και παραμυθικές μεταμορφώσεις ο ποιητής δηλώνει τις οικολογικές ανησυχίες του.
Πολύ πετυχημένα, θα έλεγα με τραγική –από την τραγωδία– αξιοπρέπεια, δίνεται ο κύκλος της ζωής μέσα από την πιπίλα της κόρης του ποιητικού υποκειμένου, που τώρα την ταΐζει αυτός, αλλά: «κι ούτε που φαντάζεται / τη στιγμή που θα την ενοχλώ εγώ / γέρος ανόητα επιμένοντας / να μου βαστάει στα χείλη για να ξεγελιέμαι / της νιότης την πιπίλα» (σελ. 30). Ανάλογο είναι και το περιεχόμενο των ποιημάτων «Καταβύθιση»και«Ματαιότης». Στην«Καταβύθιση» ο ποιητής, ξεφεύγοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο χρόνο, βλέπει την κόρη του να γίνεται μάνα και αυτός το παιδί, που την αρπάζει από το φουστάνι, και με αντιστροφή των όρων, καθώς ο χρόνος τρέχει, όπως και ο τρόμος του, το παιδί γίνεται γέρος «και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον / να με βαστάζει από το μπράτσο / βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο / σακάτη από τα γηρατειά» (σελ. 32). Οι μεταμορφώσεις του χρόνου προχωρούν, όπως εξομολογείται στον αναγνώστη ο ποιητής, και καθώς τον έπιασε μεγάλος τρόμος οδηγείται στον Άλλο Κόσμο ως εδεμικό παράδεισο: «[…] γλιστράω / από της κόρης μου το χέρι / και βουλιάζω / βουλιάζω μες στην καταπράσινη / τη χλόη του πάρκου» (σελ. 33). Έτσι δίνει ποιητικά ο Στάθης Κουτσούνης τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, με την προβολή του χρόνου στο μέλλον έως το έσχατο σημείο της ζωικής ύπαρξης και της επιστροφής, του βουλιάσματος στον Άλλο Κόσμο ως τόπο χλοερό.  Στο ποίημα «Ματαιότης», όπως δηλώνει ο τίτλος, γίνεται λόγος για το τελευταίο ταξίδι, αλληγορικά, καθώς το ποιητικό υποκείμενο ταξιδεύει χωρίς εισιτήριο και κλέβει χρόνο ματαιότητας, «αφού είναι βέβαιο / πως στην καθορισμένη διαδρομή / θ’ ανέβει εξάπαντος ο ελεγκτής / και το αντίτιμο / θα εξοφληθεί στο ακέραιο αμελλητί» (σελ. 34). Το σύντομο ποίημα των δύο στίχων με τίτλο «Ταυτότητα» εστιάζει στον τρόμο, που «διαρκεί εις το διηνεκές», ως πολύ έντονο συναίσθημα σύμφυτο με την ύπαρξή μας, ως ταυτότητα: τρόμος=διηνεκές.
Σε άλλο ποίημα, η τεχνολογία μεταμορφώνεται με την ποιητική φαντασία σε «Ζώον», με κοιλιά κυοφορούσα, που ενδυναμώνει τη μνήμη του γράφοντος, αλλά που ένα απρόβλεπτο delete μπορεί να τον αποβάλει οριστικά. Προβάλλονται, έτσι, όλες οι συνέπειες της ηλεκτρονικής ευκολίας και συγχρόνως του κινδύνου της ατυχίας, οπότε η γραφή-μνήμη μπορεί να γίνει γραφή-διαγραφή=λήθη.
Οικολογικού περιεχομένου είναι και τα ποιήματα «Αυτοπεποίθηση»,«Νόστιμον ήμαρ»,«Επιστροφή» και «Επαναφορά». Στο πρώτο, οι κεραίες τηλεοράσεων και οι ηλιακοί μεταμορφώνονται σε βλάστηση και δέντρα στις ταράτσες: «πίνακας κρεμασμένος στο στερέωμα / το αστικό δάσος / τέλεια καθηλωμένο / τέλεια στατικό / μακάριο και χωρίς / ανασφάλειες και φόβους // και προπάντων χωρίς / τον τρόμο της πυρκαγιάς»(σελ. 36), όπου η λεπτή ειρωνεία και ο σαρκασμός στοχεύουν στο αναγκαίο, αλλά μη υπαρκτό. Το «Νόστιμον ήμαρ» αφορά μια πολυθρόνα, που, αν μπορούσε, θα έφευγε για την πατρίδα της, εκεί στις μελωδίες των πουλιών, στο δάσος, που γι’ αυτή χάθηκε για πάντα, καθώς παραμένει στη θέση της, εγκλωβισμένη σε κάποιο σπίτι. Το ποίημα «Επιστροφή» αναφέρεται σε μια κιθάρα που έφυγε στο κηπάριο, απ’ όπου έρχονταν υπέροχες μελωδίες. Εκεί συντελείται η παράλογη μεταμόρφωση της κιθάρας, η οποία είναι ριζωμένη στο χώμα και τραγουδάει ένα οραματικό τραγούδι, οικολογικού περιεχομένου για επιστροφή στη φύση, το οποίο εγγράφεται στο ποίημα σε πλάγια γραφή (σελ. 38). Στο επόμενο ποίημα, «Επαναφορά», το σπίτι μεταμορφώνεται σε δάσος, όπου δένδρα έγιναν όλα τα έπιπλα του σπιτιού (του σαλονιού, της κουζίνας και της κρεβατοκάμαρας). Στο σπίτι-δάσος το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει με κατοικίδιο ζώο σαστισμένο, αλλά αυτή η μεταμόρφωση αποδεικνύεται πλάσμα της φαντασίας, καθώς με την επιστροφή στην πραγματικότητα αντιλαμβάνεται ότι έλειπαν από παντού τα έπιπλα (σελ. 39). Αυτή η μετεμψυχωτική δύναμη διαπερνάει πολλά ποιήματα του δημιουργού ως ουτοπικό όραμα, ως εσωτερική ανάγκη, ως παραμυθικός παιδότοπος, που μεταμορφώνει τα πάντα με τη δύναμη της φαντασίας.
Το επόμενο ποίημα, «Παραίσθηση», αφιερώνεται στη μνήμη του Μίλτου Σαχτούρη. Θεωρώ ότι ο ποιητής συγγενεύει δημιουργικά με τον Σαχτούρη, τόσο στην τεχνική της μεταμόρφωσης και παραμόρφωσης, όσο και του παράλογου. Πολύ πετυχημένα δίνεται η εικόνα του σπιτιού του ποιητή που πετάει για τα ουράνια, όπως τα παιδιά της σαχτουρικής αποκριάς. Ακολουθούν πολλά μοτίβα την προς τον ουρανό πορεία του σπιτιού, όπως ο σφαγμένος κόκορας, οι χαρταετοί της Καθαρής Δευτέρας, ενώ έχουμε αντικατάσταση του πεινασμένου παιδιού της Κατοχής από το παιδί-μετανάστη, που «άστεγο και λιγωμένο / πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του / ανάσκελα στο παγκάκι της πλατείας // […] // τότε το σπίτι προσγειώθηκε στον ύπνο του παιδιού / κι ο κόκορας στη χύτρα του σπιτιού / το παιδί ξύπνησε […] / κι έτρωγε ασταμάτητα το κρέας του κόκορα / που δεν σωνότανε ποτέ»(σελ. 41). Πρόκειται για ένα πολύ δυνατό ποίημα διαπολιτισμικού περιεχομένου και όχι μόνο, όπου με φαντασία και τέχνη ο ποιητής συνομιλεί επάξια με τον ποιητικότερο ποιητή της Α´ μεταπολεμικής γενιάς, τον Μίλτο Σαχτούρη.
Εξίσου δυναμικό είναι και το ποίημα «Η αμίλητη», που συνομιλεί με τη«Λησμονημένη» του Σαχτούρη, αλλά σε πολύ γενικές γραμμές και με τη γυναίκα της «Σονάτας του Σεληνόφωτος» του Ρίτσου. Η «Αμίλητη» του Κουτσούνη είναι μορφή αρχετυπική, «γυναίκα με ώριμη ομορφιά», που «βγάζει το κέντημά της και κεντάει / στα τυφλά ψιλοβελονιά». Είναι μια γυναίκα που δεν μιλάει, όπως δηλώνει ο τίτλος, είναι χθόνια και χαμηλοβλεπούσα και παραπέμπει σε μορφές του Άδη. Αυτή η γυναικεία μορφή κεντάει άγνωστες λέξεις, μιας γλώσσας ακατάληπτης (ψυχολογία Λακάν), όπως είναι και η οραματική γλώσσα της ποίησης. Τελικά, όμως, η απόμακρη «Αμίλητη» κατακτιέται από τον ποιητή ως αίμα μέσα στο αίμα του από αιώνων, ως νέκυια, που συνομιλεί με τη λόγια και λαϊκή μας παράδοση, ως ποίηση που αναδύεται από τα εσώτερα της ύπαρξής του. Είναι ένα υπέροχο ποίημα, που θεωρώ ότι αξίζει να μελοποιηθεί ως ομόθεμο με άλλα ανάλογα ποιήματα της νεοελληνικής μας δημιουργίας.
Το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Πρόλογος», αντί επίλογος, ίσως αναγγέλλει νέα συλλογή με άλλο είδος και ύφος ποιημάτων. Είναι ένα διπλό χαϊκού με ουρά τον μετεωρισμένο στίχο, που απαλαίνει τη βαριά ατμόσφαιρα των δύο προηγούμενων ποιημάτων. Το χαϊκού, αν και εύθυμο ποίημα, λειτουργεί στη βάση της συνοχής και του συνειρμού, π.χ. «φωτιά […] κατακόκκινη». Ο ποιητής προσμένει και συνομιλεί με τον Δον Κιχώτη, τον ξεχωριστό αυτόν ήρωα του Θεβάντες, που άφησε τη φαντασία του ελεύθερη και γονιμοποίησε με μοναδικό τρόπο ατομικά, κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του.
Αξίζει να προστεθεί ότι η ποιητική γραφή του Κουτσούνη επιλέγει τη μη στίξη και τη μικρογράμματη γραφή σε ολόκληρο το ποίημα. Οι αναπνοές δίνονται με τις στροφές και το σπάσιμο του στίχου, η ποιητική του αφήγηση είναι ενδιαφέρουσα. Η εκδοτική παρουσία του βιβλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο είναι πολύ καλή, με τα γήινα χρώματα, με την οπτική παρουσία του ποιήματος στη σελίδα και με την εικαστική επιλογή του εξωφύλλου από τον πίνακα του M. C. Escher «Cirkellimiet III».
Συνεπώς, μπορούμε να διαισθανθούμε ότι με αυτή τη συλλογή τα έντομα βγήκαν από την εντατική αναζητώντας νέους δρόμους έκφρασης και νέες πηγές έμπνευσης.
  
Δρ. Χριστίνα Αργυροπούλου, Νεοελληνίστρια
[ηλεκτρονικό περιοδικό Poeticanet, τεύχος 9, 16 Ιανουαρίου 2009]

 

Το έμμετρο πάντα και παντού στη ζωή
 
Αυτή η συλλογή είναι η πέμπτη κατά σειρά του Στάθη Κουτσούνη... Είναι η καλύτερή του μέχρι τώρα συλλογή και μια από τις καλύτερες της χρονιάς, απ’ ό, τι γνωρίζω.                                     
Ο τίτλος μοιάζει prima vista σουρρεαλιστικός, αλλά όσο και αν τον αδικεί δεν είναι παρά συμβολικός. Παρουσιάζει δεκατέσσερα διακριτά σημεία ενδιαφέροντος: Πρώτο και καλύτερο, είναι η υπαρξιακή αγωνία σε μια εποχή, όπου οι πολλοί υποφέρουν από βιοτική αγωνία (ανέχεια, ανεργία, δυσπραγία) και όταν την «κάνουν ποίηση», φαίνεται προσποιητή. Εχει, βέβαια, δίκιο ο Αριστοτέλης, όταν διδάσκει ότι «ο γαρ βίος πράξις, ου ποίησις», αλλά πρώτον, αναφέρεται στον βίον ως βιολογικό φαινόμενο και όχι ως ποιητική τέχνη, ως λογοτεχνικό genre και, δεύτερο, με την «ποίηση» εννοεί κάθε δημιουργία, δηλαδή παραγωγή και ασφαλώς όχι την ποιοτικά καλλιτεχνική («life is action, not production»).
Δεύτερον, η απουσία κεντρικού θεματικού άξονα. Αυτό είναι σκόπιμο [...]
Τρίτον, η τεχνογνωσία και η τεχνολογία με τα «delete»   (σελ. 31 και 32), τα «σασπένς» και τα «φινάλε», ο «κάδος ανακύκλωσης» κ. α. Τέταρτο, η αρχαιογνωσία με τη Σαπφώ («έγω δε μόνα κατεύδω»), και το Θουκυδιδικό «των εξαφανισθέντων» («των αφανών» από τον «Επιτάφιο» του Περικλέους). Πέμπτο σημείο η εκπαιδευτική γκρίνια των διδασκάλων, όπου γης («τι άλλο να δώσω πια στη λαίμαργη παιδικότητά σας»). Εκτον, η σπάνια αλλά υπαρκτή κοινότοπη υπαινικτικότητα, όπως στο ποίημα «Ματαιότης». Εβδομον ο παραπονιάρης έρωτας («η Ερημία») και όγδοον η στοργική πατρότητα («Η πιπίλα», «Καταβύθιση»), που είναι ίσως τα πιο αληθινά ποιήματα της όλης συλλογής, παρά το ότι η ποίηση (όπως άλλωστε και όλη η λογοτεχνία) δεν ευνοεί τις οικογενειακές αναφορές (με μόνη εξαίρεση ίσως την αρχαία Ελλάδα, όπου όλοι σχεδόν οι μεγάλοι έρωτες, ήταν συζυγικοί, π. χ Εκτωρ και Ανδρομάχη, Ηρακλής και Διηάνειρα, Οδυσσέας και Πηνελόπη) κ. ά. Η νεότερη όμως λογοτεχνία, ρομαντική και μη, αποφεύγει τούς και τίς συζύγους και σιχαίνεται τα παιδιά.
Ογδοον διακριτό σημείο ενδιαφέροντος στην παρούσα συλλογή του Σ. Κ. είναι το ζωώδες. Παντού και πάντοτε ζώα, σαν την ποίηση στη ζωή μας, ό, τι και αν συμβαίνει αλλού: έντομα, βδέλλες, η Λερναία Υδρα, ο πεινασμένος γάτος, το θηριοτροφείο, τα κουνάβια, «το ζώον» (που αυτή τη φορά έχει προβοσκίδα) – «αν είμαστε ό, τι γράφουμε» – (ναι, αυτό είναι, πρωτίστως!), ο μαύρος Πάνθηρας, (το καλύτερο ποίημα της συλλογής, που θα άξιζε, par excellance, να είναι ο τίτλος της, κ. ά.). Ζώα, παντού ζώα, όπως τα δέντρα στην ποίηση του Σεφέρη. Ενατον, ο τρόμος και η φρίκη διάχυτα παντού. Προβολή από την ψυχή μας, στη ζωή και στον κόσμο, τα ζώα (τα τέρατα) «τα κουβαλούν» όσοι έχουν τύψεις, μνήμες, συνείδηση, δηλαδή ψυχή, όσοι δηλαδή είναι άνθρωποι (και όχι μόνο θόρυβος και αμουσία).
Δέκατον, το μαύρο και κάποτε το μαύρο, οιονεί χιούμορ, π. χ. «ο γαμπρός» («Η τελετή τελείωσε... /σκύβω τότε τον νεκρό να προσκυνήσω / κι αντικρίζω μέσ’ την κάσα / το δικό μου λείψανο»).
Ενδέκατο σημείο το μέλαν, το συμβολικό μέλαν του μελανιού και της μελαγχολικής ψυχής, αυτό που κατατρώει και ανυψώνει την ψυχή κάθε ποιητή, σαν το πένθος του Παλαμά για τον χαμό του Ακη («με ανυψώνει ο πόνος σου και μούγινε θρησκεία»). Η κορυφαία «στιγμή» της συλλογής: («Πρόλογος» διπλό χαϊκού με ουρά): Αρπάζει φωτιά / η μέθη μου προσμένω / τον Δον Κιχώτη // μια κατακόκκινη / να παίξουμε οι δυο μας / παρτίδα σκάκι / (Και η ουρά:) μ’ έπαθλο τα μελάνια σου! Γι’ αυτή τη «στιγμή» θα του χαμογελούσαν θαρρώ με συμπόνια δυο-τρεις της «Παλατινής Ανθολογίας» και απ’ τους νεότερους: ο Σούντερμαν («Ο δρόμος των γάτων»), ο Γκαίτε («ο Βέρθερος»), η Βιρτζίνια Γουλφ («Στον Φάρο»), ο Καρυωτάκης («Πρέβεζα»), ο Ρίτσος («Της αδελφής μου») κι ο Λιαντίνης («Γκέμα»).
Δέκατο τρίτο διακριτό σημείο ενδιαφέροντος της συλλογής είναι «οι παρομοιώσεις και, τρόπον τινά, οι λανθάνουσες παρομοιώσεις» π. χ. (από τον «Δαίδαλο», «Πάνω στο στήθος μου όρνια λιμασμένα / οι τύψεις» (η «γηροτρόφος ελπίς» του Πλάτωνος όμως έστω πρώιμα, δεν συμπίπτει πάντα με την απουσία τύψεων) και τέλος, παράδειγμα φαινομενικώς λανθάνουσας παρομοίωσης (από «Των εξαφανισθέντων», «των εξαφανισθέντων φτυστές η απουσία» όπου για να βγάλεις νόημα, πρέπει να αναζητήσεις το συντακτικό υποκείμενο πέντε στίχους πριν («ποικίλες φωνές») των απόντων, που είναι ολόιδιες η απουσία.
Δέκατο τέταρτο και ακροτελεύτιο σημείο: «γόνιμες απηχήσεις από άξιους παλαιότερους λογοτέχνες (π. χ. των παραισθήσεων, όπως των Κάφκα και Χάκκα) ή από σχολές (π. χ. των μπιτ, Γκίνσμπεργκ και Κόρσο) για την προσποίηση ανεμελιάς από τάσεις και ρεύματα.
Τελικά μεγάλη αισθητική χαρά! Είμαστε σαφώς ένθεν των ορίων της ποίησης. Η φιλολογία δεν είναι πάντοτε βαρύδια, κάποτε είναι και φτερά. Στην επόμενη συλλογή θα είναι πια καιρός ο Σ. Κ. να δώσει έναν πίνακα σύνθετο, μεγάλης επιφάνειας, αλλά ενιαίο.
 
Ανδρέας Παναγόπουλος, Ομ. καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας
του Πανεπιστημίου Πατρών
[εφημερίδα Η Καθημερινή, 20 Ιανουαρίου 2009]

 

Βαρύ μέταλλο
                                                           
«Once you were glad to be free for a while/ The air tasted good and the world was your friend/ Then came the day when the hard times began/ Now you're alone but alive for how long·» («Gangland», Iron Maiden, The number of the Beast)
Πρόκειται εδώ για ποίηση σωματική, υλική και σαφή, με έρμα μορφής και περιεχομένου, για να ανατρέξουμε σε όρους παλαιάς κοπής. Αλλά κυρίως με έρμα ψυχής ή πνεύματος (το ίδιο κάνει, όπως θα έλεγε και ο Κοσμάς Πολίτης), με έρμα ζέον, αναβράζον αλλά όχι θεραπευτικό, λυτρωτικό ωστόσο.
Αφήνοντας έκτυπες στις σελίδες της προηγούμενης, τέταρτης στη σειρά συλλογής του (Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Μεταίχμιο, 2004 –η ωρίμαση των ευάριθμων κάθε φορά ποιημάτων του φαίνεται να χρειάζεται από 4 έως 7 χρόνια), μεταξύ άλλων, μία «ξελιγωμένη» Ελένη, μία διαφορετική Πηνελόπη, «κάθυγρη» μέσα στην τρομερή αλήθειά της και ένα «δαιμονισμένο» ποίημα-γιοφύρι που κάθε πρωί «έτρωγε τις λέξεις» του (χαραμάδα για να διακρίνουμε την πιο ελαφροπάτητη πλευρά του ποιητή), ο Στάθης Κουτσούνης εφορμά, πρώτα πρώτα με την παρήχηση του έντονου «ντ» στον τίτλο, και με λίγο διαφορετικό προσανατολισμό αυτήν τη φορά, στον κόσμο μέσα του και γύρω μας. «Ανάμεσα στο περικάλυμμα και το σύρμα/ ανάμεσα στις ίνες του σύρματος/ μες στο ακουστικό ή κάτω απ' το καντράν/ κουλουριασμένες σαν γριές/ οι φωνές που έχουν χαθεί/ σε κάτοπτρα ερημιάς θαμπώνουν// ποικίλες φωνές     λάγνες υγρές λαχανιασμένες/ ψίθυροι κλάματα κραυγές/ φωνές επίμονες αισχρές ενίοτε/ χαρμόσυνες μεθυστικές ή απελπισμένες/ αγκυλωμένες πλην όμως ζωντανές// των εξαφανισθέντων φτυστές η απουσία».
Δεν ξεχνά ούτε κι εδώ ο Κουτσούνης να στηρίξει τα ποιήματά του στα καθημερινά και χρηστικά, όπως το ψυγείο («κλάμα βουβό μοιρολόι/ μακρόσυρτο για τα φονικά/ που συντηρείς στην κοιλιά σου»), τα παπούτσια, τα γουναρικά ή το δερμάτινο, τον υπολογιστή, τον κάλαθο των αχρήστων, όπως και να υπονοήσει την πνευματική του βάσανο είτε ως ποιητή είτε ως εκπαιδευτικού, είτε, και κυρίως, ως ανθρώπου που τρέμει το αναπόφευκτο τέλος. Αγαπημένη συνήθεια τελικά, και δική του και δική μας, να ενώνουμε, συχνά, τον τίτλο του ποιήματος απευθείας με τον τελευταίο στίχο, για να λύσουμε το αίνιγμα άμεσα και ύστερα να διαβάσουμε το σώμα ως «ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου». Υπάρχει, ωστόσο, σε αυτήν τη συλλογή η ενότητα εκείνη η σπαρακτική, την οποία δεν θέλω να ονομάσω οικολογική· η φυσιολατρία φαίνεται ότι έγινε «λόγος περί των του μεγάλου οίκου μας» όταν αυτός ο οίκος άρχισε να εξαντλεί τα αποθέματά του. Ο γενέθλιος τόπος του ποιητή, η Νέα Φιγαλία Ολυμπίας, επλήγη και πληγώθηκε βαριά το καταραμένο Καλοκαίρι του 2007. Και ίσως αυτό να μετατρέπει σε εφιάλτη το ονειρικό «νόστιμον ήμαρ» τής πολυθρόνας του, και σε θρήνο, τη σιωπή τής κιθάρας που θέλησε να επιστρέψει στο δέντρο τις μελωδίες των πουλιών. «Πετάγομαι χαράματα από λήθαργο/ κι αντικρίζω δασωμένο/ ολόκληρο το σπίτι/ σφεντάμια οξιές καρυδιές/ στην κρεβατοκάμαρα και στις γωνιές/ των άλλων δωματίων/ γεμάτη δρυς και κέδρους η κουζίνα// έμεινα άναυδος για ώρες/ κουτουλώντας στους κορμούς/ σαστισμένο κατοικίδιο/ που χάθηκε στο δάσος» («επαναφορά»).
Όπως ένας «επίλογος» οριοθετούσε την αφετηρία της προηγούμενης συλλογής, ένας «πρόλογος» σηματοδοτεί το τέλος της παρούσας, αμφότεροι υπαινισσόμενοι, υποθέτω, τον αέναο ενεστώτα και το ανατροφοδοτούμενο γίγνεσθαι της Τέχνης/ Ποίησης. Μιας ποίησης που είναι «αμίλητη» και «ξομπλιάζει λέξεις αντί για παραστάσεις», μιας ποίησης ή, της ποίησης γενικά, που χρειάζεται «επιμονή και υπομονή» για να κυλήσουν οι «χάντρες τής φωνής της» στο αίμα του αναγνώστη. Μιας ποίησης, ωστόσο, που δεν μπορεί να ζωντανέψει τα δέντρα που κάηκαν, ούτε μπορεί να κάψει με τη σειρά της τα κεφάλια της «λερναίας ύδρας», που εξακολουθούν να ξεφυτρώνουν δικέφαλα την επομένη.                                
Βαρύ μέταλλο η «φρίκη-βδέλλα» του ποιητή Στάθη Κουτσούνη, ο οποίος κατορθώνει να παρουσιάσει την αδρή προσωπική κραυγή του εκβραχισμένη από τις λεπτομέρειες της ιδιαίτερης περίπτωσής του· ξόμπλι εκ του περισσού αλλά και απαραίτητο για μια ζωή εντόμου στην εντατική –όντος μηδαμινού αλλά και ακατάβλητου, πλην όμως όχι για πάντα.
 
Σταυρούλα Τσούπρου (διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου)
 [εφημερίδα Η Κυριακάτικη Αυγή, 25 Ιανουαρίου 2009]

Τα Έντομα στην εντατική (Μεταίχμιο), η πέμπτη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, εισβάλλουν στην πόλη και μετά στα σπίτια, ξυπνούν τη νύχτα τους ένοικους-ασθενείς, τους απειλούν με κανιβαλιστική πρόθεση και εξαφανίζονται λίγο πριν τα χαράματα. Είναι έντομα που κρύβονται όλη μέρα στη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξής μας, στις λέξεις τρόμου που εκστομίζουμε για να φύγει από κοντά μας το κακό και ο φόβος μιας αδιέξοδης σιωπής, στις τυφλές ψιλοβελονιές που καθηλώνουν την ανασφάλεια μας μέσα σε λάθη και απώλειες. Είναι έντομα σαρκοβόρα που δουλεύουν υπερωρίες με λαίμαργη διάθεση αφού, κατά βάθος, τρώνε την ίδια τη φύση αλλά και τη ζωή μας και ο ποιητής τα εξοστρακίζει με συμβολισμούς, μεταφορές και λυρική στωικότητα. Ευρηματικά, κυνικά ίσως, τα ποιήματα του Κουτσούνη μας καλούν να προμηθευτούμε εντομοκτόνο –που δεν είναι άλλο από τη διέξοδο στην ποίηση.
 
Ντίνος Σιώτης
[περιοδικό Poetix, τεύχος 1, Άνοιξη 2009]

Ο αγώνας δρόμου του ποιητικού υποκειμένου να φτάσει στην αλήθεια της ζωής πολύ συχνά διακόπτεται. Οι εγγενείς αβελτηρίες του καθιστούν τον Κόσμο απρόσιτο τελικά. Το λυρικό Εγώ αναγκάζεται να αναδιπλωθεί. Έστω: «Μόνον ό,τι σφραγίζει ο τρόμος / διαρκεί εις το διηνεκές».
 
Γιώργος Βέης
[Yearbook 08>09, Στιγμιότυπα ελληνικού πολιτισμού]

Υπερρεαλίζουσα υπαρξιακή λάμψη
 
Τα Έντομα στην εντατική, πέμπτη ποιητική κατάθεση του Στάθη Κουτσούνη, επαναδιατυπώνουν την υπαρξιακής στόφας θεματική του ποιητή (έρωτας, χρόνος, θάνατος), αποτυπώνοντας τον εσώτερο εαυτό μέσα στο παράλογο μιας αντιφατικής και περίπλοκης καθημερινότητας. Επίσης, συμβάλλουν σε υψηλό βαθμό στην εδραίωση μιας νεωτερικής εκφραστικής ταυτότητας, η οποία δείχνει να συνδέεται άρρηκτα με το δημιουργικό ξάφνιασμα που προκαλείται από την υπέρβαση της ρεαλιστικής και λογικής κανονικότητας: «[…] ώσπου ανοίγουν απότομα / τα θυρόφυλλα της ντουλάπας / και τινάζονται έξω / μια λεοπάρδαλη κι ένα βιζόν / σπάνε την μπαλκονόπορτα και ορμούν / σίφουνες προς τη μεριά του δάσους […]» (σελ. 16). «[…] βουίζει ξένο αίμα στο κεφάλι / πάνω στο στήθος μου όρνια λιμασμένα / κι από μέσα θρεφτάρια ξεροσταλιάζοντας / οι τύψεις» (σελ. 25), κ.ά.
Οι εικόνες παραμένουν έλλογες, αν και μη επιβεβαιώσιμες με όρους ρεαλισμού, κατορθώνοντας να εκφράσουν τη φρίκη, το φόβο, τα τραύματα της ψυχής, την περιπλοκότητα των βιωμάτων. Η υπερρεαλίζουσα αύρα των στίχων δεν εκπηγάζει από την ολική διάσπαση του έλλογου ειρμού, αλλά από μη αναμενόμενες εικόνες και συζεύξεις, που κλυδωνίζουν την καθεστηκυία λογική και υποσκάπτουν την καλλιλογίζουσα κοινοτοπία: ο «πεινασμένος γάτος» δεν είναι παρά «ο κάλαθος των αχρήστων» (σελ. 19) της συγγραφικής δουλειάς· τα «θηριάκια» [που] ρουφάνε ακόρεστα αίμα» (σελ. 20) είναι παιδιά εφηβικής ηλικίας· η «σκλάβα που εγκλωβίστηκε / στης ξενιτιάς τα σίδερα / χωρίς να ξαναβρεί ποτέ / το δρόμο για το δάσος» δεν είναι παρά μία πολυθρόνα (σελ. 37).
Ο οικείος γλωσσικός τόνος συλλειτουργεί με μία υψηλόβαθμη δραματικότητα: σε κάθε ποίημα ανιχνεύεται πυκνή διαδοχή εικόνων, βιωμάτων και συναισθημάτων, γεγονός που προικίζει τους στίχους με εσωτερικό ρυθμό, απόμακρο από τη μονόχορδη στατικότητα του παρωχημένου λυρισμού. Ρυθμικά δικαιωμένος, τέλος, είναι και ο ελεγχόμενος εμπλουτισμός των ελεύθερων στίχων με στίχους έμμετρης δυναμικής. Για παράδειγμα, η υπερρεαλίζουσας προέλευσης εικόνα που ακολουθεί περιλαμβάνει στη ρυθμική δυναμική της ιαμβικό ενδεκασύλλαβο (πρώτος στίχος) και εννεασύλλαβο (τέταρτος στίχος), καθώς και ελεύθερους στίχους: «[…] ζωντάνεψε κατόπιν ο σφαγμένος / κόκορας με το πορφυρό λειρί / σύναξε το αίμα του / από τις τέσσερις γωνίες / τίναξε τις φτερούγες κι ακολούθησε / ουρά στο ιπτάμενο σπίτι» (σελ. 40). Επειδή η ανάμειξη ελεύθερων και έμμετρων στίχων γίνεται με ισορροπημένο και όχι με κραυγαλέο τρόπο, διαμορφώνεται σε ελκυστική ρυθμική παράμετρο, η οποία μάλιστα συγκροτεί χαρακτηριστικό γνώρισμα αρκετών καλλιτεχνικά δικαιωμένων καταθέσεων της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.
 
Δημήτρης Κόκορης
[περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 495, Απρίλιος 2009, σελ. 51]

Μια κατακόκκινη παρτίδα σκάκι ή Κυψέλες γεμάτες ενοχές
 
Ταξιδεύω χωρίς εισιτήριο/ σημαίνει κλέβω χρόνο/ που δεν μου ανήκει/ συντηρώ τη ματαιότητα («ματαιότης»)
Όταν οι κληρονόμοι/ κάρφωσαν αδίστακτα/ το πωλητήριο στο στέρνο του/ (ανορθόγραφο μάλιστα)/ το σπίτι ξυπολήθηκε τα θεμέλιά του/ και με όλα τα έπιπλα/ άρχισε να πετάει στον ουρανό («παραίσθηση»)
 
Η αγωνία, η αμηχανία και η ανθρώπινη ανασφάλεια, μέσα από την αναπόφευκτη υποκειμενικότητα και εσωστρέφεια της εποχής μας, αντιπροσωπευτική της πραγματικής εικόνας του θεωρούμενου ως πανίσχυρου όντος, είναι έκδηλη στην πέμπτη συλλογή του Στάθη Κουτσούνη (γεν. Νέα Φιγαλία Ολυμπίας 1959, σπουδές: νομικά, φιλολογία, κλασική μουσική). Με τα ουσιαστικά αίμα (σ. 13, 20, 25, 40, 42), αίματα (σ. 16), κραυγές, κρότοι, γδούποι να διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου και να διαλέγονται με τα έκδηλα συναισθήματα ενόχων, ενοχών (σ. 15), τύψεων (σ. 24, 25, 28), φόβου (σ. 12, 22, 36), τρόμου (μόνον ό,τι σφραγίζει ο τρόμος/ διαρκεί εις το διηνεκές), το ποιητικό ψυχογράφημα του Στάθη Κουτσούνη προειδοποιεί κι αποτυπώνει την ατομική (και γι’ αυτό πεπερασμένη και ανοραματική) αγωνία ζωής: σκύβω τότε τον νεκρό να προσκυνήσω/ κι αντικρίζω μες στην κάσα// το δικό μου λείψανο («Ο γαμπρός»). Κι όταν η ποίηση, σε ένα γερασμένο κόσμο παρακμής, παύει να ατενίζει μεγάλα οράματα και ιδανικά, δικαιολογημένα απέχει από το λανθάνον ή ανύπαρκτο κοινωνικό αίτημα, διαλεγόμενη αναγκαστικά με τα κυνικώς τελεσθέντα και αλαζονικώς ποιηθέντα, δεν απομένει παρά ο αυστηρά προσωπικός χώρος καταγραφής του εσώτερου πόνου, για να φτάσουμε σε αυτό που ο Β. Λεοντάρης προσδιόρισε ως «ποίηση της προσωπικής ενοχής».
Μια τέτοια ποίηση αγωνίας αποκαλύπτεται πεντακάθαρα μπροστά μας με όλα τα ακριβή χαρακτηριστικά που προσδιόρισε (ερμήνευσε) η σύγχρονη ψυχαναλυτική θεωρία: και πρώτο το όνειρο, το κατά Φρόιντ «βασιλικό δρόμο προς το ασυνείδητο». Ακόμα και ο τίτλος της συλλογής «έντομα στην εντατική» βρίσκει τη θέση του στην Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόιντ, εκεί όπου όνειρα, εφιάλτες, μηχανισμοί παραμόρφωσης του ασυνείδητου, πριν γίνει συνειδητό και ταυτιστεί ή προσπαθήσει να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, αυτό- ή ετερολογοκρίνεται (στην ποίηση αυτή τη φορά), μεταθέτοντας, μέσω των στίχων, το αίτημα της λύσης λύτρωσης, διεκδικώντας τη διερεύνηση του ονείρου, επιχειρώντας την εκπλήρωση της επιθυμίας: ωστόσο εγώ επιμένοντας/ κι ας ξέρω ότι με κοροϊδεύει/ μ’ επιταγές χωρίς αντίκρισμα/ ξεχνώ τους γύρω μου/ ξεχνώ ακόμα και την κόρη μου/ και με το ηλεκτρονικό μου χέρι/ εκλιπαρώ ευτελής/ για μια φέτα σάρκα γυμνή// που δε βλέπω ποτέ.
Η απουσία, η αδιέξοδη μοναξιά και γι’ αυτό η επιτακτική ανάγκη επικοινωνίας (κάθε πρωί/ την ίδια πάντα ώρα/ καρτερώ τον ταχυδρόμο// κρύβομαι αθόρυβα στο θυρωρείο/ αρπάζω τα γράμματα/ και τρέχω στον κρυψώνα μου// ένα ένα τα ανοίγω/ προσεκτικά και τα διαβάζω/ εισβάλλω στις ζωές των άλλων/ σκαλίζω τα απόρρητα), παρουσιάζεται ως είδος απαγορευμένου καρπού με τη ζωή περίκλειστη να υψώνει τείχη μεταξύ των ανθρώπων. [...]
Μέσα από λέξεις-τρόμους, όπως σφαγείο ζώου (σ. 13, 15), λερναία ύδρα, βδέλλα, τρωκτικά, μαύρος πάνθηρας, λεοπάρδαλη, οι αιμάτινοι εφιάλτες του Στάθη Κουτσούνη διαπερνούν τους ατομικούς φόβους και εκφράζουν ποιητικά τα συλλογικά μας αδιέξοδα.
 
Κώστας Κρεμμύδας
[περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 40, Άνοιξη - Καλοκαίρι <Μάιος> 2009, σελ. 141-142] 

 

Ανατροπές, με εργαλεία μεταφορές και αναλογίες στα Έντομα στην εντατική
του Στάθη Κουτσούνη
 
Για μια ακόμα φορά ο τίτλος της –πέμπτης– ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη μάς παραπέμπει σε κατάσταση επικινδυνότητας, ύστερα από τον «Τρύγο των αιμάτων», τις «Παραλλαγές του μαύρου» και την «Τρομοκρατία της ομορφιάς». Ο τίτλος είναι εντυπωσιακός και σου δημιουργεί αίσθημα πανικού. Ο τίτλος ο ίδιος είναι σαν ένα ξεχωριστό ποίημα. Επιδέχεται τη δική του «ανάλυση»: αποτελεί ένα σχόλιο στο περιεχόμενο της συλλογής συνολικά και στο στόχο της να ξυπνήσει στον αναγνώστη το αίσθημα του κινδύνου-συναγερμού και να τον οδηγήσει, αν βρίσκεται σε κατάσταση απάθειας, σε εγρήγορση. Εμφανίζεται ως στίχος στο πρώτο ποίημα της συλλογής «η λερναία ύδρα».
Πολλά ποιήματα περικλείουν μια ανατροπή, που άλλοτε αποφορτίζει λυτρωτικά την ένταση και άλλοτε την κορυφώνει. Η ανατροπή πολλές φορές γίνεται στον τελευταίο στίχο των ποιημάτων. Υπάρχουν δύο επίπεδα: ο φυσικός κόσμος και το περιβάλλον της σύγχρονης πόλης. Ζώα και φυτά και ο άνθρωπος της καθημερινότητας. Η πραγματικότητα σαθρή, βέβηλη, δυσοίωνη. Ο φυσικός κόσμος, προσωποποιημένος συχνά, εισβάλει σ’ αυτήν εξαγνιστικά. Ή, αντίθετα, τα αντικείμενα χρήσης, προϊόντα της σύγχρονης ζωής, ξαναγυρνούν στην αρχική τους ύλη και επανεντάσσονται στην αρχική τους λειτουργία. Θεωρώ ότι ο τονισμός της οικολογικής ευαισθησίας του ποιητικού υποκειμένου (βλ. Δελτίο Τύπου του εκδοτικού οίκου, καθώς και προσωπικό σχόλιο του ποιητή στο ηλεκτρονικό περιοδικό e-poema) μειώνει την ποιητική υποβολή και γειώνει το αποτέλεσμα. Προτιμώ την έκπληξη της ανάγνωσης χωρίς προσανατολισμό, που θα κατευθύνει τον αναγνώστη στις δικές του ερμηνείες.
Οι εικόνες στα πρώτα ποιήματα, με έμφαση στον τρόμο ή στη φρίκη, είναι πιο κοντά στις προηγούμενες συλλογές του Κουτσούνη. Όπως τονίστηκε και πιο πάνω, η ανατροπή στα ποιήματα ακολουθεί μια σειρά από εικόνες, αναλογίες και μεταφορές. Με υποδειγματική ανάπτυξη της αναλογίας κάθε φορά, με τολμηρές μεταφορές και εικόνες (υποθέτω πως η φιλολογική ιδιότητα του συγγραφέα τού είναι πολύ χρήσιμη), που οδηγούν με ασφαλή ποιητική οργάνωση στην ανατροπή του τέλους. Τα πανωφόρια από δέρμα και γούνα ξαναγίνονται ζώα-αγρίμια και απειλούν τον ιδιοκτήτη, η ξύλινη πολυθρόνα ξαναγυρνά στο δάσος και στον κορμό απ’ τον οποίο προέκυψε. Μια άλλη πραγματικότητα μπορεί να είναι κρυμμένη πίσω από τα καθημερινά αντικείμενα, πίσω από την ντουλάπα, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, μέσα στο καλάθι των αχρήστων. Το ασκημένο μάτι του ποιητικού υποκειμένου την αποκαλύπτει στον αναγνώστη, αφού πρώτα τον τρομάξει ή τον βάλει να σκεφτεί, παίζοντας το παιχνίδι της αλήθειας και της φαντασίας, οπότε να μπορεί και ο αναγνώστης να μισοδιακρίνει ή να διακρίνει καθαρά την κρυμμένη εικόνα της καθημερινής του πραγματικότητας.
Τα κουνάβια: Μπαίνω στο σπίτι εξαντλημένος/ τα εκσφενδονίζω ανάμεσα στις πολυθρόνες/ κι απλώνομαι στον καναπέ να ξανασάνω// είναι ζεύγος αχώριστο/ τα χαζεύω και σκέφτομαι/ με ισόβιον όρκο συμβίωσης […]// έτσι όπως επίμονα τα κοιτούσα/ με κοιτούσαν κι εκείνα […]// ακαριαίως έγιναν κουνάβια/ και λάκισαν απ’ το παράθυρο/ τα παπούτσια μου.
Ορισμένα ποιήματα δίνουν έμφαση στο στοχασμό, με τις εικόνες και τις αναλογίες να αποτελούν πάλι τα δομικά τους υλικά αλλά χωρίς την απόληξη της ανατροπής. Οι τύψεις, τα μύχια συναισθήματα, οι σχέσεις, ο φόβος, ο χρόνος και οι απώλειες είναι το κέντρο της αναζήτησης μέσω της γραφής.
ΤΟ ΛΕΠΙΔΙ: Ακονίζει τα μαχαίρια του/ ο δήμιος τα μεγάλα// όσο καλύτερα είναι ακονισμένα/ τόσο μεγαλύτερη η ηδονή του/ ενίοτε και λιγότερες οι αναστολές/ (αν έχει ο δήμιος αναστολές)// κι αγνοεί ο άμοιρος/ ότι όσο ακονίζει μαχαίρια μεγάλα/ τον παραφυλάει πάντοτε/ ένα μικρό μα σουβλερό λεπίδι// η τύψη.
Σταθερό γνώρισμα της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη αποτελούν τα σύμβολα. Με σύμβολα κινείται σε κάθε ποιητική συλλογή του, παίζει μαζί τους, δημιουργώντας το προσωπικό του ποιητικό κλίμα, τη δική του ιδιαίτερη ποιητική φωνή. Η ατμόσφαιρα φρίκης πλανάται και στη συλλογή αυτή, με ηπιότερα σύμβολα και περισσότερο παιγνιώδη τρόπο. Το ύφος και η ποιητική γραφή σηματοδοτούν ένα άνοιγμα σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό –η επισήμανση είναι θετική. Επίσης, καθώς συνδυάζεται η τεχνική με την ποιότητα, είναι πρόσφορη για οποιαδήποτε μαθήματα γραφής και λογοτεχνικής ανάγνωσης.
 
Κούλα Αδαλόγλου
[περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 40, Άνοιξη - Καλοκαίρι <Μάιος> 2009, σελ. 142]

Μετά την Τρομοκρατία της ομορφιάς ο Στάθης Κουτσούνης εκδίδει την τελευταία του ποιητική παραγωγή με τίτλο Έντομα στην εντατική.
Το πιο συνηθισμένο υφολογικό σχήμα στη λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση είναι η μεταφορά. Εδώ η μεταφορά βρίσκεται στον τίτλο. Για τον T. S. Eliot ο σημερινός κόσμος είναι μια Έρημη χώρα, για τον Κουτσούνη είναι μια εντατική στην οποία νοσηλεύεται ο σημερινός άνθρωπος σε κρίσιμη κατάσταση. Μια εντατική κάθε άλλο παρά αποστειρωμένη, με έντομα να κυκλοφορούν, κάνοντας έτσι σχεδόν αναπόφευκτη τη μοιραία έκβαση.
Ο ασθενής βρίσκεται σε καταστολή; Κάθε άλλο. Έχει συνείδηση της κατάστασής του. Είναι γεμάτος φόβο («Το καρτέρεμα») και φρίκη («Βδέλλα»), ενώ ταυτόχρονα κατακλύζεται από ενοχές («Εγκώμιον») και τύψεις («Το λεπίδι», «Δαίδαλος»), λέξεις με τις οποίες τελειώνουν τα σε παρένθεση ποιήματα σφραγίζοντάς τα. Λέξεις που βρίσκονται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα υπάρχουν κι άλλες, όπως «φέρετρο», «λείψανο», «κλάμα», «μοιρολόι» κ.ά. Η λέξη «τρόμος» απαντάται, μόνο στο ποίημα «Καταβύθιση», τρεις φορές, και μια φορά το συνώνυμο «τρομάρα».
Ο Κουτσούνης σπρώχνει το υπαρξιακό άγχος στα έσχατα όριά του με σουρεαλιστικές εικόνες πρωτότυπης σύλληψης. Τα όνειρα κάνουν συχνά την εμφάνισή τους σ’ αυτά τα ποιήματα, χωρίς να ονοματίζονται ως εφιάλτες, όπως π.χ. στα «Ο γαμπρός», «Η λερναία ύδρα», «Η απόδραση», «Η μάχη» κ.ά.
Η ποίηση του Κουτσούνη χαρακτηρίζεται από μια καβαφική αφηγηματικότητα και διαύγεια. Η επινοητικότητά του δεν βρίσκεται τόσο στο επίπεδο των λέξεων και των φράσεων όσο στις αφηγηματικές συλλήψεις και στην τολμηρότητα των εικόνων.
Ανάμεσα στα ποιήματά του βρίσκονται και εκείνα τα οποία διακρίνονται για μια ιδιαίτερη οικολογική οπτική. Το αφηγηματικό χαρακτηριστικό σ’ αυτά είναι η αντίστροφη ανάγνωση των καρέ, όπως σε μια ταινία. Το «δερμάτινο» σακάκι ξαναγίνεται ο πάνθηρας από το δέρμα του οποίου φτιάχτηκε, τα χειμωνιάτικα στην ντουλάπα «μια λεοπάρδαλη κι ένα βιζόν» («Η απόδραση») και η πολυθρόνα και η κιθάρα το δένδρο που υπήρξαν κάποτε («Νόστιμον ήμαρ» και «Επιστροφή»). Αυτό σε πρώτη ανάγνωση. Γιατί σε μια δεύτερη ανάγνωση εκφράζουν την ψυχολογική «νοσταλγία της μήτρας», τη νοσταλγία του «Χρυσού αιώνα» ή του Παραδείσου πριν την έκπτωση. Η νοσταλγία αυτή είναι έκφραση μιας απόλυτης απαισιοδοξίας μπροστά σε ένα ζοφερό παρόν, που, δυστυχώς, το βιώνουμε έντονα στις μέρες μας. Το ακριβές της αντίστροφο, η προσμονή της ουτοπίας που συναντούμε στην στρατευμένη ποίηση ή η αναμονή της έλευσης ενός μεσσία, απουσιάζει. Το τέλος των Μεγάλων Αφηγήσεων έχει εκθρέψει την αγωνία μπροστά στο αδιέξοδο της ύπαρξης, έκφραση της οποίας αποτελεί και η ποιητική αυτή συλλογή του Στάθη Κουτσούνη.
Ο Κουτσούνης είναι αφηγηματικά πρωτότυπος, τόσο στις μεταφορές του όσο και στα σασπένς που δημιουργεί. Το «μεταφερόμενο» το αποκαλύπτει στο τέλος, παίζοντας έτσι με την αφηγηματική αναμονή του αναγνώστη. Στο «Νόστιμον ήμαρ» είναι η πολυθρόνα, το «Ζώον» είναι ο υπολογιστής, ο «Πεινασμένος γάτος» ο κάλαθος των αχρήστων και τα «Κουνάβια» τα παπούτσια. Στο ποίημα «Αυτοπεποίθηση»  είναι ιδιαίτερα επινοητικός, «ζωντανεύοντας» μια σχεδόν νεκρή μεταφορά, αντιστρέφοντάς τη: «[…] // στις ταράτσες η βλάστηση /   έχει φουντώσει για καλά / δένδρα μεγαλόκορμα / με εβένινο φύλλωμα ψηλά / σαν καμινάδες που καπνίζουν / πλήθος βλαστοί ευθυτενείς / με παρακλάδια και ροδάμια / όπως κεραίες τηλεόρασης / θάμνοι πλατύφυλλοι σαν ηλιακοί / αμπελώνες γεμάτοι καρπούς / όπως απλώστρες με εσώρουχα / και περιστέρια σαν μανταλάκια / καμουφλαρισμένα κοτσύφια και τσίχλες / σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες».
Τα σύντομα ποιήματα, είτε σαν έξυπνες μεταφορές είτε σαν αποφθέγματα, είναι από τα πιο ωραία της συλλογής: «μόνον ό, τι σφραγίζει ο τρόμος / διαρκεί εις το διηνεκές» («Ταυτότητα») και «Κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη // γεμάτο το σώμα μου στίγματα / τύψεις του χρόνου»(«Στίξη»).
Με εφέ απροσδόκητου και αντίθεσης τιτλοφορεί ο Κουτσούνης το τελευταίο ποίημα της συλλογής: «Πρόλογος», και με υπότιτλο «διπλό χαϊκού με ουρά»: «Αρπάζει φωτιά / η μέθη μου προσμένω / τον Δον Κιχώτη // μια κατακόκκινη / να παίξουμε οι δυο μας / παρτίδα σκάκι // μ’ έπαθλο τα μελάνια σου».
Εκτός από αφηγηματικός και διαυγής, ο Κουτσούνης είναι επίσης καβαφικά ολιγογράφος. Τουλάχιστον τέσσερα χρόνια απέχει η έκδοση κάθε ποιητικής του συλλογής από την προηγούμενη. Θα θέλαμε η αναμονή για την έκδοση της επόμενης συλλογής του να διαρκέσει λιγότερο, όμως είμαστε σίγουροι ότι έτσι κι αλλιώς θα μας αποζημιώσει.
 
Μπάμπης Δερμιτζάκης
[περιοδικό Ακτή, τεύχος 79, Καλοκαίρι 2009, σελ. 367-369
και ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα, 20/9/2009 (με τίτλο: Σουρεαλιστικές εικόνες και αφηγηματική διαύγεια χαρακτηρίζουν την τελευταία ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη)]

Η φαντασία στο ποίημα
 
Ο Στάθης Κουτσούνης γεννήθηκε στη Νέα Φιγαλία Ολυμπίας το 1959. Σπούδασε νομικά, φιλολογία και κλασική μουσική. Πέρα από τη δημοσίευση κριτικών δοκιμίων, μελετών, άρθρων και βιβλιοκρισιών, ο Κουτσούνης είναι πριν απ’ όλα ποιητής. Πρωτοεμφανίστηκε το 1987 με τη συλλογή Σπουδές για φωνή και ποίηση. Κι ακολούθησαν: Τρύγος αιμάτων (1991), Παραλλαγές του μαύρου (1998), Η τρομοκρατία της ομορφιάς (2004). Τα Έντομα στην εντατική είναι η πέμπτη συλλογή (2008).
Δημιουργός της λεγόμενης γενιάς του 1980, η οποία περιλαμβάνει τους ποιητές που γεννήθηκαν στα χρόνια 1956-1967, κάνει εδώ μια ενδιαφέρουσα στροφή στην οικολογία και στη σύγχρονη τεχνολογία, του υπολογιστή πρωτίστως, στροφή που του επιτρέπει να ανανεώσει τη θεματική του και να φτάσει σε νέα επιτεύγματα, ενώ δε λείπουν και άλλες όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι τα ζώα που το δέρμα τους έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή προϊόντων ένδυσης (βιζόν, κουνάβια, λεοπάρδαλη, πάνθηρας) ανασταίνονται, διεκδικώντας τη ζωή που στερήθηκαν, ο υπολογιστής μετασχηματίζεται σε ζώο με προβοσκίδα, η πολυθρόνα νοσταλγεί το δάσος, η κιθάρα γίνεται δέντρο, ο κάλαθος αχρήστων πεινασμένος γάτος, ενώ η πόλη του μπετόν, σε μια ενδιαφέρουσα ανατροπή, συλλαμβάνεται ως δάσος που της μοιάζει. Αν όλα αυτά υποκρύπτουν μια νοσταλγία για το χαμένο παράδεισο είναι μια σκέψη που μπορεί να την κάνει ο αναγνώστης, αλλά όχι απαραίτητα κι ο ποιητής. Ο Κουτσούνης είναι, μου φαίνεται, απόλυτα δοσμένος στον καιρό του και δε γνωρίζει όρια στα θέματα και στις επινοήσεις, συχνά σαχτουρικές. Τα πάντα γι’ αυτόν μπορούν να γίνουν ποίηση, ωστόσο αυτή η πεποίθηση οδηγεί ενίοτε σε μια ευκολία, η οποία υπονομεύει την αισθητική αποτελεσματικότητα του ποιήματος.
Ωραία ποιήματα εν γένει τα προκείμενα, πρωτότυπα στη σύλληψη, ανατρεπτικά στις συσχετίσεις, επιτυχή κατά κανόνα στις αναλογίες, άνετα στην έκφραση και το ρυθμό, ενώ συχνά κλείνουν με τέλος αποκαλυπτικό. Αν ήταν να διαλέξω ένα, θα διάλεγα την «Καταβύθιση», στην οποία το πέρασμα από τη μια ηλικία στην άλλη τόσο της κόρης όσο και του πατέρα γίνονται με τρόπους κινηματογραφικούς, έξοχους:Έβγαλα βόλτα σήμερα / την κόρη μου στο πάρκο / την κρατούσα απ’ το χέρι και προχωρούσα / στην παιδική χαρά με τις κούνιες / τις τσουλήθρες τις τραμπάλες τα μονόζυγα // τι συνέβη τώρα κι έγινε / η κόρη μάνα μου κι εγώ / το παιδί που την άρπαζα / απ’ το φουστάνι κι έτρεμα / να μη μου φύγει και τη χάσω / ποτέ δεν το κατάλαβα αναγνώστη // έτρεμα μόνο ελάφι στο δόκανο / κι απ’ την πολλή την ένταση / να τρέξει ο χρόνος / να γλιτώσω από τον τρόμο / έγινα γέροντας / και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον / να με βαστάζει από το μπράτσο / βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο / σακάτη από τα γηρατειά // κι η τρομάρα του παιδιού / είναι αλήθεια μου πέρασε / γιατί εκεί που έφτασα / δεν είχα τίποτα πια να χάσω // μ’ αδράχνει τότε ακόμα πιο μεγάλος τρόμος / –που δεν είχα τίποτα πια να χάσω– / πολύ μεγάλος τρόμος αναγνώστη / τόσο μεγάλος και βαρύς που γλιστράω / από της κόρης μου το χέρι / και βουλιάζω / βουλιάζω μες στην καταπράσινη / τη χλόη του πάρκου.
 
Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος
[περιοδικό η παρέμβαση, τεύχος 149, Καλοκαίρι 2009, σελ. 86-87]

Ο Στάθης Κουτσούνης είναι ένας ποιητής-ερευνητής, που προσπαθεί να συνδεθεί και να συνδιαλεχθεί με τις απαρχές του ίδιου του ποιητικού λόγου. Γι’ αυτό επιτίθεται στα σύμβολα. Στα αρχέτυπα, αλλά και σε αυτά που η ίδια η εξέλιξη του κόσμου γεννάει. Μοιάζει με εκείνους τους θεουργούς του ύστερου νεοπλατωνισμού που προσπαθούσαν να αναγάγουν τη μαγεία σε επιστήμη, χωρίς να καταδέχονται την προστασία μιας κρατικής θρησκείας, για να επικυρώσει την προσπάθειά τους. Με την ποιητική συλλογή Έντομα στην εντατική τολμάει μια έρευνα στα νέα σύμβολα, αυτά που γεννάει η εποχή μας, η οποία μεταλλάσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Παραθέτουμε το ποίημα «Η αμίλητη», προτελευταίο στη σειρά, που μας μεταφέρει την αγωνία του, αλλά σηματοδοτεί και το στόχο του ποιητή:                
Όλο και πιο συχνά καθώς περνούν τα χρόνια / γυναίκα με ώριμη ομορφιά με επισκέπτεται / βγάζει το κέντημά της και κεντάει / στα τυφλά ψιλοβελονιά / κοιτώντας με κατάματα χωρίς να μου μιλάει // κάθε φορά που φεύγει λησμονεί το εργόχειρό της / και βλέπω πως ξομπλιάζει λέξεις αντί για παραστάσεις / άγνωστης γλώσσας κι ακατάληπτης // ερευνώ λεξικά συμβουλεύομαι γλωσσομαθείς / αγωνιώ να καταλάβω να αποκρυπτογραφήσω / μάταια μολαταύτα // όταν ξανάρχεται εκλιπαρώ να μου εξηγήσει / πέφτω στα πόδια της την καλοπιάνω / εκείνη βουβή μα ωστόσο / διαισθάνομαι ήχο λαλιάς άλλης / χωρίς φθόγγους και λόγια συμβατά // λαχταρώ να συνεννοηθώ με τη γυναίκα τούτη / να την κάνω δική μου / σιγά σιγά λοιπόν εξοικειώνομαι μαζί της / κι επιστρατεύοντας επιμονή και υπομονή / αργά και βασανιστικά / αφήνω επιτέλους τις χάντρες της φωνής της / γάργαρα να κυλήσουν στο αίμα μου // δίχως ανάγκη να μου μιλάει / δίχως ανάγκη να της μιλώ.
Αντίθετα από τον επιστήμονα ή το φιλόσοφο, που ψάχνουν την  αλήθεια,  ο ποιητής αναζητάει και τη συναισθηματική αλήθεια. Δηλαδή την ψυχή των πραγμάτων. Μα η ύπαρξη της ψυχής είναι έννοια υπό αμφισβήτηση και κάθε έρευνα που γίνεται  στον τομέα αυτόν μπορεί να αποδειχθεί τραγική ή γελοία. Ο ποιητής θα διακινδυνεύσει ακόμα και τη γελοιοποίηση, προκειμένου να παραμείνει στην οδό που έχει διαλέξει να πορευθεί. Δρόμος επώδυνος, που σε κάθε στροφή ελλοχεύει ο φόβος του άγνωστου προορισμού του ανθρώπου, που επιμένει πεισματικά να μην αποκαλύπτεται, παρόλη την πρόοδο της γνώσης και της τεχνολογίας και παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειές του να εισχωρήσει στο μεδούλι του ερωτήματος. Έτσι, όμως, μπαίνει όλο και βαθύτερα στο λαβύρινθο της σύγχρονης –επιτρέψτε μου τον νεολογισμό του όρου– αστικής μεταφυσικής. Στο ποίημα με τον τίτλο «Σασπένς» ο Κουτσούνης μας δίνει ένα μικρό δείγμα για τα συναισθηματικά συμπεράσματα της έρευνάς του:
Ο άντρας που σωπαίνει / είναι ένα κουβάρι φόβος / που ξετυλίγεται ατέρμονα / στο πουθενά // ο άντρας που τρέμει / είναι μια ματωμένη πέστροφα / στα δίχτυα τ' ουρανού // ο άντρας που κλαίει / είναι παιδί που αναπάντεχα / έχασε στην ερημιά τη μάνα του // ο άντρας που γελάει / νευρικά χωρίς σταματημό / είναι γιατί του λείπει / το τρίτο μάτι της γυναίκας // είναι άξιος ο άντρας / αλλά δεν έχει προβοσκίδα / μήτε φλέβες ποτάμια / να κολυμπάνε μέσα γυμνές / οι ασφάλειες.
Εραστής της σημειολογίας ο Κουτσούνης, αντιστικτικά με την προηγούμενη συλλογή του, που είχε θέσει στην αφετηρία της τον «Επίλογο», σε αυτή την ποιητική συλλογή διαλέγει να κλείσει τον κύκλο παραθέτοντας τελευταίο τον «Πρόλογο» (διπλό χαϊκού με ουρά): 
Αρπάζει φωτιά / η μέθη μου προσμένω / τον Δον Κιχώτη // μια κατακόκκινη / να παίξουμε οι δυο μας / παρτίδα σκάκι // μ' έπαθλο τα μελάνια σου.
Καθόλου τυχαία και αυτή η επιλογή. Κατά τη γνώμη μας θέλει να επισημάνει στον αναγνώστη του πως ο κύκλος δεν έκλεισε. Όσο για το περιεχόμενο του ποιήματος πράγματι είναι μια σύνοψη της συλλογής, προβάλλοντας και τον εαυτό του μέσα στο παιχνίδι, ορίζοντας διατεταγμένα ζεύγη κινήσεων, ενώ επικαλείται τον ήρωα του Θερβάντες σε όλη του την αντίφαση, για να αιτιολογήσει τη δική του θέση στην ποίηση.
Ο Στάθης Κουτσούνης με ολόκληρη την ποιητική πορεία του εξελίσσεται σταδιακά σε ποιητή ιδιαίτερης γκάμας και πρέπει να εξεταστεί πολύ διεξοδικότερα από ανθρώπους που κατέχουν πιο επαγγελματικά τον κριτικό λόγο. Πρόκειται για ποιητική περίπτωση με δική της ιδιοσυστασία, που η παρουσία του ως ποιητή της έρευνας των νέων συμβόλων και της σύγχρονης αστικής μεταφυσικής τείνει να καθιερωθεί.
 
Νίκος Χειλαδάκης
[περιοδικό Οροπέδιο, τεύχος 7, Καλοκαίρι 2009, σελ. 662-663]

[...]
Ο Κουτσούνης είναι ένας ποιητής με αξιοπρόσεκτες αρετές. Διαθέτει ευρηματικότητα και φαντασία, έχει ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλήψεις, ξέρει να οργανώνει με επιμέλεια το υλικό του. Επιπλέον, διακρίνεται για τον αισθησιασμό του (τα ερωτικά ποιήματα που έχει γράψει είναι ίσως τα καλύτερά του), για την εμμονή του να διερευνά (με έναν όχι, πιστεύω, αποτυχημένο τρόπο) το ποιητικό φαινόμενο στους στίχους του, και για την τάση του να διακινδυνεύει, απεικονίζοντας ακραίες ψυχολογικές καταστάσεις στα ποιήματά του.
[...]
...υπάρχουν ποιήματα τόσο στα προηγούμενα όσο και στο πρόσφατο βιβλίο του (δείγματος χάριν, «Εγκώμιον» σ. 15, «Οφειλή» σ. 21, «Σασπένς» σ. 22, «Το λεπίδι» σ. 24, «Η πιπίλα» σ. 30, «Ταυτότητα» σ. 35), που αποδεικνύουν ότι ο Κουτσούνης έχει τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες, να κατακτήσει την ποιητική ωριμότητα. Θα τελειώσω, αντιγράφοντας δύο ολιγόστιχα ποιήματα στα οποία ο Κουτσούνης προσεγγίζει με λεπτότητα το θέμα του χρόνου:
Το πρώτο:
 
ΣΤΙΞΗ
 
Κοιτάζομαι γυμνός στον καθρέφτη
 
γεμάτο το σώμα μου στίγματα         
τύψεις του χρόνου
 
(σ. 28)
 
Και το δεύτερο:
 
ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
 
Μαχαιριά στα πλευρά                                               
του χρόνου
μια γρατζουνιά ωστόσο
κατορθώνοντας
 
η φωτογραφία
 
(σ. 29)
 
Νίκος Λάζαρης
[περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1824, Ιούλιος-Αύγουστος 2009, σελ. 153-155]

Οι αναπάντεχες μεταλλαγές του καθημερινού
 
Ο Στάθης Κουτσούνης, με την πέμπτη του ποιητική συλλογή, Έντομα στην εντατική, επιβεβαιώνει την επιλογή του, εκπεφρασμένη ήδη στην Τρομοκρατία της ομορφιάς, να βάλει για τα καλά τη βία στο παιχνίδι της καθημερινότητας και του μυαλού. Είναι μεγάλη λοιπόν η απόσταση που χωρίζει τα χρώματα και τις παλιές αγάπες που ξεπηδούσαν από το φάκελο του «Συστημένου» (Παραλλαγές του μαύρου, 1998) από τον φόβο που τρώει τα σωθικά στο «Καρτέρεμα» του ταχυδρόμου και τα μυστικά-μολότοφ που δεν έρχονται να τον διαμελίσουν στην παρούσα συλλογή. Κι αν η τάση αυτή εντοπιζόταν και νωρίτερα στην ποίηση του Κουτσούνη, η επίγνωση του κατακερματισμού του κορμιού και του μυαλού, του κανιβαλισμού της δημιουργίας και του έρωτα, προϊόντος του χρόνου ενισχύεται, με τις συνεχείς μεταμορφώσεις των ανθρώπων και των πραγμάτων. Αυτές οι μεταμορφώσεις κυριαρχούν και στα νέα του ποιήματα, όπου ο λιτός, απογυμνωμένος από ψιμύθια, λόγος ξεφλουδίζει την καθημερινή εμπειρία και καταγράφει τις αναπάντεχες μεταλλαγές και μεταλλάξεις της.
Ο Κουτσούνης αναμειγνύει τον αρχαιοελληνικό μύθο και λόγο με τον λόγο των αγαπημένων του ποιητών, που έχουν πάψει ωστόσο να τον στοιχειώνουν κι απλώς παρακολουθούν το δυνάμωμα της προσωπικής του φωνής. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα που αφιερώνεται στον Μίλτο Σαχτούρη, ένα από τα ωραιότερα της συλλογής, το οποίο δηλώνοντας τις επιρροές του παίρνει ταυτοχρόνως τις αποστάσεις του από το ισχυρό του πρότυπο: ένα υπό πώληση σπίτι αποφασίζει να γλιτώσει πετώντας μακριά· το ακολουθεί ζωντανεμένος ο κάποτε στα θεμέλιά του σφαγμένος κόκορας, που γίνεται η ουρά του. Σχίζουν μαζί με τους αετούς τον αέρα και καταλήγουν στο όνειρο ενός πεινασμένου παιδιού που ξύπνησε μέσα στο όνειρό του/ δεν ήθελε να βγει από το σπίτι/ κι έτρωγε ασταμάτητα το κρέας του κόκορα/ που δε σωνότανε ποτέ. Το όνειρο θέλει να διαλύσει τον εφιάλτη του πραγματικού μέσ’ από τους στίχους.
Τα ποιήματα του Κουτσούνη στη συλλογή αυτή μιλούν για τη Λερναία Ύδρα του μέσα κόσμου, τον δαίδαλο των απωθήσεων και τον εμμονών, των φόβων και των τύψεων που επανέρχονται ξανά και ξανά, για το επικίνδυνο εντός που απειλεί εξίσου με το εκτός. Για όσα έφυγαν και δεν γυρίζουν πια, πρόσωπα και φωνές, σαν των εξαφανισμένων που τα βράδια επιστρέφουν ζητώντας αίμα για να ενσαρκωθούν. Για αναμνήσεις και ενοχές, για την επίγνωση της φθοράς και του θανάτου, το ανέφικτο της ένωσης με τον άλλον – και όχι μόνο όταν βγάζει τα πέπλα του σε κάμαρες εικονικές, όπου βουίζει το ανικανοποίητο. Για τη ροή του χρόνου που τα νερά του διαρκώς γυρίζουν, αναπάντεχα, παρασέρνοντας το ποιητικό υποκείμενο ανάντη και κατάντη, μετατρέποντας το γαμπρό σε τεθνεώτα και τον κραταιό, παρότι ενοχικό, άντρα σε αδύναμο γέροντα που καταλήγει κάτω από τη χλόη – σε σύντομες σκηνές με έντονη θεατρικότητα, εστιασμένη στην ανατροπή του τέλους. Για τα πράγματα που αποφασίζουν να επιστρέψουν στη φυσική κατάστασή τους – γούνες, δερμάτινα, παπούτσια, πολυθρόνες και λοιπά έπιπλα. Άλλα τρέχουν να ξαναζωντανέψουν και άλλα απλώς εγκαθίστανται με νέες μορφές στο ρευστό τοπίο. Ακολουθεί ο σπαραγμός των βιβλίων που νιώθουν ότι περισσεύουν και η λάμψη των τεχνολογικών αντικειμένων που καταβροχθίζουν –για αρχή– την καθημερινή χειρονομία. Αυτή η τρομακτική συνάφεια ανάμεσα σε άψυχο και έμψυχο ανοίγει την οδό των μεταμορφώσεων, άλλοτε με βόγγους και οδυρμούς και άλλοτε με εικόνες ειδυλλιακές, νοσταλγικές μιας προτεραίας και προ πολλού απωλεσθείσας ενότητας.
Σ’ αυτόν τον κόσμο των πραγμάτων στέκεται το ποιητικό υποκείμενο και παρακολουθεί τις αλλαγές, αλλότριες και δικές. Με ψυχραιμία, με καρτερία. Χειρονομίες, κινήσεις, νεύματα της καθημερινότητας μεγεθύνονται στο νου και στο χαρτί, γίνονται φορείς ενός μηνύματος σκοτεινού και επικίνδυνου. Ο οικείος χώρος του σπιτιού γεμίζει παγίδες και άγρια σαρκοβόρα ζώα, η νύχτα γεμίζει ήχους και παρουσίες φευγαλέες και τρομερές, και μόνο ένας από μηχανής θεός σώζει, με σκάλες και σκοινιά από τον ουρανό – που πάλι παραπέμπουν στον Σαχτούρη. Υπάρχει όμως και μια επιθυμία ζωής έντονη, οριζόμενη από την ίδια αυτή την παρατήρηση και την επιθυμία της γνώσης, συναρτώμενη με μια επιθυμία διακινδύνευσης που υπαινίσσεται ότι δεν έχουν όλα παιχτεί ούτε χαθεί, κι ότι υπάρχει πάντα ο χρόνος –η ευκαιρία;– μιας επικοινωνίας με την ενσαρκωμένη σιωπή, με τη συμβολοποιημένη απώλεια της νεότητας, με την «Αμίλητη», στην άγνωστη γλώσσα που ξομπλιάζει στα τυφλά, ψιλοβελονιά στο εργόχειρό της. Όταν το ποιητικό υποκείμενο αφήνει επιτέλους τις χάντρες της φωνής της γάργαρα να κυλήσουν στο αίμα του, Δίχως ανάγκη να μου μιλάει/ Δίχως ανάγκη να της μιλώ.
Η σιωπή λοιπόν, η προς τα μέσα γλώσσα,  ή μήπως η άλλη γλώσσα, η ανανέωση της γλώσσας, ποιητικής και μη;
Ο «Πρόλογος» πάντως, επιλογικός, τα λέει όλα: αρχή και τέλος είναι ένα, κραυγή και ψίθυρος μιας ζωής που ανοίγει και κλείνει, παρτίδα κατακόκκινη, κι ο άνθρωπος κι ο ποιητής εγκλωβισμένοι σε πύρινο στεφάνι αναζητούν μια σωτηρία από τον εαυτό τους και τον άλλον. Από την ίδια τη γραφή. Απ’ όλα όσα δεν μπορούν την ίδια στιγμή παρά να ποθούν και να λαχταρούν.
Με στίχο ολιγοσύλλαβο και ρυθμό εσωτερικό που πολλά χρωστάει στον διασκελισμό και την ανάδειξη συχνά –αποφθεγματική– του τελευταίου στίχου, με γλώσσα εκ προθέσεως λιτή και καθημερινή, ο Κουτσούνης χαρτογραφεί το μετέωρο του ανθρώπου και μετέωρο το αφήνει. Σε ποιήματα με στέρεο βηματισμό.
 
Τιτίκα Δημητρούλια
[περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 86, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, σελ. 150-151]

Εκρηκτική αφηγηματικότητα
 
Η ποιητική αναζήτηση του Στάθη Κουτσούνη στην πέμπτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Έντομα στην εντατική, όπου επιλέγεται η έλλειψη στίξης, βρίσκει εκφραστική της διέξοδο τόσο στο αντικομφορμιστικό στοιχείο, όσο και στην απλή ρεαλιστική γλώσσα. Η  συλλογή συνθέτει την ανικανοποίητη επιθυμία, τη διαμαρτυρία ίσως εκείνου που πίσω από την κανιβαλιστική διάθεση των εντόμων που εισέβαλαν στην εντατική απειλώντας τον ασθενή, μπορεί ακόμα να διακρίνει την ελπίδα της ζωής. Μιαν ελπίδα που υπόσχεται η ποίηση. Ο συγκεκριμένος ποιητικός προσανατολισμός γίνεται ήδη φανερός από το πρώτο ποίημα της συλλογής («η λερναία ύδρα»), του οποίου ο 12ος στίχος θα δώσει τον τίτλο στη συλλογή. Ο ποιητής παλεύοντας «χρόνια τώρα κυκλωμένος από κεφάλια» απειλητικά «έντομα στην εντατική», θα ακολουθήσει τη συγκεκριμένη ποιητική αφετηρία στα επόμενα τριάντα ένα ποιήματα, όπου ο στοχασμός αντικρύζει την τρομακτική πραγματικότητα μέσα από την ασθένεια, τη φθορά και το θάνατο.
Η σύνδεση του τρόμου με το θάνατο και την αίσθηση της μικρότητας και της ασημαντότητας καθώς και το σπαρακτικό συναίσθημα που προκαλεί, απελευθερώνει εικόνες συμβολιστικές της ισχύος αλλά και της σκληρότητας, πάνω στην οποία ο άνθρωπος συντρίβεται. Ο θάνατος συντηρεί τη ματαιότητα (ομώνυμο ποίημα σελ. 34), ο τρόμος μπροστά του γίνεται οδύνη και οδηγεί στην ιδέα του τελικού αφανισμού.
Η εικονογραφία της ποίησης του Κουτσούνη προσανατολίζεται άλλοτε σε συγκεκριμένες φαντασιώσεις και άλλοτε σε υπολανθάνοντα πρωτόγνωρα συναισθήματα, φανταστικά στοιχεία, περιγραφές και μεταμορφώσεις. Η «παράλογη» μεταμόρφωση της κιθάρας που συνεχίζει να τραγουδά ριζωμένη στο χώμα («Επιστροφή», σελ. 38) ή το σπίτι που «προσγειώνεται» στο παιδικό όνειρο του μικρού μετανάστη («Παραίσθηση», σελ. 40) με την τολμηρή σύζευξη του κόκορα που συνεχίζει να το θρέφει αέναα, πηγάζει αναμφίβολα από τα θλιβερά αισθήματα που γεννά στον ποιητή η σύγκρουση με την πραγματικότητα που βιώνει. Η κατάθεση όμως ποιημάτων-αντανακλάσεων ενός ιδιαίτερου «οικολογικού» βλέμματος, όπως αναγράφεται στο δελτίο τύπου της συλλογής, δεν αποτελεί παρά καταφυγή του ποιητή στην τέχνη του, σ’ έναν κόσμο αρμονικό, όπου ανακτάται το χαμένο αίσθημα πλήρωσης, εκείνο που του στερεί η καθημερινή πραγματικότητα. Για τον ποιητή πραγματικό είναι εκείνο που λείπει στον τόπο όπου πρωτοστατεί ο τρόμος, ειρωνικός παρατηρητής του ανθρώπινου τοπίου. Βασική πηγή των ποιημάτων γίνεται κυρίως η ψυχική κατάσταση του ποιητή, η εσωτερική του αντίδραση στις ποικίλες διακυμάνσεις που υφαίνουν την περιπέτεια της ζωής. Βιώνοντας τον τρόμο ο ποιητής γνωρίζει για ποιο λόγο αισθάνεται ξένος ή εξόριστος σε μια κοινωνία που τον εμποδίζει να ακολουθήσει τα οράματά του υποχρεώνοντάς τον να καταφεύγει αποκλειστικά στην τέχνη του.
Η τέχνη του Κουτσούνη είναι γυναίκα με ώριμη ομορφιά που όταν λησμονεί το εργόχειρό της, ξομπλιάζει λέξεις αντί για παραστάσεις άγνωστης γλώσσας και ακατάληπτης («η αμίλητη», σελ.42). Η εξοικείωση μαζί της συνιστά μιαν αργή και βασανιστική προσέγγιση μέχρις ότου οι χάντρες της φωνής της κυλήσουν γάργαρα στο αίμα του. Η επιγραμματική κατακλείδα του ποιήματος συμπυκνώνει την επιθυμία του για μια μυστηριακή ένωση με την ποίηση («δίχως ανάγκη να μου μιλάει, δίχως ανάγκη να της μιλώ», σελ. 42) που υπερβαίνει τη σωματική θνητότητα και τον ανθρώπινο τρόμο.
 
Νένα Κοκκινάκη
[περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009, σελ. 164-165]


Άρωμα ρομαντισμού
 
Η αλματώδης ποιοτική και θετική εξέλιξη, που η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη παρουσιάζει από βιβλίο σε βιβλίο, είναι τόσο εμφανής, που καθώς ο ίδιος ωριμάζει, τα νέα του ποιήματα να παίρνουν το ρίσκο μιας ρομαντικής υπερβολής, ως προοίμιο καταθέσεων που θα υπάρξουν στο μέλλον και θα διαμορφώσουν, ακόμη περισσότερο, το γνήσιο της συντονισμένης έκθεσης διάσπαρτων ερεθισμάτων. Είναι αλήθεια πως, μετά τις ρεαλιστικές παραμέτρους, που ενίοτε συναντούσαν αναγνωστικές αντιδράσεις για το μέγεθος της εικόνας, ο ποιητής, στα δύο τελευταία του έργα, στρέφεται σε πυλώνες και ερεθίσματα αρμονικά, από απλούς, καθημερινούς και εν τέλει πιο σύνθετους τύπους, δίνοντας ένα ποιητικό στίγμα, που προσομοιάζει στους συμπολίτες του Σινόπουλο και Παυλόπουλο, καθώς επίσης και στην πεζογραφία του Καχτίτση.
Πράγματι, όπως σ’ εκείνους, έτσι και στον κατά πολύ νεότερο αλλά συνομιλητή τους ποιητή, η ουσία της δημιουργίας του έρχεται από ιδέες που έχουν άμεσο αντίκτυπο τόσο απ’ τον γενέθλιο τόπο, όσο επίσης και από προσωπικές δημιουργίες και μυθοπλασίες, έτσι που να μην εντάσσονται σε κανένα ποιητικό ρεύμα, γενιά ή σχολή, κρατώντας τα σκήπτρα τής εντελώς –παρά το γεγονός ότι η παρθενογένεση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη– ατομικής εκπομπής και εκφοράς καίριων αλλά και ακαριαίων ποιητικών καταθέσεων. Βέβαια, η υπερρεαλιστική διάσταση, που φύεται ως φυσικό επακόλουθο και που ο Κουτσούνης πολλές φορές επιχειρεί, προκειμένου να δώσει νόημα σε μια παράσταση που έχει μυθικό ενδιαφέρον, τον ωθεί σε πολύ μετρημένους, από άποψη αριθμού, στίχους, εκτός όμως πλαισίων και ορίων. Γι’ αυτό επισημαίνει: «Νύχτα ξυπνάει από μέσα / και βγάζει έξω τα κεφάλια της / από τις τρύπες του κορμιού μου / προς τα χαράματα της κόβω ένα / που πετάει αφρίζοντας ολόγυρα / μα ο σφαγμένος λαιμός / δικέφαλος την επομένη ξεφυτρώνει // χρόνια τώρα παλεύω / κυκλωμένος από κεφάλια / άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα / που με απειλούν επίμονα / έντομα στην εντατική // ξεχνώ ο αδαής να κάψω / κάθε κεφάλι όταν το κόψω».
Η ποιητική κατάθεση, που με τη σειρά της δρομολογεί μια ψυχαναλυτικού και αυτοαναλυτικού χαρακτήρα πρόθεση, η οποία και πραγματοποιείται, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ερμηνεύοντας από άλλη οπτική γωνία τα πονήματα, πως ο Κουτσούνης έχει βάσεις από ακόμη πιο μακριά, καθώς η έννοια της ζωής και του θανάτου είναι τόσο καθοριστικά προδιαγεγραμμένη, είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μελαγχολία, είναι τόσο εκρηκτική και παρορμητικά παρούσα, που οι αναγωγές δεν θα έπρεπε καθόλου να μας φοβίζουν.
Παρόλα αυτά, όπως κάθε δημιουργός που σέβεται τη δουλειά του, έτσι και ο Κουτσούνης προβάρει το δικό του λιθαράκι, τοποθετώντας το σεμνά στο οικοδόμημα της ποίησης, έτσι που να νομίζει κανείς πως όχι μόνο με περίσσιο θάρρος φαντάζεται τον εαυτό του έτοιμο να θυσιαστεί στο βωμό των λέξεων, αλλά και το τολμά· εκεί, που όλοι οι ποιητές, με το όποιο βάρος διέθετε ο καθένας, υπέθεσαν πως θα δρασκελίσουν τις δεκαετίες που έπονται, με πόνο, αγωνία, φόβο, προσδοκία, αρρώστια, αλλά και ως ορίζοντας για τους νεότερους, τροχοδρομώντας τις εμπνεύσεις τους και εξιτάροντας αναγνωστικά. Έτσι δεν θα μπορούσε παρά να πει: «Μόνον ό,τι σφραγίζει ο τρόμος / διαρκεί εις το διηνεκές».
Με δυο λόγια, τόσο η θεματολογία όσο και η τεχνική, που ένας μεστός ποιητής ξέρει να διαχειρίζεται, είναι μόνο το ένα σκέλος της εμφάνισης, καθώς το δεύτερο έχει να κάνει με τα ανοιχτά μάτια, που υλοποιούν χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό την ομορφιά που η εν λόγω τέχνη μπορεί να προσφέρει, ούτως ώστε να διαδραματίσει ένα ρόλο ανταλλαγής συναισθημάτων. Κάτι που ο Κουτσούνης όχι απλώς γνωρίζει καλά, αλλά λειτουργώντας μέσα σ’ αυτό αναλαμβάνει τις ευθύνες του, σ’ ένα πεδίο, το οποίο καλύπτεται από άπειρα στίγματα ποιητικού άχθους. Ενός άχθους, που πέρα από λαμπερές και ολόφωτες παραμέτρους, υποκρύπτει επίσης σκληρή εργασία, εξειδίκευση των ερεθισμάτων και ταπεινή επαφή με το σκοτεινό αντικείμενο, για να ακουστούν οι πραγματικοί δημιουργοί: «Αρπάζει φωτιά / η μέθη μου προσμένω / τον Δον Κιχώτη // μια κατακόκκινη / να παίξουμε οι δυο μας / παρτίδα σκάκι // μ’ έπαθλο τα μελάνια σου».
 
Χρίστος Παπαγεωργίου
[περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 58-59, Χειμώνας 2009-Άνοιξη 2010, σελ. 115-116]

Ένα μετα-σαχτουρικό σύμπαν
 
Ο Στάθης Κουτσούνης είναι ποιητής που γι’ αυτόν έχει σημασία η σκηνοθετική αντίληψη του χώρου. Ακόμα και όταν ο χώρος αυτός, ο νοερός ή άμεσα βιωμένος, καθώς και η διάταξη των πραγμάτων που περιέχει, διασαλεύονται και χάνουν την ευστάθεια, το ότι βρίσκονται δηλαδή πάντοτε στο σημείο όπου τα έχουμε μάθει, αλλά χάνουν και τη συμβατική τους μορφή: αλλάζουν σχήμα, συρρικνώνονται ή φουσκώνουν ή ακόμα παίρνουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: πρώτα, γιατί στην ποίηση του Κουτσούνη επιβιώνει ένας ιδιότυπος εξπρεσιονισμός, «σύμφωνα με τον οποίο» η διαστολή ή η συστολή του περιβάλλοντος ακολουθεί τη διάθεση της ύπαρξης. Κάτι που ήδη στο παρελθόν έγινε πάγιο χαρακτηριστικό σε ορισμένους παλαιότερους ποιητές που τον καθόρισαν, όπως ο Μίλτος Σαχτούρης. Έπειτα, γιατί πρόθεση του ποιητή, σε όλα σχεδόν τα κομμάτια που περιέχουν τα Έντομα στην εντατική, είναι η αναδιάταξη, η ανατροπή. Έτσι, η σκηνοθετική βούληση επεμβαίνει για να δώσει στο ποίημα ένα άλλο νόημα από το αρχικό. Εν τέλει, να δημιουργήσει μιαν άλλη πραγματικότητα, ρευστή και, όπως είπαμε, ασταθή. Με λίγα λόγια, το ποίημα για τον Κουτσούνη είναι ένα δρώμενο, μια ιστορία, μια αφήγηση που ενώ αρχίζουν και σχηματίζονται με έναν τρόπο οικείο, αποδίδοντας μια συνήθη όψη της καθημερινότητας, απότομα και απροειδοποίητα μετακομίζουν σε ένα πεδίο μιας άλλης πραγματικότητας, την οποία θα την έλεγα ανορθόδοξη ή παράδοξη, αλλά με κανέναν τρόπο αδιανόητη.
Οι ποιητικές αυτές αφηγήσεις έχουν την εσωτερική τους λογική, οσοδήποτε και αν αυτή, για να μας μεταδώσει το ανατρεπτικό της νόημα, αποδιοργανώνει εσκεμμένα κάθε μορφή ευταξίας και συγχέει, επίσης εσκεμμένα, όλες τις χρονικές διαστάσεις που συμβατικά τις χωρίζουμε σε παρελθούσες και παρούσες. Η ανατρεπτική ετούτη τεχνική, αυτή φαινόταν και στην προηγούμενη προ πενταετίας συλλογή του Κουτσούνη, την Τρομοκρατία της ομορφιάς, εδώ όμως, στα ποιήματα των Εντόμων στην εντατική, είναι πιο ευκρινής. Και τούτο διότι ο λόγος του ποιητή είναι ακόμα περισσότερο γυμνός, περισσότερο διαυγής, με μια καθαρότητα σχεδόν χειρουργική που εντείνει την τραγικότητα του νοήματος: το μοιραίο της ζωής και του θανάτου, το μαύρο και δυσοίωνο που υπάρχει ως σκεπτικισμός πίσω από την ομορφιά, η διαρκής παρουσία των απόντων που διεκδικούν και παίρνουν το κομμάτι της ζωής-μνήμης που τους ανήκει. Χωρίς, ωστόσο, να γίνονται όλα αυτά με συναισθηματικές εντάσεις. Όχι σπάνια ο ποιητικός λόγος φέρεται μέσα από μια δοκιμιακή οξύτητα, ένα λόγιο κατευνασμό, έστω και αν αναπαριστάνονται καταστάσεις απολύτως φανταστικές ή ονειρικές. Το πόσο φροντισμένη είναι η χειρουργική ακρίβεια της γλώσσας φαίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως, λόγου χάριν, του ποιήματος «Ο γαμπρός», όπου σε μια ρευστή, έντονα ονειρική κατάσταση, ο αφηγητής μετακινείται συνειρμικά από τη γαμήλια στην επικήδεια τελετή του, δείχνοντας έτσι πόσο ατελή (και μάταια) είναι τα όρια ζωής και θανάτου, χαράς και λύπης, γέλιου και θρήνου. Επιπλέον όμως σ’ αυτό το ποίημα που το θεωρώ, από δομική και οργανική άποψη, ως ένα από τα πιο σωστά οργανωμένα της συλλογής, αξίζει να προσέξουμε πως, εκ προθέσεως σίγουρα, δεν έχει χρησιμοποιηθεί από τον ποιητή ούτε ένα επίθετο. Μα και σε άλλα, όπως η «Βδέλλα», «Η απόδραση», ο «Πεινασμένος γάτος», το επίθετο απουσιάζει τελείως ή χρησιμοποιείται με εξαιρετική φειδώ, και τούτο, προφανώς, για να είναι η εικόνα ή η φράση πιο δραστικές, πιο κοντά στην κυριολεξία που θέλουν να προβάλλουν η ποιητική λογική και η φαντασία που διέπουν τα Έντομα στην εντατική.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια από τις φωνές που διαμόρφωσαν την ποιητική του Στάθη Κουτσούνη είναι, όπως ήδη είπαμε, αυτή του Μίλτου Σαχτούρη. Η πολύ γνωστή σκηνοθετική και σκηνογραφική του αντίληψη που επηρέασε αρκετούς ποιητές, νεώτερους ή παλαιότερους του Κουτσούνη, όπως τον Γιάννη Κοντό, τον Βασίλη Στεριάδη, τον Δημήτρη Καλοκύρη, κ.α. Το ότι αφιερώνεται στη μνήμη του Σαχτούρη το ποίημα «Παραίσθηση», ένα ποίημα που συνεχίζει τη γνωστή σύζευξη ουράνιου και γήινου, είναι απλώς ένα παραπάνω τεκμήριο της οφειλής του νεώτερου προς τον σπουδαίο απόντα της ποιητικής μας συντεχνίας. Ωστόσο, οι διαφορές υπάρχουν. Στα ποιήματα του Κουτσούνη η κίνηση της ανύψωσης προς το ουράνιο ή η κίνηση της καθόδου προς τα γήινα έγκατα δεν έχουν την υπερβατική έννοια της σαχτουρικής αλληγορίας. Αντίθετα, κινούνται από ένα νόημα απολύτως πραγματολογικό, αν μου επιτρέπεται η λέξη. Ας πούμε, ένα από τα χαρακτηριστικά σύμβολα που ο Σαχτούρης πήρε από τον ρωσο-εβραίο ζωγράφο Μαρκ Σαγκάλ και το ενσωμάτωσε στο δικό του ονειρικό ή εφιαλτικό ποιητικό σύμπαν, ο πετεινός, στην «Παραίσθηση» του Κουτσούνη καταλήγει στη χύτρα ενός παιδιού μεταναστών που ξύπνησε μέσα στο όνειρό του / δεν ήθελε να βγει από το σπίτι / κι έτρωγε ασταμάτητα το κρέας του κόκορα / που δεν σωνότανε ποτέ (41). Υπόρρητα, ή εν γνώσει του, πάντως, ο Κουτσούνης, παραποιεί εδώ και κάτι άλλο: τη βιβλική παραβολή των άρτων και των ψαριών ή την παραβολή του κρασιού στον γάμο της Κανά. Ακόμα, στο ποίημα «Επιστροφή», ένα ποίημα κοσμοθεωρητικής στάσης απέναντι στο περιβάλλον, η κιθάρα φεύγει από το παράθυρο του δωματίου, πέφτει και ριζώνει στο χώμα του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας και εκεί παίζει τη μουσική της, λέγοντας ρητά προς τον κάτοχό της που τη βλέπει «ξαλαφρωμένος», δεν είμαι η κιθάρα / είμαι το δέντρο που έκοψαν κάποτε / για να φτιάξουν μια κιθάρα / δεν είμαι δέντρο / είμαι η κιθάρα που επέστρεψε στο δέντρο / τούτες τις μελωδίες. Αλλά επίσης, στο επόμενο αντικριστό και ομόφρονο ποίημα, «Επαναφορά», ο αφηγητής όταν ξυπνά απότομα ένα πρωί και αντικρίζει το σπίτι του κατάφυτο από δέντρα, δεν περιγράφει κατά τη γνώμη μου μια εμπειρία μεταφυσική ή υπερβατική. Παρ’ ότι μένει άναυδος για ώρες / κουτουλώντας στους κορμούς, δεν παύει να έχει πλήρη συναίσθηση της μη ελευθερίας του, των περιορισμών της ζωής του, καθώς νιώθει σαν σαστισμένο κατοικίδιο / που χάθηκε στο δάσος.
Οπωσδήποτε όμως από τον Μίλτο Σαχτούρη ο Κουτσούνης διδάχθηκε τον ζωομορφικό και φυτομορφικό συμβολισμό. Δίνοντας, ωστόσο, όπως είπαμε, στα ανάλογα σύμβολα πιο πραγματιστικές, πιο ρεαλιστικές διαστάσεις από τον δάσκαλό του. Και τούτο, διότι ενώ ο δάσκαλος ήταν ύπαρξη του άστεος ο μαθητής είναι ύπαρξη μοιρασμένη. Η φυσική χλωρίδα και πανίδα αποτελούν αρχετυπικά στοιχεία της προσωπικής του μνήμης, μέρη ενός τοπίου ή ενός οικοσυστήματος, που η διασάλευση και η εξαφάνισή του έχει άμεσα σχέση με την τωρινή του αίσθηση, ενός εγκλωβισμένου πλάσματος στην πόλη. Τα παπούτσια που ζωντανεύουν, γίνονται κουνάβια και φεύγουν από το παράθυρο, το δερμάτινο πανωφόρι που μεταμορφώνεται σε πάνθηρα και με τη σειρά του σχίζει και ξεντύνει τον κάτοχο του πανωφοριού από το δέρμα του, η θέα από το παράθυρο της πολυκατοικίας που ψευδαισθητικά και ενοχικά βλέπει το αστικό δάσος των καμινάδων, των κεραιών και των κτηρίων σαν το δάσος των παιδικών και των εφηβικών αναμνήσεων. Όλα αυτά συγκροτούν μια καθόλα ανησυχαστική και φοβική καθημερινότητα, στην οποία καθρεφτίζεται ο διχασμένος μας εαυτός. Αλλά, να σημειώσουμε εδώ, για να συμπληρώσουμε τη διερεύνηση της ζωομορφίας στα Έντομα στην εντατική, ότι η διαδικασία της σαχτουρικής μεταμόρφωσης διευρύνεται ακόμα περισσότερο και με ακόμα μεγαλύτερη πρωτοτυπία σε εκείνα τα ποιήματα του Κουτσούνη, όπου με καταφανή ειρωνική διάθεση, ζητώντας να παρωδήσει τη σχέση του ανθρώπου με το αστικό περιβάλλον του, ο ποιητής μετεμψυχώνει τον ηλεκτρικό και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό του σπιτιού και του γραφείου. Να σταματήσω σ’ αυτό το σημείο, στο ποίημα «Δίχτυ», που παραπέμπει ασφαλώς στο διαδίκτυο, η ρευστή και συνεχώς μεταβαλλόμενη εικόνα του οποίου προσωποποιείται, αποκτά υπόσταση, με τη διαδικασία της ποιητικής μετάλλαξης. Αντί του μηχανήματος και της λειτουργίας του, περιγράφει τη μορφή μιας γυναίκας ντυμένης με πλουμιστά πολύπεπλα φορέματα που σηκώνει ένα ένα τα πέπλα της / και με καθηλώνει, καθώς οι επισωρεύσεις άλλων, αμέτρητων εικόνων επιτείνουν όλο και περισσότερο την ψευδαισθητική εμπειρία της ηλεκτρονικής οθόνης, δίνοντας στον χρήστη την υπόσχεση μιας πολύτιμης, κρυμμένης αλήθειας, αν και η αλήθεια αυτή δεν παραδίδεται ποτέ.
 
Αλέξης Ζήρας
[περιοδικό Κ, τεύχος 20, Ιούνιος 2010, σελ. 196-199]

 

Εμψυχωμένα άψυχα - Μια δεξιοτεχνική συλλογή που εκκινεί από τα ταπεινά αντικείμενα
 
Η υπερ-ευαισθησία του Στάθη Κουτσούνη δίνει ψυχή στα άψυχα σε αυτή την πέμπτη του συλλογή. Η πολυθρόνα, τα παπούτσια, τα δερμάτινα σακάκια, τα γουναρικά, ο αδηφάγος κάλαθος των αχρήστων, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής με το «ποντίκι» του, η κιθάρα που ξαναγίνεται το δέντρο απ’ όπου προήλθε το ξύλο της, τα ανοξείδωτα σκεύη της κουζίνας, αλλά και το ίδιο το σπίτι με τα έπιπλά του, παίρνουν ζωή από την ποιητική του πένα και εξεγείρονται, ζητώντας εκδίκηση από την ενοχική persona του συγγραφέα, ο οποίος νιώθει τύψεις για τη ζωή των «ταπεινών» πραγμάτων, που αφαιρέθηκε χάριν του μηχανοκίνητου, αυτοματοποιημένου πολιτισμού μας. Τα ποιήματα αυτής της συλλογής διακρίνονται από αφηγηματική συνέχεια. Συχνά πρέπει να διαβάσεις το επόμενο για να κατανοήσεις και να αποκρυπτογραφήσεις το προηγούμενο, όταν ο ίδιος ο ποιητής δεν αποκαλύπτει το κρυμμένο νόημα στον τελευταίο στίχο.
Ο σουρεαλισμός και ο παραλογισμός των ποιητικών εικόνων καθυποτάσσεται και εξημερώνεται από την ποιητική δεξιοτεχνία του Στάθη Κουτσούνη, ο οποίος βάζει τάξη στο άμορφο χάος των παραισθητικών εφιαλτικών επινοήσεών του. Η περιεκτικά σύντομη αυτή συλλογή κλείνει με ένα ποίημα, που καταδεικνύει την τεχνική αρματωσιά του ποιητή κι έχει τον τίτλο «Πρόλογος».
 
Κωνσταντίνος Μπούρας
[εφημερίδα BookPress, Ιούλιος-Αύγουστος 2010]

Μελέτες
 

Αυτοαναφορικά

Έντομα έχουν εισβάλει στην εντατική και απειλούν επίμονα τον ασθενή. Η διάθεσή τους είναι κανιβαλιστική. Η μόλυνση του αποστειρωμένου χώρου ορατή. Θα επιβιώσει ο ασθενής; Ποιος όμως είναι ο ασθενής και ποια τα έντομα;
 
Μετά την έκδοση του βιβλίου μου έλαβα και το εξής μήνυμα: «Προτιμώ εσένα απ’ το βιβλίο σου. Εσύ δε ρίχνεις γροθιές στο στομάχι όπως εκείνο. Κι όταν κουβεντιάζουμε και πας ν’ ανακατέψεις την τακτοποιημένη ψυχή μου, έχω τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη συζήτηση και να το αποφύγω. Δεν τα κατάφερα με το βιβλίο σου».
 
Κολακεύτηκα. Γιατί πιστεύω πως η ποίηση αυτό ακριβώς οφείλει να είναι: μια γροθιά στο στομάχι κι όχι ένα χάδι. Ένας ταύρος μαινόμενος στο υαλοπωλείο της ψυχής, ένα στιλέτο που κατευθύνεται ιλιγγιωδώς στο κέντρο της συμβατικότητας και της ασφάλειας. Ο θυμός που εκρήγνυται, ζητώντας πίσω τη χαμένη αθωότητα.
 
Η ποίηση δεν είναι απλώς λέξεις. Είναι λέξεις-μολότοφ σε ανύποπτα χέρια. Η καταστροφή μέσω της ποίησης μπορεί να αποτελέσει αισθητικό γεγονός.
 
Η ποίηση γίνεται γραφή, όταν δεν καταφέρνει να είναι ζωή, ζωή ουσιαστική και όχι φωνασκούσα και περιφερόμενη στην αγορά. Δεν είμαι βέβαιος, αν η βίωση της ποίησης καταργήσει τη γραφή. Θ’ αλλάξει όμως οπωσδήποτε τον τρόπο της γραφής.
 
Η ζωή δεν είναι μόνο το ρητό και ορατό των πραγμάτων, είναι και το άρρητο και το αθέατο. Η ποίηση γι’ αυτή την πλευρά ακριβώς ενδιαφέρεται. Είναι ένας άλλος τρόπος θέασης της πραγματικότητας. Η πύκνωση του σύμπαντος και του κόσμου.
 
Η ποίηση είναι ο μεγεθυντικός φακός πάνω από ένα εξάνθημα, που μας βολεύει να μην το βλέπουμε.
 
Το φανταστικό και το παράλογο συνιστούν πλευρές του πραγματικού. Η βαρβαρότητα του σύγχρονου αστικού τοπίου σε συνδυασμό με την εσωτερική ανυδρία και αποκτήνωση δημιουργούν μια σχέση οικειότητας με τα παραμορφωτικά κάτοπτρα.
 
Στην πέμπτη ποιητική συλλογή μου, με τίτλο Έντομα στην εντατική, κατατίθενται ποιήματα-αντανακλάσεις ενός ιδιαίτερου οικολογικού βλέμματος. Παράλληλα, βαδίζοντας το ποιητικό υποκείμενο στις ατραπούς της ενοχής και του τρόμου, επιχειρεί να ακτινογραφήσει σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης και συμπεριφοράς. Για να καταλήξει στην αναγκαιότητα της σιωπής και τη διέξοδο της ποίησης.
 
Στάθης Κουτσούνης
[ηλεκτρονικό περιοδικό e-poema - Οπισθόφυλλο, τεύχος 7, Νοέμβριος 2008]

 

© 2015-17 Στάθης Κουτσούνης | fb icon