Ρόδο σε καθρέφτη

 

rodo-se-kathrefti 
Στάθης Κουτσούνης
Ρόδο σε καθρέφτη 
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2024
 
    Ο έρωτας και ο θάνατος σε πολλαπλές αποχρώσεις, η ομορφιά και η δημιουργία, η μοναξιά και οι κοφτερές δαγκάνες της νοσταλγίας, η φθορά, η απειλή και ο κύκλος του χρόνου που τείνει να κλείσει δίνουν το στίγμα της νέας, 8ης κατά σειρά, ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη.
Το αιφνίδιο, οι μεταπτώσεις και το διαφεύγον, καθώς και το παιχνίδι ανάμεσα στον κόσμο και το είδωλό του στον καθρέφτη, στην εικόνα και την πραγματικότητα, στο βλέμμα και την αντανάκλασή του, στην τέχνη και τη ζωή οδηγούν σε αναζήτηση νέων τρόπων έκφρασης. Το γνωστό και κατακτημένο ύφος του ποιητή ανανεώνεται, χωρίς ωστόσο να απομακρύνεται από τα βασικά χαρακτηριστικά του.
 

Ποιήματα

απρόβλεπτη κυκλοφορεί ανάμεσά μας
ερωτοτροπώντας με τους ηττημένους
 
ενίοτε χώνεται οίστρος στις λέξεις
και τις κεντρίζει να διαφύγουν
προτού κλειδώσει ο δεσμοφύλακας
άλλοτε γίνεται η ψευδαίσθηση                                                        
του μελλοθάνατου ότι μπορεί τάχα ο λόγος της
να κομματιάσει την τριχιά στα χέρια του δήμιου
ή των πνιγμένων πως η θάλασσα κάποτε
θα τους ξεβράσει ζωντανούς
 
μερικοί μεταλαβαίνουν και την ερωτεύονται                                   
με πάθος αμήχανο γιατί εκείνη                                                        
σπάνια δίνεται σε κάποιον
ενώ σε άλλους αδιάφορη φαντάζει
αφού στο πρόσωπό της
την κηδεία των πράξεων βλέπουν
και στις λέξεις της των πραγμάτων τα σάβανα
 
όλοι ωστόσο τρέμουνε την ομορφιά της
λεπίδα μαχαιριού που διψάει για φόνο        

περνάς κι η ομορφιά σου κυματίζει
ρόδο σε καθρέφτη
το ντεκολτέ σου επηρμένο
ανοιγοκλείνει και τα δάχτυλά μου
τρυγούν το έρεβος που ανθίζει στη σχισμή
 
αρώματα και φθόγγοι αναδύονται
από τα μέλη του κορμιού σου
τα χείλη μου χασομεράνε στις θηλές
και με κυκλώνει από παντού επιθυμία
μα ξάφνου οσφραίνομαι ότι εσύ
δολώνεις τα αγκίστρια σου με ρήματα
 
όμως εγώ με αίμα σε ορέγομαι
έλα δεν θέλω να σε κάνω ποίημα
δεν θέλω να παγιδευτείς
μες στον λαβύρινθο των λέξεων
για να σε καταπιεί το τέρας
 
έλα και δεν θα το αντέξω
τα άκρα μου να μείνουνε μετέωρα

κάτι φορές τα χέρια μου
αμήχανα το σώμα σου κοιτάζουν
τα δάχτυλα ιδρώνοντας
κινούνται αδέξια στον αέρα
ώσπου οι χούφτες δειλές
αντί να τολμήσουν να πληρωθούν
γυρεύουν τρύπα να κρυφτούν
χώνονται γρήγορα στις τσέπες μου
λαγοί που μπαίνουν στο λαγούμι
για ν’ αποφύγουν το λαγωνικό
λουφάζουν εκεί μέσα με τις ώρες
κι όταν κάποτε ξεμυτίσουν
οι ίδιες τώρα
λαγωνικά που χάσαν τον λαγό
καραδοκούν μυρίζοντας και πάλι
 
το στήθος σου

νέος επάνω στα ντουζένια μου
σκέφτηκα απ’ το πλεόνασμα
ν’ αποταμιεύσω λίγα νιάτα
χάπια για τα γεράματα
 
όταν έφτασε η ώρα
πήγα στον γιατρό να τον ρωτήσω
μην τα πάρεις μου λέει
δεν είναι τα νιάτα χάπια
για την ηλικία σου
βλάπτουν τα κύτταρα του εγκεφάλου
και προξενούν παλιμπαιδισμό
ερεθίζουν τα νεύρα των ματιών
δημιουργώντας παραισθήσεις
ενέχονται ακόμη για εμφράγματα
αλλά η πιο φρικτή παρενέργεια
είναι που προκαλούν
 
ακατάσχετη νοσταλγία

 

Κριτική

Ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης είναι ένας δημιουργός ήθους, που επιχειρεί να ισορροπήσει τις υπαρξιακές αντιθέσεις. Αγγίζει άμεσα τα δύσκολα και πολλαπλώς δεδομένα στοιχεία πλάνης που εντοπίζονται σε πολλά κέντρα εξουσίας της ζωής. Παράλληλα, πλήθος από λέξεις και είδωλα σηματοδοτούν τα καθορισμένα ανθρώπινα όρια.
    Η ποιητική συλλογή, με τίτλοΡόδο σε καθρέφτη,αποτυπώνει την ανάγκη για την αγάπη. Ο καθρέφτης αντικατοπτρίζει το κενό και την απουσία στην πραγματική ζωή όταν δεν συναντιέται με την αγάπη.
    Η μητέρα ανοίγει την ποιητική ζωή και ανάγεται σε κεντρική μορφή διάπλασης του χαρακτήρα του («Similiasimilibus»), τόσο, που αναπαράγεται ως γονέας είδωλό της («Δυστοκία»).
   Οι λέξεις, γένους θηλυκού, ίσως συγκαλυμμένα ταυτίζονται με πρόσωπα και αισθήματα: η καταπίεση, η ψευδαίσθηση, η εσωτερική διαμάχη, η άρνηση, η επιθυμία, η στοργή, σε μια αντιστοιχία συντονισμού ηλικιακών μεταβάσεων.
    Ο καθρέφτης ως απεικόνιση θέτει το κύριο ηθικό δίλημμα. Στο είδωλο, το ρόδο χάνει την ευωδιά του, την ψυχή του, την αρετή του. Ωστόσο η επιλογή του ποιητή παραμένει ξεκάθαρη.
 
 
 
Άντεια Φραντζή
[ηλεκτρονικό περιοδικό Poeticanet, τεύχος 48, Μάρτιος 2024]
 

Αισθησιακά ερωτικός ο Κουτσούνης και σ’ αυτή την ποιητική του συλλογή.
     Είναι το έκτο βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη το οποίο παρουσιάζουμε, με τελευταίο το Μπροστά σε αλλότριο ρόπτρο.
       Ας το γράψω… Δεν συμπαθώ την ποίηση, όπως και ο συγχωρεμένος ο Κωστής Παπαγιώργης. Δεν ξέρω τους δικούς του λόγους, εγώ έχω έναν: είναι σκοτεινή. Δεν μπορώ να πέφτω πάνω σε στίχους που είναι σαν τον γόρδιο δεσμό, και θα πρέπει να τους λύσω. Θέλω το ποίημα να είναι διαυγές στην πρώτη ανάγνωση, να μη χρειάζεται να ξαναδιαβάσω έναν στίχο που δεν καταλαβαίνω μήπως τον καταλάβω. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που μου αρέσει ο Καβάφης, όπως αρέσει και παγκόσμια (οι ξένοι δεν ξέρουν τους νομπελίστες μας αλλά τον Καβάφη από τους ποιητές και τον Καζαντζάκη από τους πεζογράφους). Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που μου αρέσει και ο Κουτσούνης: η διαύγεια της ποίησής του.
     Και βέβαια όχι μόνο. Είναι και το βάθος της. Οι ευφάνταστες μεταφορές της. Είναι και οι θεματικές της.  
     Πριν προχωρήσω θέλω να πω ότι στις κινηματογραφικές κριτικές μου γράφω συχνά ότι μου αρέσουν τα romance. Επίσης θα παραθέσω τους στίχους ενός κρητικού τραγουδιού: «Τη μάνα μου την αγαπώ γιατί πονεί για μένα/ μα όχι αγάπη μου γλυκιά όσο αγαπώ εσένα».
     Γιατί; Διότι οι κύριες θεματικές στη συλλογή αυτή είναι δύο: η αγαπημένη και η μητέρα. Όμως, ενώ στην αγαπημένη αφιερώνει εννιά ποιήματα, στη μητέρα αφιερώνει μόνο τέσσερα.
     Ας παραθέσουμε ένα από την καθεμιά.
     Και πρώτα πρώτα στην αγαπημένη (το αν είναι μια ή περισσότερες δεν το ρωτάμε, σίγουρα όμως η μητέρα είναι μία):
 
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Σε κοιτάζω που κοιτάζεσαι
γυμνή με τις ώρες στον καθρέφτη
κι αδυνατώ να καταλάβω
ο όμηρος ποιος είναι
ο καθρέφτης του κορμιού σου
ή το κορμί σου του καθρέφτη
 
Νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά
ώστε σαστίζει ο νους
και δεν ξέρω αν φλέγομαι
για το πραγματικό κορμί σου
ή για εκείνο που απαστράπτει
μέσα στον καθρέφτη
 
όμηρος εξάπαντος και των δύο
 
     «Νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά/ ώστε σαστίζει ο νους». Εξαιρετικοί στίχοι. Και άλλοι δύο παρόμοιοι, από τη «Θέα»: «Περίτρομος την ομορφιά/ κι εγώ απολαμβάνω».
     Και ένα ποίημα για τη μητέρα.
 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
 
Πόσα πρωινά δεν μ’ έντυσες
δεν με φίλησες και δεν με ξεπροβόδισες
για το σχολείο ή τη δουλειά
πάντα με τη συμβουλή στα χείλη
 
σήμερα χρειάστηκε
να σε ντύσω εγώ
να σε φιλήσω και να σε κατευοδώσω
στο μοναδικό της ζωής σου ταξίδι
 
μα όσο μητέρα κι αν πάσχιζα ν’ ακούσω
συμβουλή καμιά
δεν έβγαινε απ’ το στόμα σου
 
Ο θάνατος της μητέρας είναι μια μεγάλη απώλεια.
     Μου αρέσουν τα μικρά σαν χάι κου ποιήματα, που είναι αστραπές (fulguratio) έμπνευσης. Ο Κουτσούνης έχει πάρα πολλά που τα παραθέτει σε πέντε «Ιντερμέδια». Να παραθέσω ένα ερωτικό.
 
Η γλώσσα μου ψάρι στο στόμα σου
ροκανίζοντας τη δική σου γλώσσα
που ροκανίζει ψάρι κι εκείνη τη γλώσσα μου
 
Το σχόλιό μου:
Η γλώσσα σου ψάρι στο στόμα μου
ροκανίζοντας τη δική μου γλώσσα
που ροκανίζει ψάρι κι εκείνη τη γλώσσα σου
 
     Φυσικά η συλλογή περιέχει αρκετά ποιήματα με διάφορα θέματα. Θα ξεχωρίσουμε την «Αθήνα»…, καθώς και «Το πηγάδι», όπου βλέπουμε στίχους σε κανονικά μέτρα, που εξάλλου υπάρχουν διάσπαρτα σε όλα τα ποιήματα, κάτι που μου αρέσει στη σημερινή ποίηση με τον ελεύθερο στίχο.
 
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
 
Υπάρχει μες στο σώμα μου
ένα βαθύ πηγάδι                                            (ίαμβος)
τα μυστικά των πνιγμένων 
κοτσύφια με βρεγμένα τα φτερά                (ίαμβος)
σκαρφαλώνουν συχνά στα τοιχώματα       (ανάπαιστος)
μα φτάνοντας στο φιλιατρό                         (ίαμβος)
γλιστρούν πριν προλάβουν να βγουν         (αμφίβραχυς)
 
περνώντας ο καιρός                                       (ίαμβος)
αδυνατώ να ησυχάσω                                   (ίαμβος)
η επιθυμία να μάθω φουντώνει
και καθώς η ακοή μου αμβλύνεται             (ανάπαιστος)
σκύβω τρεμάμενος                                        (δάκτυλος)
ολοένα και περισσότερο
σ’ εκείνο το φρικτό πηγάδι                           (ίαμβος)
 
     Εξαιρετικά και αυτά τα ποιήματα του Κουτσούνη…
 
Μπάμπης Δερμιτζάκης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα, 16.3.2024]
 

Είναι φορές που η ποίηση κυλά σαν τρικυμισμένο ποτάμι. Με πολλές, πολλές λέξεις και στίχους-αναθήματα στον άνθρωπο, αντιμέτωπη με την ομορφιά, τον έρωτα, αλλά και τον τρόμο, τον χρόνο και τον θάνατο. Στην πρόσφατη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη, με τον τίτλο Ρόδο σε καθρέφτη (εκδόσεις Μεταίχμιο), η ποίηση υφαίνει με όλα τα παραπάνω το είδωλό της μπροστά στον καθρέφτη του ποιητή.
     Η ποίηση κυλά σαν τρικυμισμένο ποτάμι: στη συλλογή το ποιητικό υποκείμενο εκφράζεται με εξαιρετικά δυνατά ερωτικά συναισθήματα, και υπάρχουν δύο ποιήματα που μπορεί κάποιος να αντιπαραβάλει, και τα οποία συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Το ποίημα «Η καλλονή» και το ποίημα «Ο καθρέφτης». Στο πρώτο, ο καθρέφτης του τίτλου του βιβλίου υπονοείται, και στο δεύτερο υπονοείται το ρόδο. Η καλλονή είναι ρόδο, ο βαθύς σαρκικός πόθος και το πάθος κυριαρχούν και στα δύο ποιήματα, ο ποιητής είναι όμηρος των συναισθημάτων του, και η ομορφιά κρατάει λεπίδι.
     Ενδιαμέσως, το ποίημα «Κίνδυνος» (ο δεύτερος στίχος του οποίου είναι ο τίτλος του βιβλίου) υπογραμμίζει τούτη την πρωτότυπη και μοναδική σχέση ομορφιάς και θανάτου, πόθου και κινδύνου, με συνδετικό κρίκο το άλικο, κόκκινο χρώμα: το ρόδο και το αίμα. Ο αναγνώστης μόνο κόκκινο ρόδο μπορεί να φανταστεί.
 
Απρόβλεπτη κυκλοφορεί ανάμεσά μας
ερωτοτροπώντας με τους ηττημένους
 
[…]
 
μερικοί μεταλαβαίνουν και την ερωτεύονται
με πάθος αμήχανο γιατί εκείνη
σπάνια δίνεται σε κάποιον
ενώ σε άλλους αδιάφορη φαντάζει
αφού στο πρόσωπό της
την κηδεία των πράξεων βλέπουν
και στις λέξεις της των πραγμάτων τα σάβανα
 
όλοι ωστόσο τρέμουνε την ομορφιά της
λεπίδα μαχαιριού που διψάει για φόνο
 
μας γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Η Καλλονή», περιγράφοντας την έκπαγλη ομορφιά ως ένα χαρακτηριστικό που υποκρύπτει κίνδυνο. Ενώ στο ποίημα που φέρει ως τίτλο αυτήν ακριβώς την λέξη, («Κίνδυνος»), λέει:
 
Περνάς κι η ομορφιά σου κυματίζει
ρόδο σε καθρέφτη
το ντεκολτέ σου επηρμένο
ανοιγοκλείνει και τα δάχτυλά μου
τρυγούν το έρεβος που ανθίζει στη σχισμή
 
[…]
 
όμως εγώ με αίμα σε ορέγομαι…
 
Ακολουθεί «Ο καθρέφτης»:
 
[…]
νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά
ώστε σαστίζει ο νους
και δεν ξέρω αν φλέγομαι
για το πραγματικό κορμί σου
ή για εκείνο που απαστράπτει
μέσα στον καθρέφτη
 
όμηρος εξάπαντος και των δύο
 
Το συγκεκριμένο θέμα της ομορφιάς, του τρόμου της, του έρωτα και του θανάτου, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα αντιλαμβάνεται ο Κουτσούνης, του είναι προσφιλή και σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές (αρκεί να θυμίσουμε το παλαιότερο  βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Η τρομοκρατία της ομορφιάς), και κυριαρχούν σε αυτές.
     Στο παρόν βιβλίο όμως το περιρρέον φόντο είναι λίγο διαφορετικό – όλα αγκαλιάζονται από τον αδιόρατο μανδύα του χρόνου που περνά. Του χρόνου που φέρνει την απώλεια, τον πόνο και τη νοσταλγία. Για το ποιητικό υποκείμενο εδώ, η απώλεια αφορά δύο πράγματα: πρώτον ένα προσφιλές πρόσωπο (τη μητέρα), και δεύτερον τα νιάτα. Η μεν απώλεια της μητέρας γεννά τον πόνο και τη νοσταλγία, η δε απώλεια της νιότης οδηγεί τόσο σ’ αυτή τη δεύτερη, όσο και στην σωματική αδυναμία.
 
Μήνες μετά
επιτέλους βρήκα το κουράγιο
να ξαναμπώ στην κάμαρά σου
 
τα πράγματα γύρω
ακίνητα και τακτικά
στρωμένες οι κουβέρτες στην εντέλεια
το νυχτικό στην πλάτη της καρέκλας
 
όλα λουσμένα στη σιωπή
ώσπου σε μια γωνιά
βλέπω να με κοιτάζουν ζαρωμένες
σαν δίδυμα βρέφη που αίφνης
χάσανε τον κόσμο τους
δυο γάτες κλαίγοντας βουβά
 
οι κάλτσες σου μητέρα
 
(Ποίημα «Σε μια γωνιά»).
 
Εδώ, το πένθος του ποιητή είναι ολοφάνερο. Στην τρίτη στροφή μάλιστα, αυτός μεταφέρει τον πόνο του στις κάλτσες, τις οποίες προσωποποιεί (τους δίνει  ζωική υπόσταση για την ακρίβεια, παρομοιάζοντάς τες με γάτες). Την ίδια μεταφορά πραγματοποιεί, ως ένα βαθμό, και στο αμέσως επόμενο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Νοσταλγία»: το δυνατό νοσταλγικό συναίσθημα είναι προφανές ότι το αισθάνεται ο ίδιος, ενώ το μεταφέρει στη νεκρή μητέρα του:
 
… … …
άσε που πνίγομαι κι εγώ
μες το ξυλόσπιτο μονάχη
λαχταρώντας τα άνθη να δω
εδώθε μόνο ρίζες αντικρίζω
με μάτια που τα ρήμαξαν
του ζόφου οι βελόνες
δεν υποφέρεται σου λέω δεν μπορώ
με πιάνει νοσταλγία
 
κι η νοσταλγία εδώ κάτω γιέ μου
είναι χειρότερη κι από το μαύρο χώμα
 
Γιατί πραγματοποιεί την ίδια μεταφορά μόνον ως ένα βαθμό: διότι ως έναν άλλο, το ποίημα αυτό δεν μπορεί να μην μας θυμίσει την υπέροχη «Λήθη» του Λορέντζου Μαβίλη, όπου «Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε/ στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·/ μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει/ α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.// Κι αν πιούν θολό νερό, ξαναθυμούνται,/ διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,/ πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.» Η νοσταλγία, λοιπόν, αφορά και τη νεκρή μητέρα.
     Ο άσπονδος εχθρός, ο χρόνος, γίνεται εμφανής και στο τέταρτο κατά σειράν Ιντερμέδιο (η συλλογή διανθίζεται από πέντε τέτοια Ιντερμέδια), από το οποίο σταχυολογήσαμε, για να προβάλουμε εδώ, το πρώτο, εξαιρετικό τετράστιχο:
 
Κουλουριάζεται πάνω στο μπαστούνι
λίγο λίγο τρώγοντας τα άκρα του
βουλιάζει στη σιωπή το γήρας
ένα σοφό του χρόνου υστερόγραφο
 
Τα γηρατειά βουλιάζουν στη σιωπή καθώς τα λαλίστατα νιάτα φθίνουν. Και μάλιστα:
 
… … …
η πιο φρικτή παρενέργεια
είναι που προκαλούν
ακατάσχετη νοσταλγία
 
(Ποίημα «Νιάτα»)
 
     Τα Ιντερμέδια αποτελούνται από επινοητικά ολιγόστιχα ποιήματα, που μεταφέρουν στον αναγνώστη συμπυκνωμένα νοήματα. Το πρώτο Ιντερμέδιο είναι αφιερωμένο στην ποίηση (και εδώ θα επανέλθουμε), το δεύτερο στον σαρκικό έρωτα και το πάθος, το τρίτο στον θάνατο και την απειλή του, ενώ το τέταρτο και το πέμπτο αφιερώνονται στον χρόνο και την πάροδό του.
     Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι η ποιητική συλλογή αγκαλιάζει ολόκληρο τον κύκλο της ζωής του ποιητή, εφόσον ξεκινά με ένα ποίημα βιωματικό, που είναι περιγραφικό και χιουμοριστικό μαζί, γύρω από την νεαρή του ηλικία, και την πρώτη, επεισοδιακή, σχέση του με την ποίηση, και καταλήγει στην επικείμενη έλευση των γηρατειών, όπως την καταγράφει, λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου, το πέμπτο Ιντερμέδιο. Ο ποιητής έχει πλήρη συναίσθηση του χρόνου που φεύγει:
 
Ετοιμάζονται οι καθρέφτες μου ετοιμάζονται
όπου να ’ναι θα με υποδεχτούν
με το καινούργιο μου κοστούμι από γηρατειά
 
     Χαρακτηριστικό της συλλογής αποτελεί το ότι το υποκείμενό της προβάλλει την ποιητική του ιδιότητα σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, ανεξαρτήτως θεματικής: στο αντιπολεμικό ποίημα «Πόλεμος», λόγου χάρη, ο ποιητής γονατίζει ψυχικά από την «κλαγγή και το αίμα», καθώς
 
… … …
βουίζαν μελίσσι στο σώμα
φθόγγοι και συλλαβές και λέξεις
εν μέθη ξαγρυπνούσε για τη λευτεριά
αγωνιζόμενος να φτιάξει ένα ποίημα
που θα κατέπαυε τον πόλεμο μεμιάς
 
Ενώ θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε στην παρούσα κριτική μας προσέγγιση και το πολύ συναισθηματικό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Σαστισμένα», και το οποίο είναι αφιερωμένο στα παιδιά που πέθαναν στην οικολογική και ανθρωπιστική καταστροφή στο Μάτι, όπως μας εξομολογείται ο ίδιος ο Στάθης Κουτσούνης στις σημειώσεις του στο τέλος του βιβλίου.
     Και θα τελειώσουμε επανερχόμενοι στο πρώτο Ιντερμέδιο, όπως γράψαμε και παραπάνω, για να σταχυολογήσουμε απ’ αυτό ένα εκπληκτικό τετράστιχο, το οποίο εμπεριέχει δύο πόλους: την ποίηση αφ’ ενός και το ανθρώπινο πλήθος αφ’ ετέρου:
 
Ολόγυρα πλήθος που λιμοκτονεί κι ο καλλιτέχνης
πελώρια λαχταριστά καρβέλια ζωγραφίζει
οι πεινασμένοι τα καταβροχθίζουν
αλλά εκείνοι μόνο ξέρουν αν χορταίνουν
 
Ένα τετράστιχο με διττή σημασία, εφόσον η κυριολεκτική λιμοκτονία και η πείνα σημαίνουν θάνατο, με τον ποιητή να παραμένει ανίσχυρος, ενώ μεταφορικά σημαίνουν δίψα για ζωή: οι στίχοι ποτέ δεν χορταίνουν τον άνθρωπο, ποτέ δεν φέρνουν κορεσμό. Πάντα ο άνθρωπος θα διψά για ποίηση, κυρίως στον σημερινό ζοφερό κόσμο μας, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι.
 
 
 
Δάφνη-Μαρία Γκυ-Βουβάλη
[ηλεκτρονικό περιοδικό Περί ου, 6 Απριλίου 2024]
 

Η ραδινή αυτή συλλογή περιλαμβάνει 29  όμορφα ποιήματα που αναφέρονται κατά κανόνα στον θάνατο, τον έρωτα, τη φθορά και την ποίηση –όπως άλλωστε τα περισσότερα ποιήματα. Το ποιητικό υποκείμενο νοσταλγεί  τους νεκρούς του, με προεξάρχουσα τη νεκρή του μάνα, τη λάμπουσα εν κενώ. Μια νοσταλγία, που δεν διολισθαίνει σε μελοδραματισμό, δεν είναι υδαρής αλλά τρυφερή και στιβαρή λύπη. Στον αντίποδα του θανάτου και της απουσίας είναι η ποθητή γυναίκα, ο έρωτας, το σώμα ως πηγή ηδονής, όλα θρυαλλίδες μιας αισθησιακής έκρηξης που μας καθιστούν ομήρους της ομορφιάς εκείνης που «αναμμένη απ’ τον ολονύχτιο καύσωνα/ βγαίνει πρωί μ’ ένα σιθρού κομπινεζόν». Ποίηση σωματική, στίχοι εικαστικής θερμότητας που εικονοποιούν την ερωτική πράξη. Ο φόβος του επερχόμενου γήρατος και της φθοράς σηματοδοτεί την υπαρξιακή αγωνία και τη μελαγχολία του ποιητού εν Αθήναις το 2024 μΧ. ενώ η ποίηση –πάντα η ποίηση– συστήνει εκ νέου τον κόσμο, και ερωτοτροπεί με τους ηττημένους. Και όλα αυτά ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης τα πραγματεύεται με μια γλώσσα απλή και γειωμένη, χωρίς φιλοσοφίζουσες αερολογίες και συναισθηματικές λυρικοπάθειες, μια γλώσσα ευρηματική και συχνά απρόοπτη. Κάποια, δε, ποιήματά του έχουν μια «ελαφράδα», χωρίς να χάνουν σε τίποτα από τη σοβαρότητά τους. Ο ποιητής είναι εξαιρετικός τεχνίτης του λόγου και ξέρει πως καταθέτοντας τη σοβαροφάνεια, κερδίζει σε σοβαρότητα. Τα 29 ποιήματα διακόπτονται από 5 ιντερμέδια που το καθένα αποτελείται από οκτώ ολιγόστιχα, αποφθεγματικής ισχύος ποιήματα, κάτι σαν μουσικό διάλειμμα για σόλο φωνή, που δίνουν επιπλέον ρυθμό στη σύνθεση και αποκαλύπτουν τις μουσικές καταβολές του ποιητή.

 
 
 
Αγγελική Πεχλιβάνη
[Βιότοπος Πολιτισμού Culture Book
(Διπλά σφηνάκια ποίησης), 7 Απριλίου 2024]
 

Του Κανενός το ρόδο

Στάθης Κουτσούνης: Ρόδο σε καθρέφτη, Μεταίχμιο 2024, σελ. 48
Όγδοη ποιητική απόπειρα του πολυγραφότατου καθηγητή Στάθη Κουτσούνη. (Έχει επίσης εκδώσει δύο πεζογραφήματα και πλείστες μελέτες, κριτικές και δοκίμια.)
     Η συλλογή αποτελείται από 24 ποιήματα και 40 ολιγόστιχα αλλά σπινθηροβόλα ιντερμέδια, που λειτουργούν σαν συνδετικά διαλείμματα.
    Ο ποιητής δημιουργεί κυριότατα για να εκφραστεί, αποτεινόμενος πρώτιστα στον εαυτό του, και δεν παύει να είναι ένας πολίτης του κόσμου, που παντού και πάντα αντιμετωπίζει τα ίδια κοσμογονικά προβλήματα, τα εσωτερικά θέματα του συνειδητού ανθρώπου. Οι τίτλοι που χρησιμοποιεί έχουν ιδιαίτερη σημασία, λειτουργούν σαν Πύλη στην αισθητική διάσταση των στίχων, και τα ανύπαρκτα σημεία στίξης ευνοούν τον επιτονισμό, δίνουν στα ποιήματα την αίσθηση μιας ιλιγγιώδους πτώσης, δίχως αλεξίπτωτο.
     Τις σελίδες του βιβλίου σαρώνει μια λυπητερή ενατένιση εκείνου που αδιάκοπα φεύγει χωρίς να μπορούμε –παραλυτικά αδρανοποιημένοι στα υπόψυχρα κελιά μας– να κάνουμε τίποτα να το σταματήσουμε, όπως μέσα στο όνειρο που θέλουμε να τρέξουμε να σωθούμε από κάτι το φοβερό ή να αδράξουμε κάτι το πολύτιμο και δεν μπορούμε να σαλέψουμε. Αυτό το ‘κάτι’ ο Στάθης Κουτσούνης παλεύει να  προσεγγίσει φυτεύοντας τους σπόρους του στο άνυδρο χαρτί, στα ρήματα των στίχων του:
«Κουκούτσια σπέρνει στο χαρτί/ ο ποιητής τις λέξεις/ και περιμένει να βλαστήσουνε πορτοκαλιές/ να κόψει πορτοκάλια» («Ιντερμέδιο i»),
έτοιμος πάντα, όμως, να επιστρέψει στην πραγματικότητα:
«[…]// όμως εγώ με αίμα σε ορέγομαι/ έλα δεν θέλω να σε κάνω ποίημα/ δεν θέλω να παγιδευτείς/ μες τον λαβύρινθο των λέξεων/ για να σε καταπιεί το τέρας» («Κίνδυνος»)
     Γυναίκα η Ζωή για τον ποιητή, ορέγεται τις θηλές της, μεθάει με τ’ άρωμά της, ποθεί το αγέραστο κορμί της, αλλά, δειλές οι χούφτες, το σάλτο ριψοκίνδυνο, η πτήση με την πτώση κολλητές και πάντα καθηλώνεται μακριά απ’ της αφής το ρίγος.
     Το έλλειμμα πίστης της εγγενούς προΰπαρξης σκοπού, ο τρόμος της έμπνευσης («Δυστοκία») ίσως και οι τύψεις  –μια πολλαπλή συνεκδοχή της ενοχής– είναι ο κρυφός φωτισμός καίριων θεμάτων της συνείδησης του αυτοκρινόμενου ποιητή. Τα ερωτηματικά απαντώνται με την ομοιοπαθητική ιδιότητα της ποίησης που αίρει τις αντιθέσεις («Similia similibus»). Με τη φροϋδική αποκρυπτογράφηση της άρρενος σκέψης, σε συνδυασμό με τη φανέρωση μιας μπωντλερικής, σκληρής, αδιάφορης κι απάνθρωπης ομορφιάς για την επιθυμία και τα δάκρυά μας, γίνεται πικρός προφήτης μιας αναπότρεπτης ήττας:
«Απρόβλεπτη κυκλοφορεί ανάμεσά μας/ ερωτοτροπώντας με τους ηττημένους» («Η καλλονή»)
     Βλέπει καθαρά τα ‘αγγελοποιημένα φάσματα’ που δεν κατοικούν πια σ’ αυτή την άμεση γη του. Σ’ ένα φόντο χρυσού δειλινού, αντικρίζει με σολωμική ματιά την ιδανική μορφή της απρόσιτης Ομορφιάς, με άμεσο αισθησιασμό την αποθεώνει, πάντα με γνώση και συνείδηση του φευγαλέου παρόντος και του περινέφελου μέλλοντος. Της ομορφιάς που μας κάνει να δακρύζουμε μ’ όλων των ειδών τα δάκρυα για τη μαύρη αλήθεια, την ίδια που κυβέρνησε κυριαρχικά τον Ρίλκε, την αίσθηση της εγκατάλειψης του φιλιού, της αιώνιας υγρής θέρμης του, στην μνήμη μιας μάταιης απαντοχής.
     Η οδύνη για τον χαμό της σάρκας, με αντίβαρο το θεσπέσιο της αφθαρσίας ενός ποιήματος, δημιουργεί έναν κόσμο με παράλληλα ψυχολογικά επίπεδα. Αυτή η μάταιη οδύνη, σαν ανάλυση, γίνεται γενεσιουργός στο σώμα του ποιητή: «Να τες οι φιλενάδες/ πιασμένες χέρι χέρι/ η καλλονή κι η ματαιότητα» («Ιντερμέδιο iv»)
     Στο ποίημα «Σαστισμένα» ο Στάθης Κουτσούνης μελανουργεί ένα ελεγείο για τα άγουρα, τα χαμένα παιδιά στο Μάτι που, από το πολικό περιθώριο, μακριά απ’ το γονικό βλέμμα, ψάχνουν στο βυθό της στάχτης τα παραναλωμένα όνειρα και παιχνίδια τους.
     Ελεγειακά είναι και τα τέσσερα ποιήματα για τη μητέρα· φωτίζεται το όραμα της εξευγενισμένης μορφής της, η αβρή αφή της, το ανεξίτηλα εξεικονισμένο βίωμα. Ο ιερός κρίκος της οικογενειακής ζωής σπασμένος, ο χαμένος ρυθμός της ηλιόλουστης μέρας, το οδυνηρό συμπέρασμα. («Το ταξίδι», «Σε μια γωνιά», «Νοσταλγία», «Στο δάσος» – 4 ποιήματα για τη μητέρα)
     Υμνωδός του κόσμου και συμπυκνωτής των Ωραιοτήτων και των δυνατοτήτων του ο ποιητής, πασχίζει με όλες τις δυνάμεις της δημιουργίας της τέχνης του, αλλά βλέπει τα ένστικτα και τη διάθεση που καλλιέργησε να ισοπεδώνονται από τις δυνάμεις της
καταστροφής. Ενσαρκώνεται πάλι και πάλι το αληθινό σώμα του ανθρώπου που δεν
πεθαίνει γιατί είναι το σκεύος όλων των στοιχείων της αθάνατης φύσης.
     Τα νιάτα αποταμιεύονται μόνο στη θύμηση και όταν ανασύρονται από τα βάθη της
επιφέρουν την αβάσταχτη λύπη. Μέσα από μια πικρή καταγγελία, μελαγχολική και έμφοβη, η νοσταλγία εκρήγνυται σαν ‘παντερειπωτική’ υδρογονοβόμβα, σαν κατακλυσμός χωρίς φτερούγισμα ειρήνης, χωρίς σημάδι θεϊκής τύψης για όσα ημιτελώς έχουν πλαστεί, χωρίς έλπιση παλιννόστησης παραδείσου («Το φιλί», «Νιάτα», «Νοσταλγία»).
     «Το καμένο χέρι που θα ξαναβλαστήσει» (Ελύτης), το πρωτεύον αρχέτυπο της Ωραιότητας. Έτσι βλέπει τον κόσμο ο ποιητής, σαν την Κόρη του Ευθυδίκου που έχει κομματιαστεί ο χιτώνας της και δεν μπορεί να ξανάβρει την αρμονία των πτυχών του.
     «Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού κατεστραμμένη.» (Ελύτης)
     Μαυροφορούσα Περσεφόνη η Ψυχή, στο πρώτο σινιάλο της Άνοιξης από τα τάρταρα αναδύεται, τα μαύρα πέπλα της εκδύεται να τρέξει πάλι στους αγρούς. Έχει καταναλώσει όμως τους σπόρους του ροδιού (το ρόδι ανήκει στα βασικά σύμβολα της ελευσινιακής λατρείας), τα γέλια και τ’ αθύρματα πλέον ξεθυμασμένα κι εκείνη, σημαδεμένη από την περιοδικότητα της φυλλοβολής, την επίγευση του σκοτεινού ασπασμού, τη χαμένη της αθωότητα, φέρει στους ώμους μαύρο πέπλο το νικημένο μυστήριο της Ζωής: «[…]/ και ρίχνοντας στους ώμους σου πέπλο/ το νικημένο μυστήριο/ κατεβαίνεις ανέκφραστη/ επάνω και κάτω τα ίδια ψιθυρίζεις/ λίγο πριν σε χωνέψει ο ζόφος/ παντού ενεδρεύουν αράχνες/ να με βυζάξουνε φαρμακωμένο γάλα» («Η Κόρη», ο τελευταίος στίχος παράφραση από το Μαουτχάουζεν του Ι. Καμπανέλλη)
     Σαν τον Πωλ Μπάουμερ, τον συνειδητοποιημένο ήρωα του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, ο
Κουτσούνης δεν γνωρίζει παρά τον έσω πόλεμο, το «πανδαιμόνιο» της ψυχής, τα «μελίσσια» των λέξεων και των στίχων, αυτά είναι τα όπλα του κι όχι οι σφαίρες, μ’ αυτά πολεμάει να ελευθερώσει τη σκέψη του, πρώτος ‘ιερολοχίτης’ και τα πρωτεταμένα στήθη του πάντα ματώνουν αριστερά, στο μέρος της καρδιάς («Πόλεμος»).
     Φανερά, έχουμε να κάνουμε με μια απογύμνωση που την υπογραμμίζει η αλλαγή του ρηματικού τύπου, ο λυρικός ενεστώς γίνεται μελαγχολικός παρατατικός –η μουντή, οπτική στάση της ρέμβης για τον κόσμο που ανα-φαίνεται μπροστά μας αλλά και πολύ μακριά μας («Ιντερμέδιο iv»).
     Τέλος  «κι οι μνήμες παν κι αυτές πίσω απ’ τα πράγματα να τα προφτάσουν.» (Ελύτης)
     Όσο κι αν πασχίζει, μέσα από την τελετουργία της εσωτερικής του ζωής, δεν μπορεί να πετύχει την ανα-νέωση των φαινομένων.  Χωρίς αρχετυπικές αφορμές και παρορμήσεις, διαβλέπει εκδιωγμένος μέσα από τα λαμπερά του φυλλώματα τον χαμένο παράδεισο. Μα όσο κι αν χωρίζεται απ’ αυτόν, δεν τον χάνει από τα μάτια του, δεν μειώνει το μεγαλείο του:
«Δίχως εσένα δεν θα υπήρχα/ κι ας με κατατρώγεις ανεπαίσθητα/ κάθε μέρα με συνεργό σου τον καθρέφτη/ έλεγε στην όραση η ομορφιά» (Ιντερμέδιο iv)
     Τον αθάνατα νεκρό ανατέμνει ο Στάθης Κουτσούνης –αυτόν που φαινομενικά μόνο σκότωσαν οι καιροί. Τον νεκροτομεί με την αισθητική επιδεξιότητα που έχουν τα δάχτυλα ενός πραγματικά δεξιοτέχνη χειρουργού, για να απομονώσει ένα προς ένα τα φυσικά στοιχεία του οργανισμού του. Αναζητεί αέναα την εσωτερική του Ιθάκη, τη δική του Βεατρίκη. Αυτό προς το οποίο γυρίζουμε όπου κι αν ταξιδεύουμε και που το λαχταρούμε για οριστικό μας αγκυροβόλιο. Κι εκείνος βλέπει τους χειμάρρους των λέξεών του να εκβάλλουν στη θάλασσα που περιζώνει το ιδανικό νησί του. Το δικό του Ελυτονήσι, εκεί όπου το παρελθόν έχει μια λάμψη και μια ευωδιά αιωνιότητας. «Έτσι κι αλλιώς/ στα μέρη τα δικά μας πάντα ταξιδεύαμε.» (Ελύτης)
     Ο μόνος σταθερός προσανατολισμός του Κουτσούνη είναι να προσανατολίζεται ακατάπαυστα, δίχως όμως να πάψει να διαγράφει –ενδεικτικό της γονιμότητάς του– γύρω απ’ τους τόπους αυτούς, παρεμφερείς γραμμές προς άλλα σημεία προσανατολισμού, ενός σταθερού ποιητικού κόσμου. Ψάχτης κι ανακατασκευαστής, δεν διστάζει να κρούσει το άγνωστο αναμένοντας την απάντηση στη δεύτερη, την έσω πλευρά του καθρέφτη του νου· την πιο λαμπρή και την πιο σκοτεινή που ασταμάτητα μεγεθύνει το πριν και συρρικνώνει το μετά, προσπαθώντας ακούραστα ν’ αλλάξει τους συσχετισμούς.
 
 
 
Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, 23 Απριλίου 2024]
 

Αντικείμενα αγάπης και πόθου

Ο Στάθης Κουτσούνης, ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός, εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την ποιητική συλλογή Σπουδές για Φωνή και Ποίηση και έκτοτε εκδίδει βιβλία σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εφέτος εξέδωσε τη συλλογή Ρόδο σε καθρέφτη, όπου αποτυπώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του για ποικίλα θέματα, κυρίως για την ποίηση και τον έρωτα. Το πρώτο ποίημα, το «Similia similibus», έχει αυτοβιογραφικό και εξομολογητικό χαρακτήρα, καθώς ανατρέχει στο παρελθόν του:
 
Όταν ήμουν μικρός
τα ποιήματα με τρόμαζαν
τόσο που η μητέρα μου για να διαβάσω
μ’ αγριοκοίταζε κραδαίνοντας Σαχτούρη
 
 
[…]
 
ώσπου μεγαλώνοντας
αντιμετώπισα το ζήτημα ομοιοπαθητικά
 
άρχισα να γράφω ποιήματα
 
     Στο «Δυστοκία» διαβάζουμε λίγους στίχους για ένα κοριτσάκι, την Άλκηστη –στην οποία είναι αφιερωμένο–, την κόρη του ποιητή και τη σχέση της με τις λέξεις και το γράψιμο. Αλλά και με τη δική του δυσκολία, όταν καταφεύγει στη λευκή σελίδα για να καταγράψει στίχους:
 
εγώ ακόμη να εξημερώσω τη λευκότητα
ακόμη να δαμάσω το θηρίο
 
     Στο «Κίνδυνος» αρχίζει η ας πούμε περιπλάνηση του ποιητή στο γυναικείο σώμα και τα συναισθήματα που αυτό του προκαλεί δια της όρασης, της αφής και της όσφρησης, κάτι που ενδεχομένως καταλήξει σε ποίημα:
 
αρώματα και φθόγγοι αναδύονται
από τα μέλη του κορμιού σου
τα χείλη μου χασομεράνε στις θηλές
και με κυκλώνει από παντού επιθυμία
 
Συνέχεια του προηγούμενου είναι το «Ο καθρέφτης», όπου τα πράγματα φαίνεται να φτάνουν στο απροχώρητο:
 
νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά
ώστε σαστίζει ο νους
και δεν ξέρω αν φλέγομαι
για το πραγματικό κορμί σου
 
     Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ποιητής δεν αρκείται στο να εκφράζει τα συναισθήματα που νιώθει για την αγαπημένη του, κυρίως τον πόθο, μα ομολογεί και … τη λαχτάρα του …, όπως την αποτυπώνει στο «Άπνοια»:
 
Αναμμένη από τον ολονύχτιο καύσωνα
βγαίνει πρωί μ’ ένα σιθρού κομπινεζόν
και σκουπίζει με στιλ το μπαλόνι
 
 
[…]
 
το βλέμμα μπαινοβγαίνει στο διαφανές
κεντώντας το κορμί της ψιλοβελονιά
 
     Όχι, ο ποιητής δεν ασχολείται μόνο με τη γυναίκα ως ερωτικό αντικείμενο. Στη συλλογή διαβάζουμε ποιήματα για τη μητέρα, για την αγάπη του προς αυτήν, για όσα τον δένουν μαζί της. Αυτό φαίνεται στο «Ταξίδι», που είναι αποχαιρετιστήριο:
 
Πόσα πρωινά δεν μ’ έντυσες
δεν με φίλησες και δεν με ξεπροβόδισες
για το σχολείο ή τη δουλειά
πάντα με τη συμβουλή στα χείλη
 
Υπάρχουν κι άλλα τρυφερά ποιήματα για τη μητέρα, γεμάτα αναμνήσεις και φανταστικές σκηνές που οραματίζεται μετά τη φυγή της ή καλύτερα μετά το τελευταίο ταξίδι της, όπως στο «Δάσος»:
 
Περιπλανώμενη στον ουρανό η μητέρα
μπαίνει ξαφνικά στο δάσος σαν ιπτάμενο
έπιπλο που επιστρέφει
κι εξελίσσεται σ’ ένα ήμερο ζώο
  
     Κι όμως το τελευταίο ποίημα της συλλογής, το «Η θέα», δεν είναι ούτε για την αγαπημένη, ούτε για την κόρη, ούτε για τη μητέρα...
 
Ανοιγοκλείνει το παντζούρι
και το παράθυρο φλερτάρει με τη θέα
απλόχερα τραβάει τη φούστα της εκείνη
και φαίνεται ο πράσινος μηρός
 
     Ασφαλώς, είναι απολαυστικοί οι στίχοι του Στάθη Κουτσούνη. Δεν έχει καμιά σημασία ποιο είναι το αντικείμενο της προσοχής και της αγάπης του, αυτό που προέχει είναι η τρυφερή ματιά του πάνω σε αυτό.
 
 
 
Φίλιππος Φιλίππου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, 23 Απριλίου 2024]
 

Το πρώτο πράγμα (ανάμεσα σε πολλά άλλα) που συναντά κανείς στη δημιουργική φιλοσοφία των ποιητικών πονημάτων του ώριμου πια Στάθη Κουτσούνη είναι η ερωτική διάθεση, η οποία, διάχυτη παντού, σκεπάζει με τρόπο θα έλεγε κανείς καταλυτικό, ολόκληρο (ή σχεδόν) το σώμα της συλλογής. Ο ερωτισμός των παρόντων ποιημάτων, σε σύγκριση με προηγούμενα βιβλία του ποιητή, παίρνει χαρακτήρα πρωτοφανούς ισορροπίας (παλιότερα ένας έντονος ρεαλισμός εισχωρούσε βασανιστικά και χωρίς την παραμικρή συστολή σε σχέσεις ανθρώπινες καθιστώντας τες αφόρητες τόσο πραγματολογικά όσο και αληθοφανώς, τόσο βαθιά έβαζε το μαχαίρι ο ποιητής), μάλλον ηλικιακής ηρεμίας, σε αντίθεση με το άγριο της νιότης, γενικώς αντιλαμβανόμαστε την καθολική όψη ενός συναισθήματος, το οποίο με την πάροδο των χρόνων λαμβάνει διάφορες μορφές… Πράγματι, ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης διανύοντας την έκτη δεκαετία της ζωής του έχει και τα φόντα και τα εχέγγυα να δίνει τον έρωτα μέσα από ποιητικές φόρμες και οχήματα ως τη σπουδαιότερη λειτουργία όπου μπορεί καθένας μας να βρεθεί (για πολύ ή λίγο, δεν έχει καμιά σημασία) και να μεταφερθεί σε άλλες συναισθηματικές και ψυχολογικές σφαίρες, σε άλλα επίπεδα, με άλλες αισθητικές νότες, σε άλλους τροφοδοτούμενους με σημάδια ψυχαγωγίας κόσμους, τέλος, με διαστολές αλλά και συστολές του χρόνου, γεγονός που καθρεπτίζεται σε καθημερινή βάση, σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά και σε ατομικούς και κοινωνικούς συνειρμούς. Ας δούμε το ποίημα:
 
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
 
Σε κοιτάζω που κοιτάζεσαι
γυμνή με τις ώρες στον καθρέφτη
κι αδυνατώ να καταλάβω
ο όμηρος ποιος είναι
ο καθρέφτης του κορμιού σου
ή το κορμί σου του καθρέφτη
 
νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά
ώστε σαστίζει ο νους
και δεν ξέρω αν φλέγομαι
για το πραγματικό κορμί σου
ή για εκείνο που απαστράπτει
μέσα στον καθρέφτη
 
όμηρος εξάπαντος και των δύο   (σελ. 16)
 
     […]
     Ενίοτε (ή μάλλον συχνά πυκνά) ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης παρουσιάζει στο σώμα των συλλογών του τα ιντερμέδια, χαϊκού θα έλεγε κανείς, εγώ όμως τα βλέπω ως κάτι πολύ παραπάνω, ως διαλογικά διαλείμματα (και πάντα ερωτικά) κατά τη διάρκεια της εν γένει ποιητικής εργασίας του, ως κάτι το οποίο και θα τον «ξεκουράσει» από το άχθος, το άγχος και το φορτίο, τον μόχθο και την αγωνία για το πόσο ποιοτικά είναι τα κανονικά (ας μου επιτραπεί) ποιήματα. Αυτά τα ιντερμέδια είναι πράγματι δυναμικά, καθώς μέσα τους περικλείεται έντονος αγώνας, γνώμες, ερεθίσματα, εμπνεύσεις, όλα δοσμένα συμπεριληπτικά και ευσύνοπτα, με δυο-τρεις στίχους, ενώ παράλληλα από τα πιο μικρά (όχι σε έκταση αλλά σε συναίσθημα) έως τα πιο μεγάλα … διατηρούν μια ζωντάνια, ένα ποιητικό πάθος, ένα ολιγόστιχο αποτύπωμα του ποιητή πάνω και στη ζωή αλλά και στον θάνατο και στον έρωτα, και στην απώλεια και στη φυσική παρουσία αλλά και στην αμετάκλητη απουσία. Τα Ιντερμέδια αποτελούν την πραγματική ένδειξη για το πόσο αξίζει ως ποιητής ο Στάθης Κουτσούνης, ο οποίος και τα καλλιεργεί προκειμένου, αφενός να δώσει μια ανάσα στον αναγνώστη, αφετέρου να μας κάνει οικεία τη μεγάλη του ικανότητα σε αυτόν τον τομέα, σε αυτό το είδος της ποιητικής συνεισφοράς. Ας δούμε τα ιντερμέδια:
 
IΝΤΕΡΜΕΔΙΟ I
 
Αιώνες μέσα σου απάγκιαζα μητέρα
ώσπου ξεπρόβαλα στη ρίζα της φωτιάς
ένα πρωί που βρόνταγε το φως κι οι λέξεις
στήναν θηλιές στο πέρασμά μου
 
~
 
Κουκούτσια σπέρνει στο χαρτί
ο ποιητής τις λέξεις
και περιμένει να βλαστήσουνε πορτοκαλιές
να κόψει πορτοκάλια
 
~
 
Ολόγυρα πλήθος που λιμοκτονεί κι ο καλλιτέχνης
πελώρια λαχταριστά καρβέλια ζωγραφίζει
οι πεινασμένοι τα καταβροχθίζουν
αλλά εκείνοι μόνο ξέρουν αν χορταίνουν
 
~
 
Μην κοιτάζετε ποτέ
τα ποιήματα κατάματα
μεταφορές τα μάτια τους
κι αλληθωρίζουν   (σελ. 14)
 
     … Ο ποιητής Κουτσούνης, έχοντας κατακτήσει όλα εκείνα τα εφόδια με τη συνεχή ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο είδος έκφρασης, μπορεί εδώ και χρόνια να παρουσιάζει ποιητικά σύνολα που όχι μόνο στέκονται αξιοπρεπώς στη λαίλαπα των εκδόσεων, αλλά επιπλέον ξεχωρίζουν για την εμβέλειά τους, για το πρωτόγνωρο των εμπνεύσεων αλλά και για την ικανή τέχνη εκφοράς με την οποία και ταυτιζόμαστε από πλευράς όχι μόνο απλών αναγνωστών αλλά και ως μύστες αυτής της υπέροχης τέχνης. Ο Στάθης Κουτσούνης προσλαμβάνει ερεθίσματα, από τα πιο ταπεινά έως τα πιο εξελιγμένα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τα μετατρέπει σε ποιητικές μονάδες, σε πολύτιμους λίθους, δεν γνωρίζω με πόσο ανθρώπινο πόνο, σίγουρα όμως με απόλυτο σεβασμό και στους κανόνες της ποίησης αλλά και στο στάτους των αναγνωστών, πετυχαίνοντας ένα αποτέλεσμα που, χωρίς υπερβολή, τον κατατάσσει ανάμεσα σε ό,τι καλύτερο έχουμε σήμερα στον χώρο, ως κάτι με αληθινά μεγάλη αξία και από άποψη σύλληψης και από άποψη παράθεσης. Ας δούμε το ποίημα:
 
ΚΙΝΔΥΝΟΣ
 
Περνάς κι η ομορφιά σου κυματίζει
ρόδο σε καθρέφτη
το ντεκολτέ σου επηρμένο
ανοιγοκλείνει και τα δάχτυλά μου
τρυγούν το έρεβος που ανθίζει στη σχισμή
 
αρώματα και φθόγγοι αναδύονται
από τα μέλη του κορμιού σου
τα χείλη μου χασομεράνε στις θηλές
και με κυκλώνει από παντού επιθυμία
μα ξάφνου οσφραίνομαι ότι εσύ
δολώνεις τα αγκίστρια σου με ρήματα
 
όμως εγώ με αίμα σε ορέγομαι
έλα δεν θέλω να σε κάνω ποίημα
δεν θέλω να παγιδευτείς
μες στον λαβύρινθο των λέξεων
για να σε καταπιεί το τέρας
 
έλα και δεν θα το αντέξω
τα άκρα μου να μείνουνε μετέωρα   (σελ. 13)
 
 
 
Χρίστος Παπαγεωργίου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Diastixo, 29 Απριλίου 2024]
 

Ρόδο σε καθρέφτη

Εκλεκτικός πάντοτε στην ποίησή του και ολιγογράφος ο Στάθης Κουτσούνης μάς χάρισε αυτή την άνοιξη την 8η ποιητική του συλλογή με τίτλο Ρόδο σε καθρέφτη (Μεταίχμιο, 2024). Διαβάζοντάς την και έχοντας στον νου όλη την ποιητική του πορεία κατανοείς ότι αποτελεί μια αρμονική συνέχεια όλων των προηγούμενων συλλογών του. Σαν να χτίζει ο ποιητής στίχο στίχο  ένα ποίημα εν προόδω, με ανανεωμένη, εκλεπτυσμένη και ώριμη γραφή, αλλά με τις ίδιες πάντοτε μεγάλες θεματικές του: την αναζήτηση της ομορφιάς, την υπαρξιακή αγωνία, τον έρωτα, τον αισθησιασμό, τη φθορά, τον καημό της γραφής.
     Ενδεικτικό αυτής της συνέχειας είναι και το μότο της νέας συλλογής με στίχους από δύο σημαντικούς ποιητές: τον στίχο του Ελύτη «Ρόδο μου Αμάραντο» από το άσμα «Της αγάπης αίματα» (Άξιον Εστί) και από το ποίημα «Ψαλμός» του Γερμανού ποιητή Πάουλ Τσέλαν τους στίχους (εδώ σε μετάφραση Χρήστου Γ. Λάζου): «Ένα Τίποτα/ ήμαστε, είμαστε, για πάντα/ θα μείνουμε, που ανθίζει:/ του Τίποτα, του/ Κανενός το ρόδο», συνδέοντας έτσι νοηματικά την καινούρια συλλογή του με τις Παραλλαγές του μαύρου, τον Τρύγο αιμάτων, την Τρομοκρατία της ομορφιάς, τα Στιγμιότυπα του σώματος και Στου Κανενός τη χώρα.
     Δεν είναι μάλιστα τυχαίος και ο τίτλος της συλλογής Ρόδο σε καθρέφτη. Οι δύο λέξεις που τον απαρτίζουν αποτελούν τους δύο βασικότερους νοηματικούς άξονες της συλλογής, το νήμα που την συνέχει και συνυφαίνει τον καμβά των ποιημάτων της: το ρόδο ως σύμβολο της εύθραυστης ομορφιάς, του έρωτα, του πόθου, αλλά και της ποίησης, για να θυμηθούμε το «Ρόδο το Αμάραντο» του Ελύτη και τον Ερωτικό λόγο του Σεφέρη («Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις»). Ο καθρέφτης είναι στη λογοτεχνία σύμβολο της φαινομενικής όψης του κόσμου και της ρευστότητας των πραγμάτων αλλά και της αυτοσυνειδησίας του καλλιτέχνη, εν προκειμένω του ποιητή. Παρατηρώντας και τη  λεπτομέρεια από τον πίνακα «Μαγική εικόνα» του Αλέξανδρου Ίσαρη στο εξώφυλλο, ο καθρέφτης φαίνεται αντανακλά τον ενδότερο ψυχισμό του ποιητή και τον εσώτερο κατακερματισμό του στα είκοσι εννέα ποιήματα της συλλογής. Μεταφορικά, λοιπόν, ο τίτλος συνδυάζει τις δύο βασικές θεματικές: τον έρωτα ως πηγή έμπνευσης και απόλαυσης και την ποίηση, συγκεκριμένα τη σχέση του ποιητή με τη γραφή και την ίδια την ποιητική πράξη, τάση που ενυπάρχει και σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές του, ιδίως στην Τρομοκρατία της ομορφιάς.
     Άλλωστε, και το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Similia similibus» είναι ποίημα ποιητικής. Σ’ αυτό ο Κουτσούνης αποδίδει φόρο τιμής στην πρώτη πηγή που τον ώθησε να γράφει, τα ποιήματα του Σαχτούρη. Τον συγκλόνισε η αλλόκοτη σειρά των λέξεών του που «λοξοδρομούσαν απ’ το νόημά τους» για να πλάσουν «εικόνες από τα αθέατα», διαστρέφοντας την πραγματικότητα και «συστήνοντας ξανά τον κόσμο». Αυτό φαίνεται να είναι και ένα κύριο γνώρισμα των ποιημάτων του Κουτσούνη: η παρέκκλιση που επιχειρεί στους στίχους του, αφού, όπως λέει σε συνέντευξή του, «Η ποίηση είναι ένας τρόπος θέασης της πραγματικότητας, η ανάδειξη ενός άλλου κόσμου. Πολλές φορές διαστρέφει τα πράγματα για να φτάσει στο βάθος τους. Παρεκκλίνει από τον κανόνα, για να δείξει τις κρυφές πλευρές του γίγνεσθαι». Αλλά και το ποίημα «H καλλονή» θεωρώ πως στην ποίηση αναφέρεται, της οποίας η ομορφιά είναι ασύλληπτη, ξεγλιστρά απ’ όλους μοιάζοντας με «λεπίδα μαχαιριού που διψάει για φόνο». Ερωμένη πολλών, δεν δεσμεύεται σε κανέναν, αλλ’ αποτελεί για πολλούς επίδοξους ποιητές μια ψευδαίσθηση υστεροφημίας.
     Τον έρωτα των λέξεων που «βουίζουν μελίσσι στο σώμα» του ποιητή καθώς και την αγωνία της λευκής σελίδας, πώς να τη γεμίσει με λέξεις και «να δαμάσει το θηρίο», αποτυπώνει στο ποίημα «Δυστοκία». Αλλά και το ποίημα «Κίνδυνος», από στίχο του οποίου είναι εμπνευσμένος ο τίτλος της συλλογής, αποτελεί επίσης ένα «ποίημα για την ποίηση», το οποίο συνθέτει το ηδονικό στοιχείο (το «επηρμένο ντεκολτέ», «το έρεβος που ανθίζει στη σχισμή», «τα χείλη που χασομεράνε στις θηλές») με την ποιητική έμπνευση και την απατηλότητα της φύσης της, αφού σαν ερωτική γυναίκα αναδίνει «αρώματα και φθόγγους» προκαλώντας τη σφοδρή επιθυμία στον ποιητή να την κατακτήσει και να την κάνει δική του γι’ αυτό και την εκλιπαρεί να έρθει, για να μη μείνουν «τα άκρα του μετέωρα». Ποιήματα αυτοαναφορικά και τα οκτώ μικρά διαμαντάκια με τίτλο «Ιντερμέδιο i» στα οποία ο ποιητής κάνει λόγο για τη μεταφορικότητα της ποιητικής γλώσσας, για την επιθυμία του καλλιτέχνη να χορτάσει το πλήθος με τα «καρβέλια» του και για την αυθαίρετη αποσυμβολοποίηση των ποιημάτων:
 
«Κουκούτσια σπέρνει στο χαρτί
ο ποιητής τις λέξεις
και περιμένει να βλαστήσουνε πορτοκαλιές
να κόψει πορτοκάλια» (σελ. 14)
 
και:
 
«Μπαίνει στο ποίημα χαρωπά ο αναγνώστης
κι αγνοώντας τη σήμανση
τις μεταφορές ανύποπτος απασφαλίζει» (σελ. 15)
 
     Αντίθετα, στο «Ιντερμέδιο ii» ο δεσπόζων άξονας είναι ο έρωτας. Σπουδαία ποιήματα που σε καθηλώνουν με τη σφοδρότητα των συναισθημάτων τους και την έντονη ερωτική πνοή τους:
 
«Η γλώσσα μου ψάρι στο στόμα σου
ροκανίζοντας τη δική σου γλώσσα
που ροκανίζει ψάρι κι εκείνη τη γλώσσα μου» (σελ. 20)
 
και
 
«Σαν το πρόβατο γλείφω το χορτάρι σου
πασχίζοντας να φτάσω στην πηγή» (σελ. 21)
 
     Μικρά αριστουργήματα είναι και τα υπόλοιπα «Ιντερμέδια» της συλλογής, πέντε στο σύνολό τους, με θέματα που απορρέουν και πάλι από τους δύο βασικούς νοηματικούς πυρήνες που έχουν άμεση σχέση τόσο με την ομορφιά όσο και με την τέχνη. Η φθορά που απεικονίζεται στον καθρέφτη, τα χρόνια που βαραίνουν την ύπαρξη, το γήρας που καραδοκεί («Μονάχος στην άκρη της κοιλάδας/ κι από τα γύρω όρη/ κατηφορίζει γρυλίζοντας/ ένα τσούρμο γηρατειά» – «Ιντερμέδιο iv», σελ. 33) αλλά και η ομορφιά που επιμένει είναι μερικές από τις ιδέες που πυροδοτούν την έμπνευση του ποιητή.
     Ιδιαίτερα συγκινητικά είναι τα τέσσερα ποιήματα αποχαιρετισμού της μητέρας, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του πατέρα. Ποιήματα γνήσιας λυρικής πνοής και ειλικρινούς αισθήματος, έμπλεα λύπης για την απώλεια, την απουσία και τη σιωπή που σκεπάζει το αγαπημένο σώμα της μητέρας, για τη νοσταλγία που διακατέχει τον ποιητή, ιδίως όταν το βλέμμα του αγκαλιάζει τα πράγματά της, όπως τις κάλτσες της, που αποδίδονται μεταφορικά με δυο γάτες που κλαίνε βουβά.  
     Φτάνοντας στο τέλος της συλλογής, η γενική εντύπωση που αποκομίζουμε από αυτήν είναι ότι έχει ταυτόχρονα και το άρωμα του ρόδου και τ’ αγκάθια του. Είναι ποιήματα που σαγηνεύουν τον αναγνώστη, λεπτοδουλεμένα, με αισθησιακές εικόνες, με μουσικότητα και λέξεις υγρές και εύχυμες. Μοιάζουν με «κοσμήματα στη χλόη», με στίχους κεντημένους με πάθος, ποιήματα που ανακαλούν στη σκέψη μας την ερωτική ποίηση του Εμπειρίκου (τα τριαντάφυλλα στο παράθυρο, τη σχισμή που διευρύνεται μόνο με τον πόθο της διεύρυνσης, «τα νερά της νεότητος» και τις λέξεις που «όταν πέφτουν στο σώμα της νυκτός/ Μοιάζουν με καράβια που τις θάλασσες οργώνουν»). Η έμπνευσή τους αντλείται από απλά πράγματα και συνδέεται με τη θέα της ομορφιάς που προκύπτει είτε από μια ανεπαίσθητη κίνηση στο μπαλκόνι η οποία ανάβει τον πόθο ή μια μπουγάδα που ανεμίζει «σεντόνια εσώρουχα φουστάνια» ή ένα παντζούρι που ανοιγοκλείνει, εξάπτοντας τη φαντασία. Η γραφή του Κουτσούνη είναι, ωστόσο, προσωπική, λαμπερή, μεταφορική και συμβολική, με πλήθος αντιθέσεις που δείχνουν το διπλό είδωλο της ζωής στον καθρέφτη, του έρωτα και του θανάτου, της νεότητας και του γήρατος, της απόλαυσης και του ζόφου. Χειρίζεται τη γλώσσα με μαεστρία και ευρηματικότητα, παιχνιδίζοντας με τις λέξεις πότε με χάρη και πότε με αυτοσαρκασμό, όπως στο ποίημα «Νιάτα»: «Νέος επάνω στα ντουζένια μου/ σκέφτηκα απ’ το πλεόνασμα/ ν’ αποταμιεύσω λίγα νιάτα/ χάπια για τα γεράματα// όταν έφτασε η ώρα/ πήγα στον γιατρό να τον ρωτήσω/ μην τα πάρεις μου λέει/ δεν είναι τα νιάτα χάπια/ για την ηλικία σου/ βλάπτουν τα κύτταρα του εγκεφάλου/και προξενούν παλιμπαιδισμό/ ερεθίζουν τα νεύρα των ματιών/ δημιουργώντας παραισθήσεις/ ενέχονται ακόμη για εμφράγματα/ αλλά η πιο φριχτή παρενέργεια/ είναι που προκαλούν// ακατάσχετη νοσταλγία» (σελ. 40). Ελέγχει τη γλώσσα του ώστε να μην καταλήγει σε αχαλίνωτο συναισθηματισμό και ακραίο ερωτισμό αλλά χτίζει τον αισθησιασμό των ποιημάτων του με υπονοούμενο τρόπο, με τη χρήση καίριων λέξεων και εμπνευσμένων συνειρμών: «Αν και τα χρόνια με βάραιναν/ σθεναρά σε πολιόρκησα μικρή μου/ κι εγώ σε θέλω μου έλεγες/ ευτυχώς κεκλεισμένων των μηρών»  («Ιντερμέδιο v», σελ. 39). Ο Στάθης Κουτσούνης εκπροσωπεί επάξια τη γενιά του ’80 με μια ποίηση δυναμική, τολμηρή, εκφραστική, πλούσια, καλοδουλεμένη και έμφορτη νοημάτων.
 
 
 
Αγάθη Γεωργιάδου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Ο αναγνώστης, 6 Μαΐου 2024]
 

Mια διαρκής σταθερά στον αέναα κινούμενο κόσμο
 
Όγδοη ποιητική συλλογή για τον πολυγραφότατο και ώριμο πλέον ποιητή, συγγραφέα και μελετητή Στάθη Κουτσούνη, το Ρόδο σε καθρέφτη (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2024) έρχεται να συμπληρώσει και να ανανεώσει το ποιητικό έργο του δημιουργού με 24 ολιγόστιχα και ελευθερόστιχα ποιητικά κείμενα χωρισμένα από 5 Ιντερμέδια, τα οποία λειτουργούν τόσο συνδετικά –συμπυκνώνοντας την πεμπτουσία της ποιητικής του, λιτά και περιεκτικά– όσο και αυτοτελώς, καθώς το κάθε Ιντερμέδιο χωρίζεται σε επιμέρους ποιήματα-επιγράμματα, των δύο, τριών ή τεσσάρων στίχων. Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή ο Κουτσούνης γράφει, κατά βάση, ποιήματα αυτοαναφορικά, τόσο εξομολογητικά και βιωματικά όσο όμως και ποιήματα υπό το πρίσμα των οποίων βλέπει τον κόσμο. Εκκινώντας, δηλαδή, από μια δική του περίπτωση ή ένα βιωματικό περιστατικό, καταθέτει τη δική του εμπειρία και άποψη γύρω από τον κόσμο και την ανθρώπινη υπόσταση. Ωστόσο, πρέπει ευθύς εξαρχής να σημειωθεί ότι στην παρούσα συλλογή η ποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το γυναικείο φύλο· με τη γυναίκα κόρη, τη γυναίκα μάνα, τη γυναίκα σύζυγο, τη γυναίκα ερωμένη και τη γυναίκα που είναι ποθητή αλλά απλησίαστη, κοντινή και συνάμα τόσο μακρινή. Η γυναίκα καθοδηγεί τον ποιητή να γράψει, είναι η Μούσα του, και όταν η γυναίκα, η εκάστοτε γυναίκα, δεν θα υπάρχει πια, τούτα τα ποιήματα θα μείνουν άφθαρτα και αιώνια να την εξυμνούν και να θωπεύουν τη δική της ξεχωριστή και πάντοτε ευγενική και όμορφη θωριά. Οι τίτλοι που χρησιμοποιεί ο Κουτσούνης, για να επιγράψει τα ποιήματά του, είναι ευσύνοπτοι, αποτελούνται από μία, το πολύ δύο λέξεις, όπου συνήθως η μία είναι το ουσιαστικό και η δεύτερη το άρθρο που το συνοδεύει. Η επιλογή αυτή δεν είναι άσχετη με την αισθητική της γραφής του Κουτσούνη, η οποία διακρίνεται για τη νοηματική πύκνωση και την εκφραστική της λιτότητα. Επιπλέον, η απουσία στίξης εντείνει τον επιτονισμό και τις πολλαπλές και, όπως είναι αναμενόμενο, διαφορετικές αναγνωστικές ανταποκρίσεις.
     Είναι ενδιαφέρον ότι ο ποιητής στο πρώτο ποίημα της συλλογής δηλώνει προγραμματικά και εκ προοιμίου ότι προσεγγίζει την ποίηση ομοιοπαθητικά. Γράφει: Όταν ήμουν μικρός/ τα ποιήματα με τρόμαζαν/ τόσο που η μητέρα μου για να διαβάσω/ μ’ αγριοκοίταζε κραδαίνοντας Σαχτούρη// […]// ώσπου μεγαλώνοντας/ αντιμετώπισα το ζήτημα ομοιοπαθητικά// άρχισα να γράφω ποιήματα (από το ποίημα «Similia similibus», σ. 9). Τη μητέρα θα τη συναντήσει ξανά ο αναγνώστης αργότερα, καθώς ο ποιητής αφιερώνει στη μνήμη της μητέρας του τέσσερα ελεγειακά ποιήματα: «Το ταξίδι» (σ. 28), «Σε μια γωνιά» (σ. 29), «Νοσταλγία» (σ. 30), «Στο δάσος» (σ. 31). Στα ποιήματα αυτά η μορφή της μητέρας, αβρή, συναισθηματικά τεταμένη, σχεδόν υπερβατή, την ανάγει σε ύψιστη μορφή-σύμβολο στη ζωή του ανθρώπου. Ας δούμε κάποιους σχετικούς στίχους –σαφώς μοντερνιστικούς: Περιπλανώμενη στον ουρανό η μητέρα/ μπαίνει ξαφνικά στο δάσος σαν ιπτάμενο/ έπιπλο που επιστρέφει/ κι εξελίσσεται σ’ ένα ήμερο ζώο/ […]/ απρόσιτη προβάλλει η γραφή/ είναι αδύνατο να αισθανθώ/ αν δεν κοιτάξω μες στα μάτια τη μητέρα// μα η μητέρα είναι μακριά κι ας λάμπει/ ακέραιο κενό μπροστά μου (από το ποίημα «Στο δάσος», σ. 31). Η απούσα μητέρα δίνει τη θέση της στην κόρη που ανθίζει, στην κόρη του ποιητή που τη βλέπει να μεγαλώνει και να κατακτά δικούς της κόσμους. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι και σε αυτό το ποίημα με τίτλο «Δυστοκία» (σ. 12), ο Κουτσούνης συνταιριάζει την αφιέρωση στην κόρη του (το ποίημα είναι αφιερωμένο στην Άλκηστη) με τη γραφή:
 
Η κόρη μου έφτασε κιόλας
στην Πρώτη Δημοτικού
σιγά σιγά εξοικειώνεται
με τον τρόμο της άδειας σελίδας
και τη γεμίζει λέξεις
– ανορθόγραφες έστω –
 
εγώ ακόμη να εξημερώσω τη λευκότητα
ακόμη να δαμάσω το θηρίο
 
Ο τρόμος της άδειας, της λευκής σελίδας είναι κάτι πέρα από γνώριμος στους συνειδητά υπηρετούντες τη λογοτεχνία.
     Επιστρέφοντας στην αποτύπωση της γυναίκας-ποίησης από τον Κουτσούνη δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε το ποίημα «Η καλλονή» (σ. 10), όπου η ομορφιά συμπαρασύρει την έμπνευση, επιτείνει την ψευδαίσθηση, επιδαψιλεύει την –εν πολλοίς μάταιη– ελπίδα, φουντώνει το πάθος παραμένοντας η ίδια αδιάφορη, ανέγγιχτη και άσπλαχνη και βλέποντας τα θύματά της να τη φοβούνται. Αυτό την τρέφει και τη γιγαντώνει. Η ποθητή γυναίκα εξιδανικεύεται και ο ερωτισμός της σωματοποιείται με αισθησιασμό αλλά και σεβασμό απέναντι στο γυναικείο σώμα. Παράλληλα, το ποιητικό εγώ νιώθει ηττημένο και όμηρο του κάλλους και του έρωτα. Ας δούμε το ποίημα «Ο καθρέφτης» (σ. 16):
 
Σε κοιτάζω που κοιτάζεσαι
γυμνή με τις ώρες στον καθρέφτη
κι αδυνατώ να καταλάβω
ο όμηρος ποιος είναι
ο καθρέφτης του κορμιού σου
ή το κορμί σου του καθρέφτη
 
νυχιά στο βλέμμα μου η ομορφιά
ώστε σαστίζει ο νους
και δεν ξέρω αν φλέγομαι
για το πραγματικό κορμί σου
ή για εκείνο που απαστράπτει
μέσα στον καθρέφτη
 
όμηρος εξάπαντος και των δύο

     Το ποιητικό υποκείμενο ορέγεται με πάθος το γυναικείο σώμα, τα μέλη, το πρόσωπο, τα χείλη, τη μυρωδιά του. Το ονειρεύεται, το φαντάζεται και το κοιτά διακριτικά αλλά και λαίμαργα. Η νοσταλγία σκοτώνει το ποιητικό υποκείμενο, το ταλαιπωρεί και το εξουθενώνει. Ας δούμε τρία μικρά ποιήματα από το δεύτερο Ιντερμέδιο (σ. 20-21):
 
Μύλοι τα χείλη αλέθουν τα φιλιά μας
και πέφτει αφράτο στα σώματα
του έρωτα το αλεύρι
~
Τα στήθη σου γροθιές
μου μαύρισαν τα μάτια
~
Ώσπου στα σκέλη σου προβάλλει
ένα σγουρό τσαμπί νερό
έτοιμο να σπάσει στη γλώσσα μου
 
     Ο Κουτσούνης υμνώντας την αιώνια Γυναίκα επιστρατεύει στην ποίησή του τον μύθο της Περσεφόνης, η οποία όμως ανεβαίνοντας στον επίγειο κόσμο απεκδύεται τα μαύρα φορέματά της και φαίνεται να απολαμβάνει πρόσκαιρα τις ομορφιές του. Έχοντας, όμως, ήδη μασήσει κόκκους ροδιού επιστρέφει στον Κάτω Κόσμο νομοτελειακά, χωρίς να αισθάνεται καμιά διαφορά. Είναι εκείνη που νίκησε το μυστήριο της ζωής και του θανάτου: […]// κι όταν σώνεται ο χρόνος/ γδύνεσαι το φουστάνι σου/ και ρίχνοντας στους ώμους πέπλο/ το νικημένο μυστήριο/ κατεβαίνεις ανέκφραστη/ επάνω και κάτω τα ίδια ψιθυρίζεις/ λίγο πριν σε χωνέψει ο ζόφος/ παντού ενεδρεύουν αράχνες/ να με βυζάξουνε φαρμακωμένο γάλα (από το ποίημα «η Κόρη», σ. 22-23).
     Η ευαισθησία του ποιητή δηλώνεται με δύο, κάπως αλλιώτικα από τα υπόλοιπα της συλλογής, ποιήματα: «Πόλεμος» (σ. 11) και «Σαστισμένα» (σ. 24). Στο πρώτο ο λόγος αφορά σε ένα νεαρό αγόρι που αποστρέφεται τον πόλεμο και οραματιζόταν την οικουμενική ελευθερία και την ειρήνη στον κόσμο, αλλά θυσιάστηκε σπρωγμένος στη μάχη καταναγκαστικά. Το δεύτερο είναι αφιερωμένο στα παιδιά εκείνα, των οποίων το νήμα της ζωής κόπηκε βίαια και άδικα στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής τον Ιούλιο του 2018. Ακόμη, η προσωπική αλλά και πανανθρώπινη μοίρα του καθενός ορίζεται από τον χρόνο. Επομένως, ο ποιητής δικαίως τεχνουργεί στίχους για τα νιάτα που φεύγουν και το γήρας που πλησιάζει χαιρέκακα και αδυσώπητα. Ας δούμε τρία μικρά ποιήματα από το τέταρτο Ιντερμέδιο (σ. 32-33):
 
Κουλουριάζεται πάνω στο μπαστούνι
λίγο λίγο τρώγοντας τα άκρα του
βουλιάζει στη σιωπή το γήρας
ένα σοφό του χρόνου υστερόγραφο
~
Αίφνης στην πάλη των χρόνων
καταφθάνουν αδίστακτοι οι παρατατικοί
κατεδαφίζοντας συθέμελα τους ενεστώτες
~
Να τες οι φιλενάδες
πιασμένες χέρι χέρι
η καλλονή κι η ματαιότητα
 
     Ο Κουτσούνης στην ποίησή του ανατέμνει την πραγματικότητα σκηνοθετώντας ποιητικούς κόσμους που σχοινοβατούν μεταξύ ωμού ρεαλισμού και φαντασιακής περιπλάνησης. Επιλέγει προσεχτικά τις λέξεις, ενώ αναπλάθει απρόσμενα εκφράσεις σχεδόν παγιωμένες υποτάσσοντάς τες σε ό,τι ο ίδιος θέλει να πει με αυτές. Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα «Νιάτα» (σ. 40), όπου τα αποταμιευμένα για τα γεράματα νιάτα-χάπια προκαλούν πολλές παρενέργειες με πιο φρικτή την ακατάσχετη νοσταλγία.
     Σε όσα ερωτήματα ο ποιητής θέτει στον εαυτό του και στους δυνητικούς αναγνώστες δίνει την απάντηση μέσω της αυτόφωτης ποίησης, η οποία παραμένει μια διαρκής σταθερά στον αέναα κινούμενο κόσμο, ένας φάρος που καθοδηγεί την πλέουσα ζωή. Γι’ αυτό, καταληκτικά, θα παραθέσουμε δύο μικρά ποιήματα (ποιητικής) από το πρώτο Ιντερμέδιο (σ. 14-15):

Μπαίνει στο ποίημα χαρωπά ο αναγνώστης
κι αγνοώντας τη σήμανση
τις μεταφορές ανύποπτος απασφαλίζει
~
Το ποίημα που δεν γράφτηκε
μην το φοβάσαι
μες στην κοιλιά του ασύλληπτου
ακέραιο την αιωνιότητα διεκδικεί
 
 
 
Δημήτρης Μπαλτάς
[ηλεκτρονικό περιοδικό Literature, 8 Μαΐου 2024]
 

    


© 2014-2022 Στάθης Κουτσούνης | fb icon