Ξενώνας

Μια ανθολογία εν προόδω

Marco Manzella2

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ
 
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
 
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
 
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
 
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.
 
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
 
Γινόταν ήλιος.
 
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
 
Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.
 
 
ΤΑ ΔΩΡΑ
 
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ  αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
 
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
 
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής
 
 
ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ
 
Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
 
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
 
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
 
 
ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
 
Φτάνουμε ως την πιο βουβή κραυγή.
Ύστερα,
γέρνοντας το κεφάλι,
ησυχάζουμε.
Οι νοσοκόμες,
που όσο η κρίση διαρκεί
τίποτα δε μπορούν να κάνουνε,
τώρα, όλο σπουδή,
φέρνοντας ρούχα καθαρά,
μας παίρνουν τρυφερά στο στήθος τους
και μας αλλάζουν.
 
 
ΤΑ ΠΑΤΗΤΉΡΙΑ

Μπαίνω κρυφά στην έρημη αποθήκη
Παλιά βαρέλια και
μαδέρια σκόρπια
Νιώθω τη μυρωδιά του σάπιου ξύλου
και του ξινού κρασιού

και το κορίτσι
βγάζοντας το κεφάλι απ' το βαρέλι
δεν έχουν τρύγο λέει στον κάτω κόσμο
δεν έχουν πατητήρια δε γιορτάζουν

και με κοιτάζει με θλιμμένα μάτια

  
Γιατί με φώναξες και γύρισα
Καλά έφευγα και καλά με ξεπροβόδιζαν χωρίς να μου
            κρατούν κακία τα εγκόσμια
όλα όσα δε θέλησα να πράξω κι έπραξα
όλα όσα δε θέλησα να γίνω κι έγινα
Νά ’χουν αποσπασθεί τ’ αγγίγματά μου απ’ ό,τι άγγιξα
            και να με συνοδεύουν
Γιατί με φώναξες και γύρισα
σα δάκρυ που μετάνιωσε και δεν εκύλησε
Γιατί να πρέπει τώρα να διανύω προς τα πίσω όλη
            αυτή την εγκατάλειψη
γέρος ποιητής διωγμένος απ’ τους στίχους μου
κι άγνωστος πλέον στο παρελθόν μου να συνάπτω πάλι
            σχέσεις με όσα μου συμβήκαν
Να συνδεθώ με τι; Αναζητώντας τι;
Ποιο αθέατο βάθος
ποια μυθική νεότητα;
Μετά από ένα τελεσμένο πεπρωμένο κι άλλο πεπρωμένο
μετά το πλήρωμα του χρόνου κι άλλος χρόνος;
Αυτό δεν είναι πια διασάλευση του πνεύματος
Η υλικότητά μου διεσαλεύθη
και δε θα βρει ανάπαυση στον αιώνα
 

ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

Πορτόφυλλα αδιαφανή και αδιαπέραστα
όταν το θέαμα του κόσμου γίνεται αβάσταχτο
και τα μάτια στεγνά ακόμα μας εκλιπαρούν
να επιστρέψουν για λίγο στο φιλικό τους σκοτάδι.
Δεν είναι όμως η συγκάλυψη των ματιών μόνο
την ώρα που τα συντρέχουμε και ηρεμούν προσωρινά
ο ρόλος που αποδεχτήκαμε και μας αρκεί
όταν το νιώσουμε πόσο όλα τα πράγματα αντιμάχονται
να χωρέσουν στο σχέδιο μιας σχέσης στοργικής
που οι εκκλήσεις του βλέμματος ακούραστα υποβάλλουν.
Για μας είναι γνωστό κι ας μένει αμετάδοτο
πως τίποτα δεν κερδίζεται με μάτια ανοιχτά
κι αν έχουμε ένα λόγο για συνύπαρξη
είναι να τα εξωθούμε αδιάκοπα στον ύπνο.
Άσχετο πόσο τα μάτια αμετανόητα
αρνούνται να πιστέψουν το φοβερό τους μέλλον
κι επινοούν στα βάθη τους κώδικες ονειρικούς
στα μέτρα μιας μεγάθυμης ζωής
κι όχι αυτής που τα χλευάζει.
Ίσως γιατί φοβούνται πιο πολύ
όσο κι εμείς βαθιά μας κι απεχθάνονται
τη θλίψη που κληροδοτούν αφόρητα
όσοι κοιμήθηκαν οριστικά και δεν ξυπνάνε.

 

ΧΕΡΙΑ
 
Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα
 
 

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
Ο τρελός ξέφυγε μ' ένα όπλο

και ρίχνει στο ψαχνό
Όλα τον δείχνουν– αλλά
κανείς δεν βλέπει

Τρέχω– τρέχουμε

Σκοντάφτω στον εαυτό μου.
Ο ποιητής παριστάνει

το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο
 
Η ΖΩΗ
 
Κάτω απ' το χώμα εδώ η ζωή
μακραίνει
κι όλο χτενίζουμε
του διπλανού μας τα μαλλιά
κι ο ένας του άλλου
κόβουμε τα νύχια.
 
Και κάθε νύχτα οι πιο παλιοί
νιώθουν του φρέσκου διπλανού ν' ανασηκώνονται
τα δάχτυλα βαριά
να ψηλαφούνε για ένα χάδι τρυφερό
τη σάρκα που έμεινε.
 

© 2014-2017 Στάθης Κουτσούνης | fb icon