Τρύγος αιμάτων

 

2  Στάθης Κουτσούνης 
Τρύγος αιμάτων 
Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1991
 
Οι καινούργιες λέξεις που κομίζει στην τέχνη ο Σ. Κ. είναι τα εντόσθια, τα σωθικά, τα σπλάχνα. Η ποίησή του είναι μια σπουδή σπλαχνομαντείας, οιωνοσκοπία πάνω στην ιερότητα των σπλάχνων. Διερμηνεύει όπως οι τυφλοί μάντεις τους σπασμούς τους, αποκωδικοποιεί τις αέναες κινήσεις τους, αναγιγνώσκει την ιερογλυφική τους...
Γιάννης Κουβαράς

Ποιήματα

ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά
 
κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται
 
άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ
 
ατίμητο

στο σπίτι του κρεμασμένου
ο νοικοκύρης λείπει
μόνο κρέμεται απ’ το ταβάνι
τεντωμένο έντερο
του κρεμασμένου
το σκοινί

θηρίο που με παραμονεύεις
θηρίο που κολυμπάς στο μυαλό μου
σε ώρες υστερικές
θηρίο που σπέρνεις πανικό
τις νύχτες στην ψυχή μου
θηρίο που ανεβάζεις την κακία μου
θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου
θηρίο που χύνεσαι απ’ τις φλέβες
στο υποσυνείδητό μου αφρίζοντας
θηρίο που κατάμουτρα με φτύνεις και ξερνάς
του τρόμου τα πικρά εξαμβλώματα
τις νευρώσεις μου και τις λεπίδες
της ομορφιάς
θηρίο με μάτια ηλεκτρονικά
γεννήτρια του άγχους μου
της οργής και του πάθους
της αδυναμίας
της δύναμής μου
 
θηρίο θηρίο λαχτάρα μου
έρωτα
θηρίο

κανένα ποίημα τελικά δε γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως
        γίνεται πάντα.
 
Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα
        να πράξετε τη σφαγή

Κριτική

Η ιερότητα των “σπλάχνων”
 
Το δέρμα του χρόνου, το δέρμα του ανθρώπου που καλύπτει ξεραμένα αίματα, πηγμένα από τη θωράκιση, σπλάχνα, σωθικά, εντόσθια, “από μέσα αιδοία”, η ψυχή του ποιητή, γήινη και υπερβατική. Να ένας εκπληκτικής σύλληψης και ομορφιάς στίχος του: “Μυρίζει φρέσκο χώμα το σώμα σου”. Μόνος του ο στίχος αφήνει πίσω του τις εξαίσιες γραφικές αβελτηρίες των ομοτέχνων του και χτυπάει στο κέντρο της αναζήτησης, με πείσμα, το μαχαίρι της ποίησης. Η αισιοδοξία –ως προϊόν της γνώσης– διατρέχει τα ποιήματα του Στάθη Κουτσούνη με προορισμό όμως και προοπτική τον ιδρωμένο θάνατο, ήγουν τον αγώνα για τη ζωή. Μια συλλογή ποιημάτων ξάστερων αλλά και υποσυνείδητης μαύρης ομορφιάς, όπου τα βιβλία τρελαίνονται, οι ποιητές αποστασιοποιούνται απ’ τη μέσα κραυγή τους, τα μαχαίρια χάνουν τη στίλβη του απόλυτου όταν μας παροτρύνει να συνεχίσουμε να υποφέρουμε το τίμημα του ποιητή και το οποίο τίμημα είναι η διαφυγή των ποιημάτων. [...]
 
Γιώργος Σταματόπουλος
[εφημερίδα Αυριανή / ΛΟΓΟΣ, 3 Μαΐου 1992]

Τρύγος εφιαλτικών στιγμών
 
[…]
Ο «Τρύγος αιμάτων» διαδέχεται τις «Σπουδές για φωνή και ποίηση», την πρώτη συλλογή του ποιητή, που ήταν ένα χαρακτηριστικό δείγμα της νέας ποιητικής έκφρασης, καθώς η λεπτολόγα και σαφώς ήρεμη διάθεση των ποιημάτων έδινε αμέσως την αίσθηση για κάτι καινούργιο ή τουλάχιστον για κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν ξέφευγε των κανόνων που οι ίδιοι οι ποιητές της δεκαετίας όρισαν στην ποιητική παραγωγή τους και την εν γένει παρουσία τους στα γράμματα. Η πρώτη λοιπόν συλλογή, χωρισμένη σε τρεις ενότητες, έδινε μια γεύση μοναχικής σύμπλευσης με το αντικείμενο, προσδιορίζοντας έστω και αχνά μια συνέχεια κάπως απρόσμενη, το ίδιο όμως ελκυστική και μάλλον πιο βίαιη. Μ’ αυτή λοιπόν τη λογική, που κάποτε ενυπάρχει και σε ποιητικούς αυτοσχεδιασμούς, ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης δρομολόγησε νέα ερεθίσματα, ηθικά και κοινωνικά, από μια σκοπιά ενός τεχνίτη του λόγου που δεν παρουσιάζει στα πονήματά του κανενός είδους αναστολές. Η διαδρομή από το πρώτο στο δεύτερο βιβλίο σαφώς περιέχει στοιχεία ανέλιξης […]. Γράφει ο ποιητής στον «Τρύγο αιμάτων»:
 
ΑΠΟΔΗΜΗΣΗ
   Στο σπίτι του κρεμασμένου
   ο νοικοκύρης λείπει
   μόνο κρέμεται απ’ το ταβάνι
   τεντωμένο έντερο
   του κρεμασμένου
   το σκοινί
 
Μια εικόνα δηλαδή από τις πολλές της συλλογής, που με τρόπο ρεαλιστικό και συνάμα με βάρος ποιητικό διοχετεύει στο είναι μας και προγενέστερες συνθέσεις αλλά και σύγχρονα ρεύματα που από τη στιγμή που εκδηλώνονται δεν παύουν να μας ευαισθητοποιούν.
Το τρίτο μέρος της πρώτης συλλογής και το πρώτο του «Τρύγου αιμάτων» είναι ενότητες ποιημάτων κοινού τόπου και γνωρισμάτων, παρότι γράφτηκαν σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες, που έχουν, όμως, άμεση σχέση με τη βιωματική οδύνη του ποιητή. Η ενότητα «Ακτινογραφίες» είναι πλημμυρισμένη από σκέψεις και προτάσεις γύρω από τη γένεση της ποίησης. Εδώ βλέπουν το φως εικόνες παρασυρμένες από τη δίνη της δημιουργίας κι ακόμη από την ανάστατη ψυχική διάθεση του δημιουργού. Οι προτάσεις αυτές, σαφώς πετυχημένες και ακτινοβολούσες, συνεχίζουν έναν προβληματισμό τόσο για τη γλώσσα και τη δημιουργία γενικά όσο επίσης και για την ποιητική έκφραση ειδικότερα. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα με το οποίο κλείνει η συλλογή, επιγραφόμενο «Το νόμισμα»:
 
Κανένα ποίημα τελικά δε γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως
       γίνεται πάντα.
 
     Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα
            να πράξετε τη σφαγή
 
Κλείνοντας το παρόν σημείωμα για μια ποίηση εισέτι εν τη γενέσει της και για μια ποιητική παρουσία που πρωτίστως επιθυμεί την επικοινωνία, άλλο δεν έχω να προσθέσω εκτός του γεγονότος ότι οι εφιαλτικές στιγμές που τρυγώνται από ερεθίσματα κοινά και μάλλον απωθημένα ίσως και να προσθέτουν μιαν αντίληψη καινοφανή ή διάσπαρτη, χωρίς δηλαδή πρόθεση ολοκληρωμένης, για ένα σωρό αξίες, θέσης. Και σίγουρα ο «Τρύγος αιμάτων» έτσι πρέπει να διαβαστεί, αν θέλουμε πέρα από φανφαρολογίες και θετικές ή αρνητικές κρίσεις να προσεγγίζουμε ό,τι σήμερα οι νέοι ποιητές βιώνουν κάτω από ένα δυσανάλογα μεγάλο για τις πλάτες τους ποιητικό παρελθόν. Παρελθόν, όμως, που δε στέκεται στον αντίποδα της δημιουργίας τους, αλλά σύμμαχος και συχνά προστάτης των πιο επίμαχων και αντιδιαμετρικών ποιητικών τους στιγμών.

Χρίστος Παπαγεωργίου
[εφημερίδα Η Αυγή της Κυριακής, 14 Ιουνίου 1992]

Μια νέα φωνή έρχεται να προστεθεί στο ποιητικό μας παρόν με σοβαρές αξιώσεις. Πρόκειται για τον κ. Στάθη Κουτσούνη, που με τη δεύτερη συλλογή του «Τρύγος αιμάτων» (Σμίλη, 1991), εμφανίζει ένα δικό του πρόσωπο στα ποιητικά δρώμενα της τελευταίας ώρας. Παρότι κι εδώ ο παρακμασμένος σουρρεαλισμός κάνει την παρουσία του, εντούτοις τα ευεργετικά του κατάλοιπα αξιοποιούνται χωρίς ακρότητες και υποκρισίες. Στη γραφή του πρυτανεύει η ειλικρίνεια. Η διάσταση μεταξύ καθαρής ποίησης και ενοχλητικής σημασίας, γεφυρώνεται με φυσικό και αβίαστο τρόπο και το αποτέλεσμα γίνεται αποδεκτό ακόμα και πέραν από τους εξοικειωμένους αναγνώστες. Ο γνήσιος αυθορμητισμός διαχωρίζει τη θέση του από τη νοθεία και αφομοιώνει σε ποίηση όχι μόνο το παράδοξο αλλά και την πιο αγοραία πραγματικότητα. Εύγλωττο δείγμα το ποίημα «Μάσκες» που παραθέτω:
 
Το στήσαν στη σέντρα και το κυνηγούν
εικοσιδύο γόηδες με καυτά
σορτσάκια και λαστιχένια χαμόγελα
 
το παιχνίδι σικέ
οι διαιτητές πουλημένοι
στις πλάτες της ιστορίας γράφουν
το φύλλο αγώνα
μουγκρίζει η εξέδρα
κλίκες φιλάθλων βλαστημώντας
να μπει γρήγορα γκολ
                                     ν’ απογειωθούν
οι χούλιγκανς ορμάνε στο γήπεδο
απειλούν με λοστούς και αλυσίδες
πετάνε μολότοφ ουρλιάζουν
κι απ’ το σημείο του πέναλτι
λυσσαλέα καρφώνουν στα δίχτυα
 
το κεφάλι του ποιητή

(δε θα τερματίσει ποτέ
αυτό το ματς
αυτή η τρομοκρατία)
 
Ο τελευταίος στίχος, «το κεφάλι του ποιητή», πέφτει ακαριαία στο θυμικό του αναγνώστη και αποτελεί την έκπληξη του ποιήματος.
Αλλά υπάρχουν και άλλες πλευρές στην ποίηση του κ. Κουτσούνη, όπου η έκπληξη, η πρωτοτυπία και το απροσδόκητο κάνουν συχνές εμφανίσεις. Η σύγχρονη τεχνολογία με το κομπιούτερ, το ελικόπτερο, το αυτοκίνητο, τα μηχανικά εξαρτήματα, εισπράττουν το δικό τους μερίδιο, χωρίς να απουσιάζουν οι προσωπικές εξομολογήσεις του ποιητή, άλλοτε σε λιτό λυρικό τόνο κι άλλοτε σε σκληρή ρεαλιστική έκφραση, όπως στο ποίημα «Αγώι»:
 
Ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά
 
κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται
 
άγριο πάντοτε το γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ
 
ατίμητο
 
Ανάλογη ρεαλιστική «αγριότητα» συναντάμε και σε άλλα μη εξομολογητικά ποιήματα, όπου το ανερμήνευτο, είτε στον έρωτα είτε στο θάνατο, γίνεται πληγή από μαχαίρι στον ψυχικό κόσμο του ποιητή. Όμως για να πάρουμε μια, όσο γίνεται, πιο ολοκληρωμένη εικόνα απ’ την ποίηση του κ. Κουτσούνη, κλείνουμε το σημείωμά μας με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα, που έχει τίτλο «Εξτρεμισμός»:
 
Τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
 
στο σιδερένιο τους στομάχι χωνεύονται κομμένα
κεφάλια τσακισμένα μέλη όνειρα που
βλαστημούν τον ουρανό
 
οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα
 
στα δόντια τους σφηνώνονται στραβωμένα
εξαρτήματα κλάξον ρόδες τιμόνια που
οδηγούν στον ουρανό
 
τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα
πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος
και τα τρώει όλα
ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες
με τα φτυάρια οι εργολάβοι
κορμιά και σίδερα
στο αχόρταγο στόμα του χώνουν.

Στέλιος Γεράνης
[περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1575, 15 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 275-276]

Μετά τις «Σπουδές για φωνή και Ποίηση», ο Στάθης Κουτσούνης επανέρχεται με ένα λόγο σύντομο, σαφή και επιθετικό, ώρες-ώρες, να καταγράψει σε λέξεις τον ίλιγγο του ποιήματος και την αγωνία του ποιητή, μια αίσθηση που διατρέχει ολόκληρο σχεδόν το φάσμα του βιβλίου: οι χούλιγκανς ορμάνε στο γήπεδο / απειλούν με λοστούς και αλυσίδες / πετάνε μολότωφ ουρλιάζουν / κι απ’ το σημείο του πέναλτι / λυσσαλέα καρφώνουν στα δίχτυα // το κεφάλι του ποιητή.
...ο ποιητής έξω τακτοποιούσε τις εικόνες και ο άλλος ποιητής μέσα κατέβρεχε τις λέξεις με βενζίνη ενώ στους διαδρόμους του ποιήματος θα κυκλοφορούν σε λίγο ανύποπτοι αναγνώστες       καπνίζοντας.

[περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 3, Απρίλιος-Ιούνιος 1994]

Σπουδή σπλαχνομαντείας
Ο κύκλος του αίματος
 
Ο Σ. Κ. κατάγεται από μια εύφορη λογοτεχνικά επαρχία, την Ηλεία (Ν. Φιγαλία Ολυμπίας). […]
 
Πρωτοεμφανίζεται το 1987 με τη συλλογή «Σπουδές για Φωνή και Ποίηση». Αξιοπρόσεκτη η βιαιότητα του γλωσσικού του ιδιώματος, που αντανακλά τη βιαιότητα της σύγχρονης πραγματικότητας, καθώς και η προβολή της διαπάλης αντιθετικών στοιχείων. Προωθούνται θέσεις και ταυτόχρονα υπονομεύονται. Η πρόσφατη και δεύτερη συλλογή του προεκτείνει ως ένα βαθμό την πρώτη, αλλά εμφανίζει και σημαντική τεχνοτροπική εξέλιξη. Όπως προοικονομεί ο τίτλος «Τρύγος αιμάτων» αλλά και το κόσμημα του εξωφύλλου –λεπτομέρεια από έργο του Σόρογκα– που αποτελεί έναν εικαστικό σχολιασμό στον τίτλο και ταυτόχρονα αποδίδει το στίγμα του βιβλίου, η νέα συλλογή του Σ.Κ. βρίσκεται κάτω από τον αστερισμό του αίματος, του έρωτα κατ’ επέκταση, αφού έρως και αίμα είναι αλληλένδετα και συνώνυμα της ζωής αμφότερα. Η πολυσημία του τίτλου προσλαμβάνεται τουλάχιστον διπλά, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένας τρύγος αίματος, αιματηρών στιγμών είναι η ποίηση, οι σταλαγμίτες των στίχων σχηματίζονταν στάγδην από ιχώρ και πληγές που αιμορραγούν, από τον πόνο που θησαυρίζει κι ωριμάζει ο ποιητής. Ο «Τρύγος αιμάτων» ανακαλεί ακόμη συνειρμικά τα ματωμένα από τα τρυγεία πόδια των σταφυλοπατητών στους λινούς του Λίνου και του Διονύσου∙ οδηγεί στην βακχεία, στην έκσταση. Ο ποιητής συμφιλιώνει Διόνυσο και Απόλλωνα, συνειδητό και υποσυνείδητο, το αίμα με το κρασί: τούτο εστί το αίμα του.
Το ποιητικό υποκείμενο και η γυναίκα είναι η κυρίαρχη διπολική φιγούρα αυτής της ποίησης και, κατ’ επέκταση, η διαρκής αλληλοαναζήτησή της. Η γυναίκα έχει βαθείς και προαιώνιους δεσμούς με το αίμα: εφηβεία, γάμος, γέννα· αυτό σφραγίζει τη ζωή της, την εγκλωβίζει στον κύκλο του. Ο ποιητής θέλει να εξιλεώσει αυτή την προσφορά, απενοχοποιεί τον έρωτα, τον καθαγιάζει, ιεροποιεί το θήλυ. Ο κόλπος είναι ο ναός της γυναίκας, ο βωμός με το αχνό αίμα της θυσίας. Ο έρωτας στον Κ. έχει αποκαθαρθεί από κάθε γλυκασμό, ο λόγος έχει αποσυμφορηθεί από κάθε τι το συμβατικό και τετριμμένο. Τείνει να δώσει το περίγραμμα των πραγμάτων σε επίγραμμα αδρό. Ο έρως είναι τρόπος ενόρασης:
 
Κάτω απ’ τη δαντελένια κιλότα σου
κρύβεις το τρίτο μάτι
αυτό που βλέπει από μέσα
(«Παρασκήνιο»)
 
Οι καινούργιες λέξεις που κομίζει στην τέχνη ο Σ. Κ. είναι τα εντόσθια, τα σωθικά, τα σπλάχνα. Η ποίησή του είναι μια σπουδή σπλαχνομαντείας, οιωνοσκοπία πάνω στην ιερότητα των σπλάχνων. Διερμηνεύει όπως οι τυφλοί μάντεις τους σπασμούς τους, αποκωδικοποιεί τις αέναες κινήσεις τους –«τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν», κατά τον σολωμικό στίχο–, αναγιγνώσκει την ιερογλυφική τους. Ο Κ. αναπτύσσει σε ποιητική του το στίχο του Ελύτη: «ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου». Γράφει στο ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Κλειδί»: «Η ποιήτρια ήταν πάντα γυμνή κι από μέσα πιο γυμνή, διάφανη, φαίνονταν τα σωθικά της ωμέγα έψιλον σίγμα τελικό λάμδα βήτα γράμματα που βουΐζανε με απόγνωση γύρευαν έξοδο / Σαν πέθανε μπήκαν σε διάταξη τα σωθικά γεννήθηκε το τελευταίο ποίημα στις φλέβες του το ’κρυψε το παιδί τρελάθηκε σκίζεται τώρα να βρει τα πουλιά να τα γυρίσει μέσα του». Άλλοτε τα σπλάχνα γίνονται οχιές, που ενεδρεύει το φαρμάκι των λέξεων μέσα τους, όταν δε βρίσκουν διέξοδο, τη θέση τους στο σταυρόλεξο του ποιήματος. Τα σπλάχνα, έδρα της ψυχής και της δύναμης του ανθρώπου σύμφωνα με τις δοξασίες των αρχαίων, φωτίζονται με άπλετο ποιητικό φως, ενώ μέχρι τώρα ήταν μια περιοχή ανεξερεύνητη σε μεγάλο βαθμό ποιητικά.
Ο Κ. επιδιώκει να αποτυπώσει την ωμότητα των πραγμάτων. Ο Φ. Μπέηκον πρέπει να βρίσκεται στις πρώτες ζωγραφικές προτιμήσεις του ποιητή. Γράφει στο ποίημά του με τον τίτλο «Αποδήμηση»:
 
Στο σπίτι του κρεμασμένου
ο νοικοκύρης λείπει
μόνο κρέμεται απ’ το ταβάνι
τεντωμένο έντερο
του κρεμασμένου
το σκοινί
 
Αντιλαμβάνεται την ποίηση κύρια ως διείσδυση κι ανατομία, ως βυθοσκόπηση. Οι τίτλοι των δύο ενοτήτων της συλλογής, «Κατάγματα» και «Ακτινογραφίες», ιατρικοί όροι αμφότεροι, είναι δηλωτικοί του πράγματος. Ο Κ. διαθέτει σωματική αίσθηση της γλώσσας: «Το ποίημακόλλησε στη γλώσσα μου βεντούζα / και τρέξανε απ’ το στόμα σάλια λέξεις / άφατες / άγραφες / άγνωστες / ωραίες», ενώ αλλού σημειώνει: «ψαροκόκαλα οι λέξεις / μπήγονται στον ουρανίσκο». Λέξεις λοιπόν στέρεες, αιχμηρές, να παρακεντούν τα αποστήματα, να ενεργοποιούν το υποσυνείδητο ή όπως λέει ο Αναγνωστάκης, «Σαν πρόκες να καρφώνονται / να μην τις παίρνει ο άνεμος». Γράφει κάπου ο Ελύτης πως «χρειάζεται τόλμη να κρατάς τα κόκαλα και να πετάς το ψάρι». Και στον Σ. Κ. δε λείπει η τόλμη κι ο αγώνας, ο συχνά επώδυνος και σισύφειος, να κατακτηθούν τα μέσα: «Απεγνωσμένα πάλευα / να γράψω επιτέλους το ποίημα / κι εκείνο με πείσμα / μ’ έγραφε / στ’ αρχίδια του» («Αντι-γραφή»).
 
Το «νόμισμα» που σμιλεύει ο ποιητής μόνο ο αναγνώστης με τη συμμετοχή του μπορεί να εξαργυρώσει. Απαιτεί τη συνενοχή του στην ιεροτελεστία της γραφής - σφαγής, που οδηγεί στον εξαγνισμό και την κάθαρση, αφού ο τρώσας και ιάσεται. Η γραφή είναι πράξη λυτρωτική κι εξαγνιστική, μόνο με την τομή θα απαλλαγούμε από το οίδημα, θα απεγκλωβιστούμε από τον δαιμονικό κλοιό:
 
Κανένα ποίημα τελικά δε γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως
     γίνεται πάντα.
 
Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα
     να πράξετε τη σφαγή
 
Έτσι –με τη θυσία– κλείνει ο κύκλος του αίματος (η ποίηση είναι υπόθεση εσωτερικής αιμορραγίας), ένας κύκλος που άρχισε με επίκληση στα σπλάχνα και τελειώνει με προτροπή του αναγνώστη να συμπράξει στη λειτουργική πράξη της ποίησης.
Σημειώνουμε ακόμη κάποιους ενοραματικούς τόνους, τη ροπή του Κ. στους μονολεκτικούς τίτλους και στην πυκνότητα εν γένει, τις κάποιες υπερρεαλιστικές καταβολές του, μιαν αδιόρατη συγγένεια με το σκοτεινό κι εφιαλτικό σαχτουρικό σύμπαν […]
Ο «Τρύγος αιμάτων» είναι αναμφίβολα ένα ώριμο βιβλίο, με ενότητα ύφους και ταυτότητα, καθ’ όλα αξιοσύστατο.
 
Γιάννης Κουβαράς
[εφημερίδα Η εποχή, Κυριακή 24 Απριλίου 1994
& Επί πτερύγων βιβλίων. Κριτικά Σχεδιάσματα 1987-1994, τόμος Α΄,
Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1995, σσ. 231-235]

Η δαιμονικότητα της γραφής
 
Οι δύο, ως τώρα, ποιητικές καταθέσεις του νέου ποιητή Στάθη Κουτσούνη, συγκεντρώνουν μια σειρά αξιόλογων στοιχείων, που τις καθιστούν όχι μόνο άξιες ανάγνωσης, αλλά πολύ περισσότερο κριτικής αποτίμησης, αν συμφωνούμε ότι η κριτική (προ)υποθέτει έναν ενδελεχή και πολυεπίπεδο τρόπο ανάγνωσης.
Η πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Σπουδές για Φωνή και Ποίηση» εκδόθηκε το 1987 και παρουσιάζει ξεκάθαρα τα εχέγγυα για μια ξεχωριστή εξέλιξη. Πρόκειται για μία έκδοση ιδιαίτερα επιμελημένη. Στο εξώφυλλο είναι τυπωμένο κόσμημα φιλοτεχνημένο από τον Σόρογκα, ενώ στο εσώφυλλο αναπαράγεται έργο του ίδιου ζωγράφου με τον τίτλο «Αγκάθι με κόκκινο πανί».
Με την επόμενη εργασία του ο Κουτσούνης δε διέψευσε τις υποσχέσεις που μας είχε δώσει –το αντίθετο μάλιστα. Ο «Τρύγος αιμάτων», δεύτερη συλλογή του ποιητή, αν και δε διαφοροποιείται εντελώς, σε πρώτη ανάγνωση, από τις «Σπουδές…», χαρακτηρίζεται από τεχνοτροπική εξέλιξη και απεμπόληση κάθε γλυκασμού. Εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1991. Στο εξώφυλλο έχει τυπωθεί ως κόσμημα λεπτομέρεια, πάλι από έργο του Σόρογκα –μήπως, ακριβώς, δεν είναι τυχαία η εμμονή του ποιητή στη ζωγραφική οπτική του εν λόγω καλλιτέχνη;
Η ποίηση του Σ.Κ. είναι, με την πλατειά έννοια του όρου, ερωτική. Αποστασιοποιείται, όμως, αναμφίβολα από τα τετριμμένα και τα σχήματα κλισέ. Κι έρχομαι αμέσως να εξηγήσω τι εννοώ.
Η ποιητική προσέγγιση θεμάτων που σχετίζονται μ’ αυτό που αποκαλούμε έρωτα, ερωτική διάθεση και προβληματική γινόταν στο παρελθόν μέσω του λυρισμού και της αισθηματολογίας. Στη νεότερη εποχή προσεγγίζουμε διαφορετικά τον έρωτα: με ρεαλισμό, με καταστροφική και υπόγεια διάθεση, με αποκαλυπτική αμεσότητα. Στη βάση, βέβαια, και αυτών των μέσων υπάρχει η ιδεολογία του ρομαντισμού. Στην περίπτωση όμως του Κουτσούνη οι συνιστώσες αυτές, αν και δεν αποκλείονται, μεταστοιχειώνονται σε μια εκδοχή ποιητικού μεταμοντερνισμού. Τα διάφορα στυλ συνυπάρχουν. Μνήμες από την παράδοση συν-λειτουργούν με μνήμες, διαβάσματα και βιώματα από τη μοντέρνα εποχή και το χαώδες αστικό περιβάλλον. Πάντα με την εμφαντική επιδίωξη της αισθητικής αρτιότητας.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η σημαίνουσα αξία του έρωτα φωτίζεται με προβολείς μεγάλης εντάσεως. Το φως που πέφτει πάνω στο σώμα του έρωτα μας τρομάζει και, προς στιγμήν, διαταράσσεται μέσα μας η αποδοχή του:
Της αγάπης μου τα σπλάχνα / κρεμασμένα στον ουρανό / άγγελοι γύρω βουίζουνε λιμασμένοι / ο σατανάς παίζει σαξόφωνο / το σκοτεινό λαρύγγι της / σκυλί ανήμερο στο στήθος του θεού / απ’ το πελώριο μάτι του μαύρο / έπεφτε χιόνι / με μεταμόρφωνε διαρκώς / γινόμουν κομπιούτερ / τρόλεϊ / αλωνιστική μηχανή / [……..] / πετρέλαιο γινόμουν και πότιζα / της αγάπης μου τα σπλάχνα.
(κύκλος).
Οι όποιες, όμως αμφιβολίες αναιρούνται καθώς διαβάζουμε ποιήματα, όπως:
Μυρίζει φρέσκο χώμα / το σώμα σου / πλυμένο από λαβωματιές του ασβέστη / φρεσκοχυμένος χάλυβας γυαλίζει στις κλειδώσεις / της ομορφιάς κι είσαι ο Ταΰγετος / που στις κορυφές του σμίγει / το σατανά με αγίους. (το κεντρί).
Ο συμφυρμός των στιλ δεν αλλοιώνει το ευανάγνωστο των ποιημάτων. Βεβαίως, κάποιες δυσκολίες προσέγγισης υφίστανται: στα σημεία κυρίως όπου ο ποιητής χρησιμοποιεί διάφορα σύμβολα που παραπέμπουν, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον έμμεσα, στη συμβολική του Νοβάλις και του Μπλέηκ, δύο ινδαλμάτων του λογοτεχνικού μεταμοντερνισμού:
[………] / τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες / οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα / πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος / και τα τρώει όλα / ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες / με τα φτυάρια οι εργολάβοι / κορμιά και σίδερα / στο αχόρταγο στόμα του χώνουν. (εξτρεμισμός).
Αν στις «Σπουδές για Φωνή και Ποίηση» είχε τεθεί ως προτεραιότητα η αρτιότητα του στίχου, στον «Τρύγο αιμάτων», ο δημιουργός επιτυγχάνει την αρτιότητα του συνόλου (ποιήματος), διατηρώντας ταυτόχρονα και τη σχετική αυτονομία του στίχου.
Αυτές και άλλες αρχές της ποιητικής του Κουτσούνη πιστεύω ότι κατακτήθηκαν με κόπο, σωματική αίσθηση της γλώσσας: ψαροκόκαλα οι λέξεις μπήγονται στον ουρανίσκο και βασανιστική επιμονή, αφού η πρωτοτυπία, κυρίαρχο χαρακτηριστικό των εργασιών του Σ.Κ., δεν κερδίζεται με άλλο τρόπο.
Ο «Τρύγος αιμάτων» περιλαμβάνει δύο ενότητες ποιημάτων με τους χαρακτηριστικούς ιατρικούς όρους: κατάγματα και ακτινογραφίες. Η ενότητα κατάγματα περιλαμβάνει 24 ποιήματα και η ενότητα ακτινογραφίες 7. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας σε σχέση μ’ αυτά που περιλαμβάνονται στη δεύτερη, έχουν περισσότερους στίχους και θεματικά είναι πολυκεντρικά. Αντίθετα, οι ακτινογραφίες είναι ποιήματα ποιητικής.
Όπως μπορεί κανείς να καταλάβει και μόνο από τα λεκτικά σημαινόμενα του γενικού τίτλου και των τίτλων των ενοτήτων, το κλίμα που δημιουργείται στη συλλογή είναι ζοφερό, δαιμονικό και σπαρακτικό. Ο ποιητής αισθητοποιεί μιαν αντίληψη που ευρύτερα εισάγει στο χώρο της τέχνης ο κινηματογράφος του μεταμοντερνισμού. Θυμηθείτε για παράδειγμα την «Κοιλιά του αρχιτέκτονα» και τις λανθάνουσες μεταμοντερνιστικές ταινίες «Η σιωπή των αμνών» και «Γυμνό γεύμα».
Πρωταγωνιστικό πρόσωπο στην ποίηση του Κουτσούνη είναι ο Ποιητής, που αδηφάγος αναζητά την ουσία της Γυναίκας: ως ερωμένης, μητέρας και μούσας (πρώτη ενότητα) και την ουσία της Δημιουργίας (δεύτερη ενότητα). Η αναζήτηση και τα δρώμενα διεξάγονται σ’ έναν κόσμο αντικειμενικά ζοφερό και με υποκειμενικές προθέσεις εξίσου σκοτεινές και σπαρακτικές. Σ’ αυτήν την έξω και έσω κόλαση, στο τέλος, πέφτει θύμα ο ποιητής και σε προέκταση ο αναγνώστης. Πέφτει θύμα ολόκληρη η δημιουργία.
[……] / Οι χούλιγκανς ορμάνε στο γήπεδο / απειλούν με λοστούς και αλυσίδες / πετάνε μολότοφ ουρλιάζουν / κι απ’ το σημείο του πέναλτι / λυσσαλέα καρφώνουν στα δίχτυα // το κεφάλι του ποιητή // (δέ θα τερματίσει ποτέ / αυτό το ματς / αυτή η τρομοκρατία) (μάσκες).
Ο Κουτσούνης παρουσιάζει τις ανθρώπινες μορφές στα ποιήματά του ανατομημένες, και ωστόσο ζωντανές. Ο Άνθρωπος, μοιάζει να πιστεύει ο ποιητής, πρέπει να κατανοηθεί μέσω του οργανικού ανατομικού σπαραγμού του, να βγει στο φως η ασχήμια, για να καθαγιαστεί, στο τέλος, πάνω στο χαρτί της δημιουργίας. Ο στόχος επομένως δεν είναι το ποίημα –αφού η γραφή είναι αδύνατη, καθώς υποστηρίζεται– αλλά η ανατομία ψυχής και σώματος με το μαχαίρι που κομίζει ο ποιητής:
Κανένα ποίημα τελικά δέ γράφτηκε. Ξέφυγαν όλα, όπως γίνεται πάντα.  // Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα να πράξετε τη σφαγή
 
 
Νίκος Ι. Χουρδάκης
[περιοδικό Αλφειός, τεύχος 4, Χειμώνας ’94, σσ. 154-155]

Ο ποιητής σαν Πενθέας σε χρόνο υπερβατικό
 
Τα πνευματικά θέματα, οι πνευματικές ανάγκες, απολαύσεις, αναζητήσεις και ό,τι τελοσπάντων ονομάζουμε πνευματικό, φαίνεται πως έχουν χώρο το κεφάλι ή την ψυχή. Το πνευματικό και το ψυχικό γεγονός ανταποκρίνονται, συγχέονται ή αλληλοεπικαλύπτονται, το υλικό κεφάλι και η άυλη ψυχή παρέχουν γην και ύδωρ στην πνευματική και ψυχική συγκίνηση.
Στην ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη με τον τίτλο «Τρύγος αιμάτων» όμως ο υλικός χώρος της πνευματικής απόλαυσης ή της όποιας διεργασίας του πνεύματος και της ψυχής μετατοπίζεται «γεωγραφικά» χαμηλότερα στα εντόσθια και σωθικά, στους κραδασμούς και σπαραγμούς που λυσσαλέα τον εξουσιάζουν.
Σπαραγμοί, αυτοσπαραγμοί, αλληλοσπαραγμοί. Είναι φανερό ότι ο ποιητής δεν χωρίζεται σε σώμα και πνεύμα ή ψυχή αλλά, όπως έλεγε ο Σεφέρης, με όλα αυτά μαζί αξεχώριστα που αποτελούν τον άνθρωπο, με τα εντόσθια και σωθικά σπαραγμένα, ματωμένα, πεινασμένα, πυρετωμένα, περιγράφει και καταγράφει, προσπαθεί τουλάχιστον να φέρει στο φως αυτόν τον άγνωστο, αόρατο, εσωτερικό ζωντανό κόσμο που απαιτεί, πεινάει, διψάει, κραυγάζει.
Η ποιητική λειτουργία μεταμφιέζεται σε ερωτική πράξη και η ερωτική πράξη θυμίζει περισσότερο διονυσιακό διαμελισμό τον οποίο ο ποιητής σαν τον Πενθέα, με υβριστική διεκδίκηση την ολοκλήρωση του στίχου του, τελετουργεί ερωτικά / ποιητικά:
 
«Πετρέλαιο γινόμουν και πότιζα / της αγάπης μου τα σπλάχνα», ή
 «Κι ανάμεσα στα σκέλη ένα κουτάβι / έσκουζε βουρκωμένο / δείχνοντας τα μαύρα
δόντια του...» 
Κι ακόμα, «άγρια σμιλεύοντας με γλώσσα δαιμονισμένη / το πέμπτο άκρο...»
 
Η μεταφορά του «υβρίζει» τα καθιερωμένα, υπερβαίνει όλα τα όρια. Οι λέξεις ψαροκόκαλα στον ουρανίσκο, συνωθούνται βίαια –ιππικό καλπάζοντας– ο λόγος «στριφώνει το πετσί με σύρμα, σκυλιά ουρλιάζοντας την έβδομη αίσθηση... Ψάχνει το τρίτο μάτι / αυτό που βλέπει από μέσα...»
Ο εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει ή είναι συμβατικά παρών τόσο όσο χρειάζεται για να συμπεριλάβει τον άλλο. Ασαφής ο χρόνος, νυχτερινός, υπερβατικός, ασύμβατος. Χρόνος ιερός της ποίησης και του έρωτα. Η ποιητική λειτουργία καταγράφεται ως ερωτική και η ερωτική ως ποιητική. Η μια υποκαθιστά την άλλη με ισοβαρείς τους δύο πόλους της κλεψύδρας το σώμα εργαλείο μέσο, το ποίημα κι ο στίχος σκοπός:
 
«Όλη νύχτα χτυπιόμουν μ’ ένα  ποίημα
με πήρε ο ύπνος ξύπνησα
 
στο ακρωτηριασμένο σώμα μου
ακρωτηριασμένο χόρευε το  ποίημα».
 
Κανένα ποίημα τελικά δεν γράφτηκε. Ξέφευγαν όλα, όπως γίνεται πάντα: «Εγώ μέχρι εδώ έφερα μόνο το μαχαίρι. Μένει εσείς τώρα να πράξετε τη σφαγή».
Ο Τρύγος αιμάτων κλείνει. Στο ποιητικό πατητήρι, τα αδηφάγα σπλάχνα κυοφόρησαν το εφιαλτικό τους όνειρο για να δώσουν τον ποιητικό τους μούστο. Ο ποιητής σπαράσσεται ανάμεσα στις αντινομίες, τρίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες, παλεύει μέρα  νύχτα με τη λευκή σελίδα του και νικάει νικημένος τα οργασμένα / οργισμένα σπλάχνα του...

Ανθούλα Δανιήλ 
[εφημερίδα Η Καθημερινή, 15 Οκτωβρίου 1996]

 


© 2015-17 Στάθης Κουτσούνης | fb icon