Κριτική επί συνόλων

fran deleb

 
Ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης
Συνολική προσέγγιση του έργου του
 
Η παρουσίαση του συνολικού έργου ενός ποιητή δεν είναι εγχείρημα εύκολο. Η ποίηση βάζει δύσκολα ακόμη και στους εξοικειωμένους και «επαρκείς» αναγνώστες της και απαιτεί απ’ αυτούς αγώνα πνευματικό και ψυχικό. Ωστόσο, με αφορμή την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη, Στιγμιότυπα του σώματος, ενός ποιητή με μακρά πλέον πορεία, γνωστού στους ποιητικούς κύκλους και το αναγνωστικό κοινό, θα επιχειρήσουμε μια προσέγγιση του έργου του, λαμβάνοντας υπόψη και αξιοποιώντας και τις βιβλιογραφικές για τον ποιητή πηγές.
Ο Στάθης Κουτσούνης (Νέα Φιγαλία Ολυμπίας, 1959) πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα το 1987 με τέσσερα ποιήματα στο τεύχος 10 του περιοδικού «Νέες Τομές». Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες, έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και μερικά έχουν μελοποιηθεί από νέους συνθέτες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Κύκλου Ποιητών και της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Έχει μέχρι σήμερα δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές, στις οποίες πιο κάτω θα αναφερθούμε με τη χρονολογική τους σειρά. Επίσης, ένα διήγημα, τρεις μελέτες και πολλά κριτικά δοκίμια, άρθρα και βιβλιοκρισίες.
     Ας ξεκινήσουμε με την παρατήρησηότιηνεότερη και σύγχρονη ποίηση προσεγγίζει με δικό της τρόπο τα θέματά της και η εξωτερική της όψη (στροφές, στίχοι, γλώσσα κλπ.) συνήθως δεν ακολουθεί τους παραδοσιακούς κανόνες. Ως σύγχρονη και η ποίηση του Κουτσούνηαντανακλά τη σύγχρονη  πραγματικότητα. Ανατέμνει τα προαιώνια μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου, αλλά και τα σύγχρονα προβλήματα που τον συνθλίβουν, μεγάλα ή «μικρά», προφανή ή άδηλα. Ο ποιητής, με την ευαισθησία του πνευματικού ανθρώπου και καλλιτέχνη, όλα αυτά τα βιώνει, ίσως πρώτος από όλους, με τρόπο βαθύ και επώδυνο και επιφορτίζεται με την  ευθύνη να δείξει ότι δεν είναι μόνο δικά του θέματα, αλλά και δικά μας. Δε μας δίνει έτοιμες απαντήσεις. Αγωνιά και αυτός μαζί μας. Συνεισφέρει, όμως, στην αυτογνωσία μας. Η συνειδητοποίησή μας είναι «το πρώτο σκαλί» και, αν φτάσουμε εκεί, «λίγο δεν είναι», όπως έλεγε ο Κ. Π. Καβάφης.
Ο έρωτας είναι ένα από τα βασικά θέματα στα ποιήματα του Κουτσούνη.Είναι η αρχετυπική γενεσιουργός αιτία κάθε ζωής. Ερωτική πράξη είναι και η αγωνιώδης διαδικασία της σύλληψης του ποιήματος και  συνέπειά της είναι ο τοκετός του.
Στη συλλογή Σπουδές για φωνή και ποίηση (Υάκινθος, 1987), ο ποιητής «κυοφορεί», το ποίημα βγαίνει από τα σπλάχνα του. Και συχνά μιλάει  για ωδίνες, μαμή, έμβρυο κλπ. Π.χ., γράφει στα ποιήματα «Γέννηση» και «Βοή ελπίδων», αντίστοιχα: «Η λέξη χτύπαγε σαν έμβρυο μέσα μου/ Ξαπλώνω ανάσκελα στο χώμα/ Απλώνω τα χέρια μου και καρτερώ» – «Κάτι φορές/ Τα έμβρυα στ’ όνειρό τους/ Πιάνουν τη φαντασία απ’ τα μαλλιά/ Και τραγουδούν/ Και χορεύουν/ Και βγαίνουν πριν την ώρα τους// Κοίτα καλά ν’ ακούσεις θεατή/ Τον ήχο της δραπέτευσής τους».  
Και όταν η ερωτική πράξη αναφέρεται στο γυναικείο  σώμα, πάλι δε λείπει η αγωνία, ο πόνος, η πάλη με δυνάμεις εσωτερικές και εξωτερικές, βίαιες και αλλόκοτες. Γιατί το σώμα, αποτέλεσμα του έρωτα και του τοκετού και φορέας της ζωής, είναι  όχημα και σύμβολο της πορείας του ανθρώπου από την ώρα της γέννησής του μέχρι το τέλος του.
Επομένως, το σώμα, η μεταβολή, η φθορά του χρόνου και ο θάνατος δε θα μπορούσαν να λείπουν από τη θεματολογία του ποιητή. Ανίκητες δυνάμεις καθορίζουν τη διαρκή ροή των πραγμάτων: «τα πάντα ρει», είπε, περίπου, ο αρχαίος φιλόσοφος Ηράκλειτος. Όλα ρέουν και  αλλάζουν, όπως το νερό στο ποτάμι. Και το ποτάμι της ζωής, κυλώντας προς το αχανές της θάλασσας, μας πετάει στο χάος της ανυπαρξίας, σαν «ληγμένα» προϊόντα. «Δεύτερη ζωή δεν έχει», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης.
     Στη συλλογή Τρύγος αιμάτων (Σμίλη, 1991), συναντάμε εικόνες και θέματα τρόμου και φρίκης. Ο τρύγος και τα αίματα του τίτλου μας θυμίζουν τα όργια στη λατρεία του Διονύσου, θεού του  ξεφαντώματος, του κρασιού, της μέθης. Φανατικές ιέρειές του ήταν οι Βάκχες, οι οποίες, στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, μέσα στην ιερή μανία και τον εκστασιασμό τους, κατασπαράσσουν το βασιλιά της Θήβας Πενθέα, που αρνιόταν να δεχτεί τη διονυσιακή λατρεία. Έτσι και η ποίηση διαμελίζει και κατασπαράσσει τον ποιητή. Για κάθε μεγάλο έργο απαιτείται θυσία. Και το έργο που έχει επωμιστεί ο ποιητής δεν είναι ούτε μικρό ούτε ιδιωτικό. Θυσία έγινε για να στεριώσει το γεφύρι της Άρτας χάριν του  συνόλου. Τη θυσία  για τον Άνθρωπο συμβολίζει και η μεταβολή του κρασιού σε  αίμα Χριστού. Για το κρασί το αμπέλι δίνει τα σταφύλια του. Ο ποιητής για το ποίημα τα σωθικά του: «Ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου/ τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα/ στριφώνει το πετσί με σύρμα/ ακάματα σφυρηλατεί το κρέας/ ατσαλώνει τα οστά// κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου/ κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου…// άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ/ φορτίο βαρύ// ατίμητο» («Αγώι»). – «Θηρίο που με παραμονεύεις/ θηρίο που κολυμπάς στο μυαλό μου…/ θηρίο που σπέρνεις πανικό/ τις νύχτες στην ψυχή μου…/ θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου…/ γεννήτρια του άγχους μου/ της οργής και του πάθους/ της αδυναμίας/ της δύναμής μου// θηρίο θηρίο λαχτάρα μου/ έρωτα/ θηρίο («Βρυχηθμός»).
Στη συλλογή Παραλλαγές του μαύρου (Δελφίνι, 1998), ο πανταχού παρών θάνατος, με διάφορες μορφές, καταδιώκει τον άνθρωπο και θριαμβεύει στην άνιση αναμέτρησή του με το θνητό: «… όλη νύχτα με κυνηγάει αδυσώπητα/ το Μαύρο με τα τρομερά/ κι αναρίθμητα πρόσωπα». («Αρένα») – «...στο πεζοδρόμιο/ ένας άντρας πεσμένος μπρούμυτα/ προσπερασμένος απ’ όλους// τον γυρίζω να δω το πρόσωπό του/ και στ’ άσπρο φως του απομεσήμερου/ βλέπω καθαρά// τον εαυτό μου» («Αντικατοπτρισμός»). Και στον άλλο κόσμο: «… όλοι σκυφτοί δουλεύουνε στ’ απέραντο χωράφι/ σκάβουν και οργώνουνε για τον Μεγάλο Αφέντη…/ σπέρνουνε και θερίζουν κάρβουνο κι αλάτι…/ ολημερίς μαζεύουνε/ το βράδυ εκείνος τα σκορπίζει…/ κι αν κάποιος αποκάμει/ μαστιγώνεται αλύπητα/ και ξαναρχίζει απ’ την αρχή….» («Η έξοδος»).
Και δεν είναι μόνον ο υλικός θάνατος του σώματος του καθενός. Μπορεί να είναι και μεταφορικά ο θάνατος της ψυχής και του πνεύματος, του πολιτισμού, που φέρνει την έκπτωση των αξιών, την ευτέλεια στις ανθρώπινες σχέσεις και επιλογές και την άνευ όρων υποδούλωση σε λογής λογής εξουσίες. Μέσα στη δίνη της ρουφήχτρας  όλων αυτών δεινοπαθεί ο ποιητής. Και προσπαθεί να τα αναγάγει –και τελικά τα ανάγει– από δικά του σε δεινά πανανθρώπινα.
Στη συλλογή Η τρομοκρατία της ομορφιάς (Μεταίχμιο, 2004), ο τίτλος ξενίζει. Στην κοινή αντίληψη οι δύο αυτές λέξεις μοιάζουν αντιφατικές. Η ομορφιά δεν μπορεί να προκαλεί τρόμο. Αλλά από τα προλεχθέντα προκύπτει ότι τα πράγματα για την ποίηση και για τον ποιητή δεν είναι τόσο απλά. Η ομορφιά, κατά τον ποιητή, έχει διάφορες παραλλαγές, πάνω στις οποίες συγκεντρώνει το πάντα ανήσυχο, ερευνητικό και αγωνιώδες βλέμμα του. Με αυτά τα εξασκημένα και υποψιασμένα μάτια, όμως, που βλέπει, «το θέαμα δεν είναι ούτε ανώδυνο ούτε ακίνδυνο. Γιατί η ομορφιά θέλει δύναμη να την αντέξεις. Η ομορφιά μπορεί να καταστρέψει»1. Αυτό περίπου λέει και ο στίχος του YvesBonnefoy, «Celle qui ruine l’être, la beauté», που προτάσσει ως μότο ο ποιητής στην εν λόγω συλλογή. Ας συλλογιστούμε, π.χ., πόση ομορφιά έχει ο έρωτας. Και με πόση προσδοκία ομορφιάς μάς γεμίζει. Μα, αν ο ποιητής προσδοκά να κάνει ερωμένη του την ποίηση, στο ποίημα «Η Καλλιόπη» (σπουδαία μούσα της ποίησης στην αρχαιότητα), πρέπει πρώτα να υποστεί κατ’ επανάληψη δοκιμασία μεγάλη και «τρομερή» (να ο τρόμος!): «Για να γίνω ερωμένη σου/ πρέπει μερόνυχτα σαράντα…/ την πέτρα να οργώνεις/ και να σπέρνεις λέξεις/ κι ύστερα να περιμένεις άλλο τόσο/ να δεις αν έδεσε καμιά…/ και θα τις λιάζεις σε κορυφές…/ ώστε να στραγγίξουν/ τα περιττά υγρά/ κι αν στο τέλος δεν αρκούν/ θα ξαναρχίζεις από την αρχή…// … πρέπει σαν δούλος να με υπηρετείς…/ να γδέρνεις όλη νύχτα το πετσί σου.../ να σφυροκοπάς τα σπλάχνα σου…/ να με κομματιάζεις/ όταν ασχημίζω…/ εγκυμονώντας με ξανά…/ χωρίς καμιάν ελπίδα// και τότε πάλι βλέπουμε». Μόνο δουλεύοντας επίπονα τις λέξεις θα κατακτήσει ο ποιητής την ποίηση. Κι ώσπου να την κερδίσει, θα υποστεί τη δοκιμασία, γιατί η «τρομερή» ομορφιά της τον μαγνητίζει: «δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά/ της ομορφιάς σου ο τρόμος» («Κρεσέντο»).
Ο ποιητής θα δοθεί ψυχή τε και σώματι στην ποίηση, για να κατακτήσει την ποθητή και πολύφερνη ερωμένη ή, τουλάχιστον, για να πάρει το μερίδιο που του αναλογεί από την πλούσια και πολύτιμη προίκα της. Θα τα καταφέρει, άραγε, ο «Επίδοξος ποιητής»; Η ποίηση απαιτεί πολλές και μεγάλες θυσίες: «Τα ποιήματα που έγραψα/ με κυνηγούν για τις αναπηρίες τους/ τα ποιήματα που δεν έγραψα/ με κυνηγούν για την αφασία τους/ ένας επικηρυγμένος είμαι/ που για να γλιτώσω// γράφω ακόμη». («Επίδοξος ποιητής»). – «Χρόνια ολόκληρα πάλευα/ να φτιάξω αυτό το ποίημα// ολονυχτίς το έγραφα/ πρωί πρωί δαιμονισμένο/ έτρωγε τις λέξεις// ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε/ το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί// αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο/ το ποίημα δεν στεριώνει/ και μη στοιχειώσεις κριτικό/ μήτ’ επαρκή αναγνώστη// παρά  της άγριας έμπνευσης/ την όμορφη την κόρη/ που ’ρχεται βάζει τη φωτιά/ κι ύστερα παίρνει δρόμο/ κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό/ να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας…» («Του γιοφυριού της ποίησης»).
Με τη συλλογή Έντομα στην εντατική (Μεταίχμιο, 2008, υποψήφια για το Βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω»),ο ποιητής επανέρχεται σε θέματα βίας και τρόμου. Σαν τη Λερναία Ύδρα, που από κάθε κομμένο κεφάλι της ξεπηδούσαν δύο καινούργια, έρχονται ξανά και ξανά φόβοι, αναμνήσεις, πράγματα και πρόσωπα που έφυγαν ανεπιστρεπτί και που ο χρόνος, η φθορά και ο θάνατος τα μεταμορφώνουν ή τα κατασπαράσσουν μπροστά στα μάτια του ποιητή. «Ο κόσμος είναι μια εντατική στην οποία νοσηλεύεται ο σημερινός άνθρωπος σε κρίσιμη κατάσταση. Μια εντατική κάθε άλλο παρά αποστειρωμένη, με έντομα να κυκλοφορούν, κάνοντας έτσι  αναπόφευκτη τη μοιραία έκβαση»2. Για τον Πλάτωνα, κορυφαίο φιλόσοφο της αρχαιότητας, η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου. Το ίδιο και για τον Κουτσούνη η ποίηση. «Νύχτα ξυπνάει από μέσα/ και βγάζει έξω τα κεφάλια της/ από τις τρύπες του κορμιού μου/ προς τα χαράματα της κόβω ένα…/ μα ο σφαγμένος λαιμός/ δικέφαλος την επομένη ξεφυτρώνει// χρόνια τώρα παλεύω/ κυκλωμένος από κεφάλια/ άλλα κομμένα και άλλα ανέγγιχτα/ που με απειλούν επίμονα/ έντομα στην εντατική// ξεχνώ ο αδαής να κάψω/ κάθε κεφάλι όταν το κόψω» («Λερναία Ύδρα») – «…αργά τη νύχτα/ ακούω στον ύπνο μου λυσσασμένα/ κουδουνίσματα τηλεφώνου πετάγομαι/ κανείς δεν απαντάει// στην ταραχή μου κομματιάζω/ νευριασμένο παιδί τη συσκευή…// … μες στο ακουστικό ή κάτω απ’ το καντράν/ κουλουριασμένες σαν γριές/ οι φωνές που έχουν χαθεί…// ποικίλες φωνές…/ ψίθυροι κλάματα κραυγές/ φωνές επίμονες αισχρές ενίοτε/ χαρμόσυνες μεθυστικές ή απελπισμένες/ αγκυλωμένες πλην όμως ζωντανές// των εξαφανισθέντων φτυστές η απουσία» («Των εξαφανισθέντων»).
Στη συλλογή αυτή βρίσκουμε και τη σύνδεση της οικολογικής ευαισθησίας του ποιητή  με την ποίηση, αφού, ξεκινώντας από διάφορα υλικά και προϊόντα (ρούχα, παπούτσια, συσκευές, τρόφιμα κλπ.), γυρίζει πίσω στην αρχική τους μορφή και ύλη (επιστροφή-μεταμόρφωση), πράγμα που του φέρνει στο νου την καταστροφή της φύσης και της ζωής. Π.χ., το μοντέρνο ανοξείδωτο –ίνοξ!– ψυγείο (με κρέας στα ράφια του)  και η κιθάρα: «… ίνοξ απέριττο του φονιά οπτασία/ του σφαγμένου ζώου η τελευταία/ ανώφελη ελπίδα…/ συγκοινωνούντα δοχεία τα κρανία μας/ κρύβεις κι εσύ στα βάθη του εγκεφάλου σου// κυψέλες γεμάτες ενοχές» («Εγκώμιον») – «… δεν είμαι η κιθάρα/ είμαι το δέντρο που έκοψαν κάποτε/ για να φτιάξουν μια κιθάρα/ δεν είμαι δέντρο/ είμαι η κιθάρα που επέστρεψε στο δέντρο/ τούτες οι μελωδίες/ είναι τα πουλιά που ελευθερώθηκαν/ και το ώριμο φως/ ανάμεσα στις φυλλωσιές-χορδές/ είναι απείκασμα φωνής αδέσμευτης// η σιωπή» («Επιστροφή»). Σε αδηφάγο ζώο μεταμορφώνεται και ο υπολογιστής, όπου γράφει τα ποιήματά του. Το ταΐζει με λέξεις και με στίχους που ρίχνει στο σκληρό του δίσκο. Αποθηκεύοντας εκεί την ποίησή του,  «υποθηκεύει»  τον εαυτό του, τη ζωή του. Και φοβάται την απώλεια, τη διαγραφή: «…αυτό το ζώο με κυοφορεί/ η ζωή μου εξαρτάται/ απ’ τη σκληρή του μήτρα/ κι από τη μνήμη του…/ χώνομαι όλο και πιο βαθιά μέσα/ σιγά σιγά μ’ αφομοιώνει/ κι ούτε που θα καταλάβω/ πώς μ’ ένα λάθος πάτημα του delete/ θα με αποβάλει οριστικά// στον κάδο ανακύκλωσης» («Ζώον»).
Ακόμα, στο στόχαστρό του βάζει, ως εκπαιδευτικός, την εκπαίδευση και το σχολείο, χαρακτηρίζοντάς το τρυφερά ως θηριοτροφείο. Με τις ποιητικές του εικόνες αναδεικνύει την ψυχολογία των δύο «αντίπαλων» πλευρών, του δάσκαλου και του μαθητή. Μια σχέση ιδιότυπη, μοναδική σε ομορφιά, παρόλο που –ίσως και επειδή– συνυπάρχουν σ’ αυτήν η αγάπη και το «μίσος», δηλαδή η σύμπτωση και ταύτιση των ψυχών αλλά και η «σύγκρουση» των αντιθέσεων που συνεπάγεται η διαφορά της ηλικίας. Μπορεί να «μάχονται» και να ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί, αλλά από τη «θέση» και την «αντίθεση» προκύπτει η όμορφη και πολύτιμη «σύνθεση» της γνώσης και της αγωγής νου και ψυχής. «Δουλεύω σ’ ένα θηριοτροφείο…// τα θηριάκια μου είναι απρόβλεπτα/ εγωκεντρικά και απόλυτα…// … τα θηριάκια μου τα αγαπώ/ και ταυτόχρονα τα μισώ/ αλλά κι εκείνα μ’ αγαπούν/ γι’ αυτό σπαράζουν την καρδιά μου/ και ρουφάνε/ ρουφάνε ακόρεστα αίμα» («Το θηριοτροφείο»). Πνευματικό είναι το έργο τους, αλλά ποιητής και δάσκαλος  έχουν και σώμα, που  αίμα κυλάει στις φλέβες του. Και βρίσκονται σε  διαρκή διαδικασία αιμοδοσίας (ή μήπως αφαίμαξης;).
     Η συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος(Μεταίχμιο, 2014, υποψήφια για τα βραβεία Public 2015), αποτελεί τη νέα σπουδαία κατάθεση του Κουτσούνη στον κοινό λογαριασμό της ποίησης και των αναγνωστών της, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν δύο κριτικοί λογοτεχνίας (Αλέξης Ζήρας και Γιώργος Κοκορέλης) και ένας πανεπιστημιακός καθηγητής (Θεοδόσης Πυλαρινός) κατά την παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό στις 31 Μαρτίου 2015. Τα ποιήματα της νέας συλλογής χαρακτηρίζονται από μεγάλη ένταση, είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, «γροθιές στο στομάχι», όπως λέει και ο ίδιος ο ποιητής σε μια συνέντευξή του«Πιστεύω πως η ποίηση αυτό ακριβώς οφείλει να είναι: μια γροθιά στο στομάχι κι όχι ένα χάδι. Ένας ταύρος μαινόμενος στο υαλοπωλείο της ψυχής, ένα στιλέτο που κατευθύνεται ιλιγγιωδώς στο κέντρο της συμβατικότητας και της ασφάλειας. Η ποίηση δεν είναι απλώς λέξεις. Είναι λέξεις-μολότοφ σε ανύποπτα χέρια. Είναι  το άρρητο και αθέατο των πραγμάτων. Είναι ο μεγεθυντικός φακός πάνω από ένα εξάνθημα, που μας βολεύει να μην το βλέπουμε»3.
Στη συλλογή προτάσσεται η ρήση του Ρωμαίου αυτοκράτορα και φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου, «πάντα τα μεν του σώματος ποταμός» (από το έργο του Εις εαυτόν). Από τη φράση αυτή και από τον τίτλο γίνεται φανερό ότι στη συλλογή κυριαρχεί ως θέμα το σώμα. Είναι ολόκληρη μια «σωματογραφία», που καταγράφει την αγωνία και τα πάθη του ποιητή και του ανθρώπου, με νέες, υψηλότερες επιδόσεις ποιητικής, στιχουργικής και γλωσσικής ωριμότητας. Άρρηκτα δεμένος με το σώμα, ως κορυφαίο «στιγμιότυπό» του, είναι ο έρωτας: «Το κορμί σου στα χέρια μου ζύμη/ φτιάχνω τρύπες και χάνομαι μέσα τους – Σε κάθε τρύπα/ καρτέρι μου στήνουν οι μέλισσες – Το δέρμα σου…/ σπαρταράει διαρκώς στα δάχτυλά μου – Τα δάχτυλά μου αλκοολικά/ μονορούφι το σώμα σου πίνουν – Χώνομαι ολόκληρος στο σώμα σου/ όπως το χέλι μες στη λάσπη» – «Στην πηγή των μηρών σου/ τσακάλι ξανθό καθρεφτίζεται/ με στόμα ανοιχτό και διψασμένο – Θέλω πάντα να με κοιτάζεις/ σαν λύκαινα που επέζησε/ μοναχή στο χιονιά για βδομάδες/ και κατεβαίνει στην πόλη λιμασμένη» («Σωματογραφία i» και «ii», αντίστοιχα).
Από την άλλη, ο ποιητής μεταμορφώνεται διαρκώς, μεταβάλλεται από τη φθορά του χρόνου, σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα που μεταμόρφωνε η μάγισσα Κίρκη: «Δεν είμαι εκείνος που ήμουν/ ούτε και θα ’μαι αυτός που είμαι// πάντα μια Κίρκη αδιάκοπα/ μ΄ ακουμπάει  με το ραβδί της» («Το ραβδί»).   
     Μελαγχολία εμφανίζεται συχνά στην παρούσα συλλογή, όταν ο ποιητής βυθίζει το μαχαίρι του ως το κόκαλο μέσα στο γκρίζο της ζωής των ανθρώπων. Παράδειγμα η οικιακή βοηθός και ο γέροντας πατέρας. Μια μελαγχολία, αλλά και συμπόνια για  καταπιεσμένους και  ταλαιπωρημένους ανθρώπους, που μοιάζουν με «φορτηγά που σκούριασαν/ κολλημένα στην άμμο». Γι’ αυτό ο πατέρας ζητάει το θάνατο («βιάζεται να περάσει αντίπερα») και είναι έτοιμος να «φύγει» («ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό»), για να λυτρωθεί  από τα δεινά της ζωής του.  Παραθέτουμε  τα τρία σχετικά ποιήματα, με μια διευκρίνιση, για όσους τυχόν τη χρειάζονται: κατά τους αρχαίους, σύνορο μεταξύ ζωντανών και νεκρών ήταν ο ποταμός Αχέροντας (κοντά στην Πρέβεζα) και ο νεκροπομπός Ερμής μετέφερε με βάρκα τους νεκρούς από τη μια όχθη στην άλλη, για να κατεβούν μετά στον Άδη. Και ο μεταφερόμενος ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει στο βαρκάρη έναν οβολό (τα κέρματα στο ποίημα) για τα μεταφορικά, κάτι σαν διόδια. (Μόνον ένας δεν πλήρωσε, λέει ο αρχαίος σατιρικός συγγραφέας Λουκιανός στο έργο του «Νεκρικοί Διάλογοι»: ο φιλόσοφος Μένιππος, που δεν είχε τα ναύλα. Και  στο βαρκάρη  είπε την παροιμιώδη φράση «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»).
«Κάτι φορές…/ όταν μένει μόνη/ ασφαλίζει τις πόρτες/ και προβάρει τα ρούχα που ορέγεται…// ζει για λίγες ώρες/ για ελάχιστα έστω λεπτά/ (και με ρίσκο να γυρίσει/ η κυρία απρόοπτα)/ μιαν άλλη ζωή// κοιτάζεται θλιμμένη στον καθρέφτη/ και δοκιμάζει άπληστα/ ψηλοτάκουνη γόβα τη ματαιότητα» («Ψηλοτάκουνη γόβα»)
«Όσο πάει κι απομακρύνεται// η μορφή του ολοένα θαμπώνει…// … στρέφει πίσω το πρόσωπο/ κι αγναντεύει τα χρόνια του/ φορτηγά που σκούριασαν/ κολλημένα στην άμμο// όσο πάει κι απομακρύνεται/ βιάζεται να περάσει αντίπερα/ ελαφρύς σαν πουλί/ πετάει πάνω απ’ τα νερά/ χάνεται ακουμπισμένος/ με τα δυο του χέρια στο ραβδί/ σχισμένος στα τρία// ο πατέρας» («Στα τρία»)
«Πατέρα φωνάζω/ τι γυρεύεις εκεί πάνω θα πέσεις// ξαπλωμένος ψηλά απ’ το κρεβάτι στο κενό/ με μάτια άκλειστα κοιτώντας το ταβάνι/ και τα χέρια να ψάχνουν τις τσέπες του// μη φοβάσαι μού λέει/ και τι να κάμω/ πια φόρτωμα οι μέρες μου βαρέθηκα// κατάπιε τη μιλιά του σκυθρωπός/ μα ξαφνικά η όψη του φωτίζεται/ κι όπως τότε που ήμουν παιδί/ μη με χασομεράς/ με μαλώνει τρυφερά/ δεν έχω τώρα καιρό// σώπασε κι εξακολούθησε ατάραχος/ να ψαχουλεύει επίμονα τις τσέπες του/ ώσπου θολωμένος/ με άδραξε απ’ το μπράτσο// γιε μου μού σώθηκαν όλα/ μήπως σου βρίσκονται κέρματα για τα διόδια» («Τα κέρματα»)
Το ότι η σύγχρονη ποίηση δεν ακολουθεί τους παλιούς κανόνες και δε χρησιμοποιεί τα παλιά εργαλεία δεν πρέπει να νοηθεί κατά γράμμα. Μεταξύ άλλων, ο Κουτσούνης είναι χαρακτηριστική περίπτωση ποιητή, που  αξιοποιεί τους τρόπους της αφήγησης και τα εκφραστικά μέσα έτσι που στα ποιήματά του το περιεχόμενο και η μορφή αλληλοϋποστηρίζονται και συναντώνται σε ένα ολοκληρωμένο και ισορροπημένο συνολικό αποτέλεσμα. Εικόνες, μεταφορές, παρομοιώσεις, συμβολισμοί, ρυθμός εσωτερικός αλλά και συχνά εξωτερικός (π.χ. στίχος 15/σύλλαβος ιαμβικός κλπ.), παρηχήσεις (ηχητικός συνδυασμός λέξεων και επαναλαμβανόμενων φθόγγων) κ.ά. προσδίδουν στους στίχους ιδιαίτερη μουσικότητα. Μόνο στα επίθετα είναι φειδωλός. Τα ουσιαστικά είναι η βάση της ουσιαστικής ποίησης. Γιατί, σκοπός της είναι να μη στέκεται στην επιφάνεια, αλλά να σκάβει και να εισχωρεί στο βάθος των πραγμάτων και της ψυχής. Μια ενδοσκόπηση, την οποία παραγγέλνει πάλι ο Μάρκος Αυρήλιος: «ένδον σκάπτε» – σκάβε μέσα (σου).
Ο Κουτσούνης συχνά λειτουργεί και σαν σκηνοθέτης, δίνοντας στο ποίημα ζωντάνια έργου στην οθόνη ή επί σκηνής, όπως, π.χ., στα ποιήματα «Το είδωλο» και «Το πένθος». Δυνατές, παραστατικές  εικόνες, που δε μένουν ασχολίαστες. Στο ένα ποίημα, οι «νήπιοι» (ανόητοι) γελούν σε βάρος του τρομαγμένου παιδιού, αλλά στην ουσία είναι ή (αργά ή γρήγορα) θα είναι οι ίδιοι στη θέση του. Το άλλο ποίημα είναι ένα συνταρακτικό ντοκουμέντο-σχολιασμένη αναπαράσταση πυρκαγιάς στο δάσος, που παίρνει και το νόημα προσωπικού δράματος για όσους (συμπεριλαμβανομένου και του ποιητή) βίωσαν ποικιλοτρόπως την τραγωδία της φωτιάς στην περιοχή της γενέτειράς του, τουλάχιστον, και βυθίστηκαν στο πένθος, πριν από μια εφταετία.
«Μάθημα ανθρωπολογίας ο  δάσκαλος με  στέλνει να φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο υπόγειο βλέπω  τα όργανα  φοβάμαι  επιστρέφω στην τάξη σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με τον χάρακα τα οστά μου φοβάμαι τα παιδιά ξεκαρδίζονται λένε  αστεία…// αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν/ στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους» («Το είδωλο»)
«… χωροφύλακες καταπατητές/ παρελαύνουν κραδαίνοντας πυρσούς// ξαφνικά ένα δέντρο χαφιές/ τινάζει τα φύλλα του/ κι ο πληρωμένος άνεμος/ τα σπρώχνει απευθείας στις φλόγες/ και τα σκορπίζει στα κλαριά// προδοσία φώναξαν τα πεύκα/ κι οι δρύες άρχισαν να δέονται/ –εις μάτην– στη βροχή/ από παντού εραστές ξαναμμένοι/ χώνονται λάβροι στις κουφάλες// εμφύλιος μαίνεται πόλεμος// γιγάντια γυμνή γυναίκα/ ανάσκελα ξεψυχισμένη/ φαλακρή και λερή/ χωρίς μαστούς και φύλο/ την επομένη αντίκριζε/ το μάτι πικραμένο» («Το πένθος»)
Στην ενότητα «Αριθμητική», ο φιλόλογος ποιητής φιλοσοφεί ποιητικά για τη ζωή και τον άνθρωπο μέσω των μαθηματικών, με ευρηματικό τρόπο. Η διαρκής πρόσθεση (π.χ. αγαθών, χρημάτων, επιθυμιών, φιλοδοξιών κλπ. της σύγχρονης καταναλωτικής κοινωνίας) μας οδηγεί σε βρομερό βούλιαγμα: «Απ’ όλες της αριθμητικής τις πράξεις/ η πιο ύπουλη είναι η πρόσθεση// είναι μια πράξη εθιστική/ πασχίζεις συνέχεια να προσθέτεις/ ανίκανος σχεδόν ν’ αντισταθείς// κι έρχεται αίφνης η στιγμή/ που βουλιάζεις βαρύς/ στη λάσπη του αθροίσματος» («Η πρόσθεση»). Και η διαρκής και ασταμάτητη αφαίρεση των χρόνων που φεύγουν, από τον άγνωστο  αριθμό ετών που θα ζήσουμε, θα οδηγήσει κάποια στιγμή σε υπόλοιπο μηδέν και η ζωή θα τελειώσει: «Με συνεπαίρνει πάντοτε η αφαίρεση/ τρόμο γεμάτη και συνάμα ομορφιά/ πράξη νουάρ που καθηλώνει/ όλο και με περισσότερο σασπένς// καθώς ο αφαιρετέος/ αυξάνει καθημερινά/ πλησιάζοντας την άγνωστη/ τιμή του μειωτέου/ η διαφορά καλπάζει στο μηδέν// που ξάφνου σε γραπώνει στη θηλιά του» («Η αφαίρεση»).
Για την αδυσώπητη ανάγκη να ακολουθήσουμε υποχρεωτικά τη θανάσιμη μοίρα  μας, έναν τραγικό δρόμο, σαν να μη δικαιούμαστε άλλον, γράφει με πικρά ειρωνικό τίτλο: «Ζέστη αβάσταχτη   κοντανασαίνει/ στα πισινά του ο σκύλος καθισμένος/ με στόμα ορθάνοιχτο και τη γλώσσα/ να κρέμεται στεγνή// τα δόντια του λεπίδια// παρακεί το αρνί χαυνωμένο/ μπερδεύει τον σκύλο με λύκο/ κι ονειρεύεται δόξα// περίφημο το στόμα του/ και προτιμότερο ζεστό/ να νιώσω κάποτε το δόντι του παρά// την παγερή τη λάμα του χασάπη» («Εν δόξη»).
     Για τη συμβατικότητα και την εύθραυστη ασφάλεια και σιγουριά μας συχνά μιλάει ο ποιητής: «Κοιτάζω ολόγυρα/ ψάρι μέσ’ από τη γυάλα// ο κόσμος έξω ακατανόητος/ ένα γυαλί το σύνορο/ και πώς να ημερέψει το εύθραυστο/ όταν από παντού καραδοκούν/ χέρια και πέτρες// μα εγώ ξεγελιέμαι/ στου νερού τη σιγουριά/ συνυπάρχοντας με τον άλλο κόσμο…/ έτσι που μ’ αγκαλιάζει απατηλά// απατηλά και σφιχτά/ ολοένα και πιο σφιχτά/ που θα σπάσει εξάπαντος το γυαλί» («Η γυάλα»).
     Ο κύκλος υπάρχει και στη λογοτεχνία και στη ζωή. Στη λογοτεχνία σημαίνει ότι ένας στίχος, μια φράση, μια περίοδος ή και ολόκληρο έργο, αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση που άρχισε. Ο Κουτσούνης το γνωρίζει, το διδάσκει και  το χρησιμοποιεί. Μόνο που στον κύκλο της ζωής, μπορεί το τέλος να επαναλαμβάνει την αρχή, αλλά οι πρωταγωνιστές έχουν αλλάξει. Και ο μεγάλος δε γίνεται να μικρύνει, όσο η ψυχή του κι αν το λαχταρά: «Όσο γερνάω μικραίνω/ μοιάζω με κείνες τις κούκλες/ της κόρης μου που πρόσχαρη/ τις έβαζε κάτω από την μπλούζα της/ και καμωνότανε την έγκυο// τώρα η κόρη μου μεγάλωσε/ κι εγώ ομολογώ/ στο απαλό το χώμα της κοιλιάς της/ λαχταρώ να χωθώ» («Κύκλος»).
Τελειώνοντας, επισημαίνω ότι στο σύνολο του έργου του η γλώσσα του ποιητή είναι καλλιεργημένη, ώριμη, σκόπιμα λιτή και καθημερινή αλλά και, όπου χρειάζεται, πιο απαιτητική. Η επιλογή, η θέση και ο συνδυασμός των λέξεων απολύτως επιτυχημένα και αποτελεσματικά. Διαυγής, τολμηρός, ερωτικός, ενδοσκοπικός, πρωτότυπος, ουσιαστικός, γι’ αυτό και ολιγογράφος, ο Στάθης Κουτσούνης είναι,  συμπερασματικά,  ένας από τους καλύτερους ποιητές της γενιάς του. Εκτίμηση όχι μόνο δική μας, αλλά και των ομοτέχνων του καθώς και έγκριτων και έγκυρων μελετητών και κριτικών της λογοτεχνίας.
 
Σημειώσεις
1.Ανθούλα Δανιήλ, Στην ενέδρα της ομορφιάς. Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη: «Πόρφυρας», τεύχ. 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σελ. 675-679.
2. Μπάμπης Δερμιτζάκης: «Ακτή», τεύχ. 79, Καλοκαίρι 2009, σελ. 367-369.
3. Συνέντευξη του Στάθη Κουτσούνη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη: «Βακχικόν», 7 Σεπτεμβρίου 2015.
 
Ιωάννης Αντωνόπουλος
[περιοδικό Ακτή, τεύχος 110, Άνοιξη 2017, σελ. 193-203]

8.2.2.31. STACIS KUTSUNIS (1959-): Nació en Nea Figalía (Olimpia). Estudió Derecho y Filología (Especialidad de Lingüística) en la Universidad de Atenas, y música clásica en el Conservatorio Athenaeum. Vive y trabaja en Atenas. Hizo su aparición en las letras griegas en 1987, con cuatro poemas publicados en la revista “Nees Tomés”. A partir de entonces ha publicado varios libros y paralelamente colabora con diversas revistas literarias y periódicos, en los que publica artículos, ensayos, estudios, reseñas y otros textos. Sus poemas han sido incluidos en antologías y han sido traducidos al inglés, al alemán y al persa. Es miembro de la Sociedad de Autores Griegos.
Ha publicado las siguientes colecciones poéticas: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, Estudios sobre la Voz y la Poesía (1987), Τρύγος αιμάτων Vendimia de sangre (1991), Παραλλαγές του μαύρου Variaciones del negro (1998), Η τρομοκρατία της ομορφιάς El terrorismo de la belleza (2004), Έντομα στην εντατική Insectos en la unidad de cuidados intensivos (2008). Además ha colaborado con un relato, titulado: Η Μέριλιν της Ακράτας Marylin de Akrata (2003), así como con estudios y ensayos en ediciones con juntas con otros autores.
Desde su primera obra: Estudios sobre la Voz y la Poesía (1987), Kutsunis da la talla de poeta: “Se ha helado la luna / corres sola en la huida / ... / cada paso tuyo se hace pozo / voy tras de ti pero no sé adónde vas / si te mato te convertirás en árbol / me esconderé en tus ramas / si sigues viva te transformaré”. Α la amada le requiebra: “Derrochas tus rayos / te vas”, mientras él: “Gasto mi amargura en el Silencio”. Poema y música se aunan con maestría en estos versos: “Tu alma cuerda tensada / navega tenebrosa en tu vientre / aletea en tu mundo personal / picotea las células de la Música / los cuerpos lozanos de los niños muertos”. En el poema: “Huellas dactilares”: “Y el Tiempo / muerte enamorada / en busca de libertad”. La concepción del tiempo es relativa, vida y muerte compartidas: “Yo que nací ayer / morí solo con la aurora”. Εn la “Hemorragia interna”: “El sueño ensangrentado no ha resistido huérfano / se suicida en los dientes de tus sollozos”. La siguiente colección: Vendimia de sangre (1991) recrea cielos e infiernos: “Las entrañas de mi amor / colgadas del cielo / ángeles alrededor zumban hambrientos / Satanás toca el saxofón / su oscura laringe”. Expresión de emancipación: “Vino la mujer /... / vino  sangrando / a vendimiar el pecado / ... / a revivir la sangre reseca / para que las cosas ganen / su libertad”. Versos desnudos de adornos, en los que cada palabra está sopesada, en un “Espectro”: “Goteaba del todo / por dentro se desbordaban ríos / de ola de calor y me quemaban / bestias en mis ojos amedrentándome / chupaban la culpabilidad / el sueño / la luna”. En Variaciones del negro (1998) topamos con poemas narrativos. En uno de ellos, el poeta-profesor expresa su angustia en un poema en el que narra cómo un alumno se le aparece en una limusina negra y le apunta con una pistola. En otro poema la angustia la expresa con el sello negro en una carta que le envía una antigua amada, en la que se queja de la soledad que le invade. El color negro se identifica con la angustia: “Me invade la angustia / por el negro que se esconde herméticamente / en la Parte de Atrás”. En una “Boda” el negro gana terreno al blanco: “La novia inquebrantable que viaja / hacia el Imperio del Negro / el de las terribles e innumerables bocas”. En El terrorismo de la belleza (2004) la musa Kaliopi le provoca desazón y condiciona su existencia. El poema “Eleni” trata de lo efímero de la belleza y nos presenta a Helena de Troya, la cual siente nostalgia por su juventud y rompe en sollozos al ver cómo ha envejecido. El poema “Crescendo”, uno de los más eróticos, al llegar al climax, el amante acaba confesando cómo: “No me consume dentro de ti el miedo sino el terror de tu belleza”, en contraposición con la falta de pasión que se desprende del “cero a cero”, en el encuentro de los amantes, de “Empate blanco”. En paralelo con la tradición de la poesía popular y la leyenda del puente de Arta, está compuesto el poema: “Acerca del puente de la poesía”: “Si no conviertes al hombre en espíritu / el poema no se consolida”. En Insectos en la unidad de cuidados intensivos (2008) la noche se cierne y empieza la lucha con la Hidra de Lerna. Las ceremonias se suceden y quién sabe si el novio, el día de su boda, no está asistiendo a su propio entierro. Los poemas, reflejo de una especial sensibilidad ecológica, desembocan en ausencia, miedo, horror, vacío, culpabilidad  y silencio. Un poema lleno de erotismo: “Red”. La falta de espacio en nuestras casas, en las que no cabe un libro más,  se convierte en el pretexto para la composición del original poema: “La lucha”.  El día a día de un profesor de Secundaria se hace verso – grito de impotencia, en “Casa de fieras” y en “Deuda”. La soledad invade nuestras vidas: “No camino solo / pero estoy solo”. El paso del tiempo llega a ser una pesadilla y así el futuro se hace presente y el presente se difumina en el futuro. Padres e hijos intercambian sus papeles y eso produce vértigo, ya que el que hoy es adulto teme ser el niño, al tiempo que el niño puede que sea adulto. El terror se adueña de los versos y probablemente estos dos versos encierran la esencia de esta colección: “Tan sólo lo que sella el terror / dura perpetuamente”.
Alicia Villar Lecumberri
[Literatura Griega Contemporanea, Sial / Universidad 2009]
[…]
Η ποιητική γραφή του [Στάθη Κουτσούνη] ξεχωρίζει για την αδρότητα και τη δύναμή της, εστιαζόμενη με ανατομική προσήλωση στο ανθρώπινο σώμα καθώς και σε συναισθήματα που περιγράφονται αποκαθαρμένα και απογυμνωμένα. Ορισμένα από τα μόνιμα στοιχεία της ποιητικής του, όπως το αίμα και τα σπλάχνα, δείχνουν τη βαθύτερη σχέση των συμβόλων του με την αρχαία δραματουργική παράδοση.
 
Α. (λέξης) Ζ.(ήρας)
[Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα - Έργα - Ρεύματα – Όροι,
Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007]

Στην ενέδρα της ομορφιάς
Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη
 
                           […]
δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά
της ομορφιάς σου ο τρόμος
Στάθης Κουτσούνης, Η τρομοκρατία της ομορφιάς
 
Ο Στάθης Κουτσούνης (Νέα Φιγαλία Ολυμπίας, 1959) εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1987 με τη δημοσίευση τεσσάρων ποιημάτων του στο τεύχος 10 του περιοδικού «Νέες Τομές». Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, Υάκινθος 1987, Τρύγος αιμάτων, Σμίλη 1991, Παραλλαγές του μαύρου, Δελφίνι 1998, Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Μεταίχμιο 2004˙ φιλολογική μελέτη για το αρχαίο δράμα και τον Σοφοκλή στον τόμο: Σοφοκλέους, Φιλοκτήτης - Αντιγόνη. Εισαγωγή: Στάθης Κουτσούνης. Μετάφραση: Χρίστος Τσάγκας, Οδός Πανός 1999˙ και το διήγημα: «Η Μέριλιν της Ακράτας» (στον συλλογικό τόμο: 7 διηγήματα), Μεταίχμιο 2003. Παράλληλα, δημοσιεύει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες κείμενα κριτικής.
Αν επιχειρήσουμε μια μικρή περιδιάβαση στο ποιητικό έργο του Κουτσούνη, θα διαπιστώσουμε ότι η ρίζα του ακολουθεί την πορεία της ρίζας του δέντρου, ανάλογη με εκείνη που περιέγραψε και ο Ελύτης στο Άξιον Εστί, μια πορεία σε βάθος δηλαδή, όπου η επιφάνεια πάει να συναντήσει τον άγνωστο και μακρινό εαυτό της. Θα βρεθούμε ακόμη μπροστά σε μια έκπληξη - αντίφαση. Τα ποιήματα είναι σκοτεινά και έρχονται σε αντίθεση με το φωτεινό πρόσωπο που τα γράφει. Αυτό κατ’ αρχήν βέβαια, γιατί στην τέχνη το ωραίο δεν έχει καμία σχέση με το εύπεπτο ή αφελές, και πολύ περισσότερο επειδή ισχύει το ρηθέν ότι «η ομορφιά θέλει δύναμη να την αντέξεις».
Η πρώτη ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1987 και έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, πράγμα που μας ειδοποιεί ότι πρόκειται για την πρώτη απόπειρα –«σπουδές»– να αρθρώσει ποιητική φωνή.
Φαίνεται πως η απόπειρα πέτυχε το στόχο της. Και η μουσική παιδεία του Κουτσούνη απέδωσε τους ποιητικούς της καρπούς σε ένα σύμπλεγμα ερωτικού και δυναμικά αισθησιακού  αισθήματος, που παίρνει πολλές φορές τη μορφή του αίματος που κυκλοφορεί στις φλέβες.  Πρωταγωνιστές λοιπόν ο έρωτας και ο θάνατος, μέσα στην ιεροτελεστία των εκστάσεων που κυοφορούν το στίχο. Οι ωδίνες του τοκετού θα καταλήξουν τελικά στο ποίημα:
 
Το Ποίημα στις φλέβες
Παλεύει με το αίμα
Νάρκισσος ο Σπόρος στην κοιλιά μου
Κι ο Χρόνος
Ερωτευμένος θάνατος
Γυρεύοντας ελευθερία
                                    («Δακτυλικά αποτυπώματα»)
 
Η δεύτερη συλλογή του Κουτσούνη, ο Τρύγος Αιμάτων, κυκλοφόρησε το 1991. Ο τίτλος και μόνον μας μεταφέρει σ’ ένα διονυσιακό οργιαστικό τελετουργικό, όπου ο ποιητής σαν τον Πενθέα θα μοιράσει τα μέλη του στις Βάκχες. Ποιες όμως είναι οι Βάκχες στη συγκεκριμένη συλλογή; Φαίνεται πως είναι η ίδια η ποιητική τέχνη, στης οποίας την υπηρεσία μπαίνει, και η οποία απαιτεί τις σάρκες του.
Ο Σεφέρης λέει: «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει». Με «παραμύθια και παραβολές» κι ο Κουτσούνης, με τη μεταφορική χρήση του λόγου δηλαδή, που είναι η μόνη οδός για να στείλει ένας ποιητής μήνυμα στον αναγνώστη. Γιατί είναι γνωστό ότι στην ποίηση δεν υπάρχει βασιλική οδός, αλλά παρακαμπτήριος, πάλι κατά την άποψη του Σεφέρη. Και τέλος, πιο καλλιτεχνικά, η γλώσσα της καθημερινής μας επικοινωνίας είναι γλώσσα που περπατάει, ενώ η γλώσσα της ποίησης χορεύει. Λοιπόν, η γλώσσα που χορεύει κάνει ό,τι και ο χορευτής: βήματα, φιγούρες, πιρουέτες. Κάπου εκεί το νόημα διπλώνεται και ξεδιπλώνεται «και με φως και με θάνατον», κατά τον Κάλβο. Η είσοδος σ’ αυτές τις πτυχώσεις απαιτεί απόλυτη προσοχή, ευαισθησία και ευγένεια. Είναι μια λειτουργία πνευματική. Όμως, όσο κι αν είναι πνευματική και ευγενής, έχει μεγάλη σχέση και με τα εντόσθια, τα σωθικά. «Η βοή απ’ το πέλαγος μου ’τρωγε σαν την αίγα μαύρο σωθικό», λέει ο Ελύτης. Κι αυτό το «μαύρο σωθικό» είναι το υλικό που ο Κουτσούνης αγωνίζεται να βγάλει στο φως. Το μαύρο σπέρμα.
Για να ακριβολογήσουμε λίγο πάνω στον τίτλο της συλλογής, τον Τρύγο Αιμάτων, πρέπει να πάμε στο αμπέλι στην ώρα της γιορτής του, στον τρύγο. Ο τρύγος δίνει σταφύλια, τα σταφύλια κρασί και το κρασί στην Άγια Τράπεζα μεταμορφώνεται σε αίμα θεού. Αίμα του Διόνυσου ή του Χριστού, της τραγωδίας ή της θυσίας που απαιτείται για κάθε μεγάλο έργο.
Και ποια είναι τα σταφύλια του συγκεκριμένου τρύγου; Είναι τα σωθικά του ποιητή:
 
ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά
 
κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται
 
άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ
 
ατίμητο
                         («Αγώι»)
 
Τρίτη ποιητική συλλογή του Κουτσούνη οι Παραλλαγές του Μαύρου, σύνθεση του 1998. Συνηθισμένοι, κατά παράδοση, να τοποθετούμε την πνευματική λειτουργία στο κεφάλι, περιμένουμε ο τοκετός να είναι σαν της Αθηνάς από τον Δία· λειτουργία εγκεφαλική. Κι όμως δεν είναι έτσι ή τουλάχιστον μόνον έτσι. Δεν τίκτει μόνο το κεφάλι, αλλά κάθε σημείο του σώματος γίνεται κέντρο, που μπορεί να γεννήσει ή να πληγεί θανάσιμα. Αλλιώς δεν θα έπρεπε ο Αχιλλέας να πεθάνει από μια πληγωμένη φτέρνα.
Στις Παραλλαγές του Μαύρου ο Κουτσούνης διαπράττει την ύβρι να διεισδύσει στα εσωτερικά του μαύρου, να βρει τις παραλλαγές του, να τις σκαλίσει.
 
κάθε πρωί ξυπνώ λαχανιασμένος
 
όλη νύχτα με κυνηγάει αδυσώπητα
το Μαύρο με τα τρομερά
κι αναρίθμητα πρόσωπα
                           («Αρένα»)
 
Μόνο που τώρα φαίνεται πως βγαίνει από την αυστηρή προσωπική απομόνωση με μια πιο κοινωνικοποιημένη υπαρξιακή αγωνία. Η παρατήρηση των κοινωνικών πραγμάτων και ο στοχασμός πάνω σ’ αυτά που συμβαίνουν πίσω από τη φωτεινή και πολύχρωμη επιφάνεια φαίνεται πως έχει γίνει ο στόχος της ζωής του.
Η συλλογή περιλαμβάνει δύο ενότητες. Στα ποιήματα της πρώτης ενότητας, με τίτλο «Το μεγάλο κυνηγητό», ο αναγνώστης θα διακρίνει τα προσωπεία του μαύρου, τον εφιάλτη και την αγωνία· όλα τα σύμβολα του θανάτου, του αδηφάγου χρόνου, της μοίρας των θνητών, της τελικής κατάληξης κάθε ζωντανού, αλλά και πολλών άλλων. Μόνο που ο Κουτσούνης δεν καταδέχεται μάταιες και φρούδες ελπίδες, άλλη ζωή, φύλακα άγγελο ή ψυχοπομπό. Κοιτάζει κατάματα το μαύρο. Το αποκαλύπτει, το φέρνει στο φως, δείχνει τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί για να μας παραπλανήσει. Αρνείται ψεύτικες παρηγοριές και μεταφυσικούς παραδείσους. Κι ακόμα έχει το θάρρος να απορρίψει.
Στη δεύτερη ενότητα, με τον τίτλο «Η πύλη», οι Παραλλαγές του μαύρου αναφέρονται στον σκοτεινό κόσμο των νεκρών και μιλούν για το συντελεσμένο πλέον κακό. Η αίσθηση της σχέσης με τα τραγούδια του Χάροντα και του Κάτω Κόσμου είναι έντονη.
 
[…]
εκεί τραγούδια δεν ακούγονται
τα όργανα δεν παίζουν
όλοι σκυφτοί δουλεύουνε στ’ απέραντο χωράφι
σκάβουν και οργώνουνε για τον Μεγάλο Αφέντη
και προκοπή δε βλέπουν
σπέρνουνε και θερίζουν κάρβουνο κι αλάτι
για τη μεγάλη χάρη του
ολημερίς μαζεύουνε
το βράδυ εκείνος τα σκορπίζει
κανείς δεν ξανασαίνει
κι αν κάποιος αποκάμει
μαστιγώνεται αλύπητα
και ξαναρχίζει απ’ την αρχή
[…]
                                               («Η έξοδος»)
 
Ο Κουτσούνης δείχνει να αναμεταδίδει βιωμένα πάθη. Σαν να είναι μέσα και έξω από το είναι του. Πάσχων και παρατηρητής του εαυτού του. Η απόλυτη φρίκη δίνεται με απόλυτη φυσικότητα. Ο θεατής, το θύμα, ο πάσχων, αντιμετωπίζει ως φυσικό το αποτρόπαιο, το βίαιο, το παράλογο, το εφιαλτικό.
Σε όλες τις Παραλλαγές, ενώ στο πρώτο επίπεδο το μαύρο φαίνεται ότι εξισούται με το θάνατο της ύλης, ο θάνατος, σε δεύτερο επίπεδο, μπορεί να είναι η κάθε μορφής επιθετικότητα και εγκληματικότητα που αναπτύσσεται στη σύγχρονη κοινωνία. Έτσι, στα σημαινόμενα του μαύρου περιλαμβάνονται όλοι οι θάνατοι, κυριολεκτικοί και μεταφορικοί. Θάνατος του ανθρώπου αλλά και θάνατος της κοινωνίας. Θάνατος του πολιτισμού, θάνατος της ειρήνης, θάνατος των θεσμών. Διότι όλοι οι μετέχοντες στις Παραλλαγές, από το δικό τους πόστο, επιδεικνύουν με θράσος και από μια μορφή θανάτου: Πτώση, ευτέλεια, βεβήλωση, κερδοσκοπία, τζόγο, ληστεία, ψυχρότητα του εκτελεστή, κυριαρχία της δύναμης.
Μια καλή αναλογία των ποιημάτων της συλλογής θα μας έδιναν οι πίνακες του Ιερώνυμου Μπος  ή οι εφιαλτικές τιμωρίες των αμαρτωλών της Καπέλα Σιξτίνα. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε επίσης ότι ανακαλύπτουμε μια νέα Εποχή στην κόλαση, ανάλογη με αυτή που μας παρέδωσε ο Rimbaud. Και είναι πολλές οι διακειμενικές αναφορές που θα μπορούσαμε να κάνουμε σε άλλα κείμενα, τα οποία φωτίζουν με τον τρόπο τους και από τη δική τους εποχή το πρόβλημα. Οι διακειμενικές αυτές αναφορές δείχνουν πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του ποιητή και πόσο μακριά φτάνουν για να αγγίξουν το θέμα του.
Οι Παραλλαγές του μαύρου είναι ένας πολυεπίπεδος και πρισματικός προβληματισμός για τον κόσμο μας και τη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου.
Η τελευταία συλλογή, σύνθεση του 2004, έχει τον τίτλο Η τρομοκρατία της ομορφιάς. Σ’ αυτήν ο ποιητής έχει απέναντί του, σε όλες τις παραλλαγές της, την ομορφιά. Μόνο που το θέαμα δεν είναι ούτε ανώδυνο ούτε ακίνδυνο. Γιατί η ομορφιά θέλει δύναμη να την αντέξεις.  Η ομορφιά μπορεί να καταστρέψει, όπως περίπου λέει το μότο του YvesBonnefoy –Cellequiruinel’ êtrelabeauté– που προτάσσει ο ποιητής στη συλλογή.
Εδώ, σ’ αυτή τη συλλογή, συμβαίνει κάτι παράξενο. Το πρώτο ποίημα έχει τον τίτλο «Επίλογος», σαν να μπαίνουμε σε μια ιστορία από το τέλος. Σαν να κοιτάμε το πράγμα όχι από τη φωτεινή, αλλά από τη σκοτεινή του πλευρά. Σαν να κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.
Και πάλι θα αναφερθώ στον Πενθέα, γιατί και πάλι ο ποιητής προσφέρει σε μυστικό δείπνο τα μέλη του στις Βάκχες. Όπως και ο άλλος ομότεχνός του, ο μουσικός Ορφέας, που σπαράχτηκε και τα μέλη του σκορπίστηκαν στο πέλαγο. Και οι μύθοι κρύπτουν νουν αληθείας, λέει ο Κάλβος.
Και ο «νους» της «αληθείας» συνίσταται στο ότι το ποίημα, όπως και κάθε τι καλό στον κόσμο, απαιτεί θυσία και πάλη με το τέρας. Κι ο Κουτσούνης μπαίνει στη δοκιμασία να παλέψει με το τέρας, την ποίηση δηλαδή, που μεταμορφώνεται με τα διάφορα προσωπεία της σε ερωτική και προκλητική γυναίκα, καθημερινή και μυθική, διεκδικώντας κομμάτι από τη σάρκα του. Ο αγώνας για την κατάκτηση της ποίησης, όπως και του έρωτα, «έργον ατελεύτητον» κατά τον Ανδρέα Εμπειρίκο, μοιάζει με αχόρταγη και αδηφάγα ερωτική πάλη.
 
[…]
και τ’ αγκίστρι σου χταπόδι                                                                          
σφίγγοντας στα πλοκάμια του
το βλέμμα μου
                         καθώς άδειαζε από φως
για να πληρωθεί την τρομερή ομορφιά
των ποιημάτων σου
                                  («Απόσταγμα»)
 
Κι ακόμα μοιάζει με αδηφάγο και σπαρακτικό θάνατο, που οργώνει τα σπλάχνα σε ολονυκτία δραματική, από την οποία ποίημα και ποιητής βγαίνουν ακρωτηριασμένοι. Ο ποιητής σαν τον Ιακώβ παλεύει όλη νύχτα με τον άγγελο κι η πάλη αυτή είναι η δύναμή του. Πώς αλλιώς να το ορίσει κανείς αυτό το ποίημα-γεγονός παρά ως σάρκα εκ της σαρκός του, οστούν εκ των οστών του; Μια Εύα που αποσπάστηκε από το πλευρό του Αδάμ και άφησε έντονα τα σημάδια της πληγής. Το ποίημα είναι λεία από τις δαγκωνιές του αόρατου, ελεύθερο και δικό του συνάμα.
Η δημιουργία του ποιήματος επιπλέον μοιάζει με τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και με τη γέννηση του ανθρώπου. Αγώνας και αγωνία, οδύνη και ηδονή διαπλέκονται. Το ποίημα είναι δεμένο με ομφάλιο λώρο στο δημιουργό του· πίνει από το αίμα του, ρουφάει από την πνοή του, κλέβει από τη δύναμή του, στοιχειώνει τα όνειρά του, σπαράζει τα σωθικά του, ζητεί να αποσπαστεί από τον αμνιακό σάκο, να γεννηθεί.
 
συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι                                                      
όπως το έμβρυο στην κοιλιά
 
προτού διψάσω για οξυγόνο
ανασαίνω τα νερά                                                                 
του αμνιακού μου σάκου
 
τρέφομαι με τις σάρκες μου
καταβροχθίζω τις ασχήμιες               
τα περιττά κιλά
ώσπου η όρασή μου                                                                          
να ευφρανθεί στον καθρέφτη                                                           
της αυταρέσκειάς μου             
                                                         
μεστώνω στο σκοτάδι                               
                                         
έτοιμος να γεννηθώ                                                               
στο φως των ματιών σου                              
                                         («Τοκετός»)
 
Για να κατακτήσει λοιπόν ο ποιητής την ποίηση γίνεται κλέφτης, ωτακουστής, νυχτοφύλακας του ωραίου και του ασύλληπτου, μέχρι κάποια στιγμή να καταφέρει να κερδίσει ψίχουλο από τον ουρανό της ομορφιάς.
Βέβαια, το «Ποίημα» είναι «το ανέκφραστο»,
          
αγέρωχο πάντα διαφεύγει
μεσ’ απ’ τα χέρια του ποιητή·
          
μοιάζει με το γεφύρι της Άρτας :
       
[…]
κι εγώ ενεός
έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι
                     («Του γιοφυριού της ποίησης»)
 
Όποιος συστηματικά παρακολουθεί την πορεία του Στάθη Κουτσούνη εύκολα αναγνωρίζει πως ο ποιητής δεν μετακινήθηκε από το στόχο του. Παραμένει πιστός στο πόστο του, καιροφυλακτεί την ομορφιά –την ποίηση– για να της αποσπάσει από το μεγάλο καρβέλι το δικό του μερίδιο, να αποσπάσει από την Κυρά Πούλια τη δική του μικρή Μάγια, να κρυφοκοιτάξει στα άδυτα του παραδείσου, να κατεβεί στον Άδη, να φέρει την Ευρυδίκη στο φως, να κονταροχτυπηθεί με τον δράκοντα και να γεννήσει το στίχο. Το πρωί, εξουθενωμένος από την ολονύκτια πάλη και την ερωτική ολονυκτία, θα κοιμηθεί ως Ενδυμίων, που η Σελήνη τον φίλησε κι αυτός παρέμεινε ωραίος.
 
Ανθούλα Δανιήλ
[περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σελ. 675-679]

Εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Στάθη Κουτσούνη
 
O Στάθης Κουτσούνης ανήκει στη γενιά του 1980, γνωστή και σαν ποιητική γενιά του Ιδιωτικού Οράματος. Έχει στο ενεργητικό του μέχρι σήμερα (Οκτώβρης 2003) τρεις ποιητικές συλλογές:
Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, Υάκινθος, 1987, Τρύγος αιμάτων, Σμίλη, 1991 Παραλλαγές του μαύρου, Δελφίνι, 1998

***

Ι

   ………

πλένει τις λέξεις

στο σκοτάδι τις τεντώνει

τις απλώνει στον ήλιο

να ζωντανέψει το ξεραμένο αίμα

να κερδίσουν τα πράγματα

την ελευθερία τους

Στ. Κουτσούνης

Ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης κουβαλάει στ’ αμπάρια του ένα βαρύ φορτίο: το πηγαίο τάλαντο και το βαθύ μεράκι για την ποίηση. Άμα προσθέσεις στο μείγμα και την όσφρηση που διαθέτουν οι ιχνηλάτες των οραμάτων, τότε καταλαβαίνεις γιατί οι περαματάρηδες του μαύρου πατώντας φουλ το γκάζι τρυγάνε τα σπλάχνα της ποίησής του.
Η ποίηση ζυμώνεται με το προζύμι της λέξης και τη μαγκιά της ιδέας. Και ο Στάθης Κουτσούνης υπηρετεί με πυρετό και αφοσίωση και τις δύο προϋποθέσεις. Για τον Κουτσούνη οι λέξεις είναι «ελευθερωμένα πουλιά που φεύγουν στο άπειρο», άλλοτε «τις καταβρέχει με βενζίνη για να τις κάψει» –κι από τη φωτιά τους να καεί κι αυτός και ο αναγνώστης. Οι λέξεις, αυτές οι περιούσιες, «γίνονται ψαροκόκαλα που μπήγονται βαθιά στον ουρανίσκο», «ματωμένες, ελλοχεύουν στον επόμενο σταθμό να δραπετεύσουν». Λέξεις άγραφες, άφατες, άγνωστες, ωραίες, καθημερινές, ψάχνονται κι αλλάζουν νόημα εκτροχιάζοντας το τρένο της ποίησης αιρετικά, για να βρει τον πραγματικό της προορισμό στους σταθμούς της ευαισθησίας και της συγκίνησης. Έτσι ο ποιητής τρυπώνει στις σπηλιές του ανείπωτου, στα μυστικά του άρρητου:
 

είδα τη μάνα μου γυμνή

 λίγο πριν να με γεννήσει

οχιές ζευγάρωναν στα σπλάχνα της μ’ αγγέλους

από το μαύρο της βυζί έπεφτε πριονίδι

          ο χρόνος

και πάνω στην κοιλιά της

η θάλασσα

      η θάλασσα

             η ατεκμηρίωτη

Το ποιητικό φως, ατρύγητο και λησμονημένο, το βρίσκει ο ποιητής στο σώμα, στο σώμα του, στο σώμα μας. «Καταιγίδα το φως πλημμυρίζει το σώμα του». Είναι το άλλο φως που, ασύδοτο και καρποφόρο, τρυγάει την αμαρτία και ευφραίνεται, ρουφάει το οξυγόνο της ελευθερίας και γίνεται πουλί πετούμενο.
Ο Στάθης Κουτσούνης, όπως έγραψαν ο Νίκος Χουρδάκης και ο Γιάννης Κουβαράς, διαθέτει «μια σωματική αίσθηση της γλώσσας». Γι’ αυτό οι λέξεις του «λεπιδορροούν» σαν διαμάντια κι άλλοτε υψώνονται «φεγγαροδρέπανα» στα αλώνια της ποίησης –μυστηριακά, αγαπημένα:
 

   ………

δεν είναι το πρόσωπό σου

το αίμα είναι και το σώμα

του θεού τεμαχισμένο

πάνω στο λευκό σεντόνι

κι όταν σου μοιάζει πολύ

το ποίημα

εξανεμίζεται

Το άγιο σώμα είναι παιδί του, φωτιά που περπατάει, παίρνει μυρουδιά και γεύση από θεό, αποπνέει αλκή και αλγηδόνα, φρεσκοπλυμένος χάλυβας γυαλίζει στις κλειδώσεις, αίρεται.
Μ’ αυτό το φθαρτό και πολύπαθο σώμα ο Κουτσούνης εξαργυρώνει τα πάθη του, τον τυφώνα έρωτά του:
 

    ………

θηρίο που σπέρνεις πανικό

τις νύχτες στην ψυχή μου

     ………

θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου

     ………

θηρίο με μάτια ηλεκτρονικά

γεννήτρια του άγχους μου

της οργής και του πάθους

     ………

θηρίο θηρίο λαχτάρα μου

έρωτα

θηρίο

Ο Κουτσούνης παίζει την ποιητική του αξιοπιστία ρεφάροντας στο πιο πολύτιμο, ευάλωτο και μαλακό σημείο του σώματος, την κοιλιά. Τα σπλάχνα που κρύβει μέσα της μεταμορφώνονται στο μυστηριακό και κοσμοκεντρικό εμβληματικό στοιχείο της ποίησής του, «με λέξεις τρυπωμένες στο αίμα», λέξεις που καθαγιάζουν «ιερά και όσια», τον θεϊκό και ανυπόταχτο έρωτα:

 

………

μ’ έπνιγες και στον πνιγμό μου πνιγόσουνα

κι αργά αργά γινόμαστε

καμένα σπίτια που σβήνουν

και σύννεφα καπνού βγάζουν ακόμη

Πώς να μη σε «σκαρφαλώνει στον ουρανό» ο Έρωτας, πώς να μη σε βυθίζει στον αφανισμό;

   ………

Αν σε σκοτώσω θα γίνεις δέντρο

     ………

Αν μείνεις ζωντανή θα σε μεταμορφώσω

Όταν σ’ απαγχονίζω

Στην καρδιά μου κουρνιάζουν νυχτερίδες

«Η ποίηση του Σ.Κ., γράφει εύστοχα και διαφωτιστικά ο Γιάννης Κουβαράς, είναι σπουδή σπλαχνομαντείας, οιωνοσκοπία πάνω στην ιερότητα των σπλάχνων. Διερμηνεύει όπως οι τυφλοί μάντεις τους σπασμούς τους, αποκωδικοποιεί τις αέναες κινήσεις τους, αναγιγνώσκει την ιερογλυφική τους. (…) Τα σπλάχνα, έδρα της ψυχής και της δύναμης του ανθρώπου, σύμφωνα με τις δοξασίες των αρχαίων, φωτίζονται με άπλετο ποιητικό φως, ενώ μέχρι τώρα ήταν μια περιοχή ανεξερεύνητη σε μεγάλο βαθμό ποιητικά».

ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου

τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα

στριφώνει το πετσί με σύρμα

ακάματα σφυρηλατεί το κρέας

ατσαλώνει τα οστά

κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου

κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου

κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται

άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ

φορτίο βαρύ

ατίμητο

Ο Κουτσούνης χτύπησε φλέβα στη θεματολογία της ελληνικής ποίησης. Την καλλιέργησε, βρήκε παράπλευρες οδούς, ποιητικά καινούργια λημέρια. Και πάντα τον βασανίζει η ποιητική δημιουργία σε βάθος, δημιουργικά. Είναι η ατελέσφορη έγνοια ενός γνήσιου ποιητή που ψάχνει –κι αυτή η ακοίμητη φροντίδα, άμεσα και ευθύβολα, γίνεται ποίημα:          

απεγνωσμένα πάλευα

να γράψω επιτέλους το ποίημα

κι εκείνο με πείσμα

μ’ έγραφε

στ’ αρχίδια του

Κι ακόμα:

οληνύχτα χτυπιόμουν μ’ ένα ποίημα

με πήρε ο ύπνος ξύπνησα

στο ακρωτηριασμένο σώμα μου

ακρωτηριασμένο χόρευε το ποίημα

***

ΙΙ

Φυσάει, και λιγοστεύει ο κόσμος. Φυσάει

φυσάει και μεγαλώνει ο άλλος· ο θάνατος

ο πόντος ο γλαυκός κι ατελεύτητος

ο θάνατος ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.

Οδ. Ελύτης

Ο Στάθης Κουτσούνης στην τελευταία του ποιητική συλλογή Παραλλαγές του μαύρου (1998, Δελφίνι), κρατώντας εν μέρει τη γνώριμη θεματογραφική του πλεύση, οργανώνει με μαστοριά και πρωτοτυπία ένα πλούσιο υλικό γύρω από το γεγονός του θανάτου.
Είκοσι εφτά ποιήματα ανοίγουν πόρτες και παράθυρα με κατάνυξη αιρετική και ευσύνοπτη δυναμική σε άλλους ορίζοντες.
Η εξ αποκαλύψεως τελετή της διαδικασίας του θνήσκειν, «το τελευταίο κλικ» στο σκοτεινό πέρασμα, πραγματοποιείται ποιητικά ως παράσταση αρχαίας Τραγωδίας, πάντοτε με διακριτικό παρόντα τον παντοδύναμο Έρωτα, του οποίου το ιερό ρίγος αστράφτει στην ανολοκλήρωτη ζεύξη, στο ελλείπον θαύμα.
Το ποιητικό πανηγύρι του Κουτσούνη γύρω από το θέμα του θανάτου το στήνει ένα φανταστικό ολόκληρο κινηματογραφικό συνεργείο που αποτυπώνει τελετουργικά στο σελιλόιντ της αιωνιότητας τη μετάσταση, με ακρίβεια που κρύβει την απόγνωση, αλλά δεν μπορεί να μη φανερώνει την έξαψη, στις στιγμές όπου μια συνεχής περιδίνηση, ένα «vertigo», κανοναρχεί την ακατάσχετη αίσθηση ενός πανικού, την άτακτη φυγή.
Πρωταγωνιστής το ίδιο «πρόσωπο» με διαφορετική κάθε φορά persona. Η Κόμισσα με τα ψηλά τακούνια, ο Χασάπης, ο Παίχτης, το Κουστούμι, ο Χωροφύλακας, η Χοντρή, η Μαμή, το Μαχαίρι κ.λ.π. είναι οι μάσκες του Μαύρου Εξολοθρευτή που, πάντα, στο τέλος κερδίζει χωρίς αντίπαλο το παιχνίδι, το μεγάλο στοίχημα:
 

   ………

ο παπατζής ποντάρισε όλα τα χρήματα

το ρολόι

  το δαχτυλίδι

          το πουκάμισο

ασυγκράτητος ο άλλος σαρώνει τα πάντα

και τώρα το κεφάλι σου φωνάζει

όλα με το κεφάλι σου

εντάξει λέει αλλά ο Παίχτης ξανακερδίζει

κάνει ένα χραπ και του το παίρνει

σαν πεντοχίλιαρο πάνω απ’ τον πάγκο

Στους στίχους κυριαρχεί ατμόσφαιρα δέους, στους δε καταληκτικούς συμβαίνει και επέρχεται πάντοτε η κάθαρση. Ο αναγνώστης εγκλωβίζεται στο μυστήριο του συντελεσμένου, η απροκάλυπτα εξοντωτική εξουσία του δυνάστη Μακελάρη πάνω στους ζωντανούς νεκρούς παγώνει τον ανίσχυρο θεατή, που χάνεται σε τοπία ζόφου και ερέβους.

  ………

η Χοντρή με τα μαύρα φτερά

βγάζει μια τσιριχτή κραυγή

κι αρχίζει να με τρώει

στο στομάχι της κυλούν

οι μέρες και πεινάω

και χάφτω τα συκώτια της

κατόπι με ξερνάει συρρικνωμένο

   ………  

κι αλλού:

                             ………

μια πάχνη τυλίγει το χασάπικο

και σε λίγο από μέσα ο Μακελάρης

με τα σπλάχνα στους ώμους

ανεβαίνει βολίδα στον ουρανό

Ο θάνατος, το σκοτεινό, παράλογο όσο και σκανδαλώδες γεγονός, παραμένει πάντα η μάταιη και σκοτεινή συνομιλία με το άβατον και αμετάκλητο. Ο απών κατοικεί «δυτικά της λύπης», ακαταμάχητα απροσπέλαστος, εκεί όπου ο αθέατος σκηνοθέτης κινεί τα νήματα, αιώνες τώρα. «Ποιος, πλην του θανάτου μας διεκδικεί;», βάζει τη βούλα του ο Ελύτης –και το ερώτημα δεν περιμένει την απάντηση, κι ας μας παρηγορεί ο Επίκουρος: «όσο υπάρχουμε εμείς ο θάνατος είναι μακριά». Μακριά είναι νυχτωμένος! Ο Πλάτων είπε κάτι σαν ορισμό: «θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα» –και την έκανε.
Εξωραϊσμοί τύπου «η υποταγή και η οικείωση με τον θάνατο θεωρούνται ως πλήρωση της ζωής», της έξοχης Ζωής Καρέλλη, πόσο ασήμαντα και φαιδρά ακούγονται όταν «χτυπά η πόρτα του στάβλου και μπαίνει ο Χασάπης», τι αίσθηση του μεγάλου χαμού όταν «και το λίγο ξερό χορτάρι της / με βουλιμία το πολιορκούσε // το Μεγάλο Σκουλήκι» –όπως γράφει ο Κουτσούνης.
Μπροστά στο δραματικά ανυπόταχτο τείχος, έχουμε την ανθρώπινη διαμαρτυρία του Αντώνη Φωστιέρη που διατυπώνεται στο ποίημα «Το θα και το να του θανάτου» της ομότιτλης συλλογής:
 

Όμως δε γίνεται, θα υπάρχει κάπου μια μικρή δικαιοσύνη να εξηγεί

με ποιες προθέσεις φεύγει ένας άνθρωπος

με πόσα θα και πόσα να που ψιθυρίζει ο θάνατος

σβήνει ασυλλόγιστα ολόκληρη ζωή.

Ο Κουτσούνης κατέγραψε την αιματηρή περιπέτεια για το μεγάλο και αγύριστο ταξίδι με την καθαρά προσωπική του οπτική, λιτά και με θέρμη, έκανε ποίηση ουσίας. Δικαίωσε την άποψη του Τάσου Λειβαδίτη για την ποίηση, άποψη που μέσα της ανασαίνει το μαράζι και το όνειρο κάθε ποιητή: «Ίσως ολόκληρη η ποίηση να είναι αυτή η απάντηση που δεν ακούστηκε, και τη συμπλήρωνε ο στεναγμός του αγέρα κι η απαλή ερημιά του φεγγαριού».

Οκτώβρης 2003
 
Θανάσης Βενέτης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Διαπολιτισμός, 14 Ιανουαρίου 2004, (με τίτλο: Για τον Στάθη Κουτσούνη)
& περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 51-52, Άνοιξη 2005, σελ. 55-60]

[…]
Το συνολικό μέχρι σήμερα ποιητικό του έργο παρουσιάζει εξαιρετική ενότητα, θεματική συνοχή και γλωσσική ευκρίνεια. Τα ποιήματά του είναι ευανάγνωστα χωρίς να στερούνται ποιητικής οξύτητας. Κυρίαρχα γνωρίσματα είναι η ‘εικονοποιία της φρίκης’, η βία, η σύζευξη έρωτα και θανάτου. Οι καταβολές της ποίησής του ανιχνεύονται στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη, ποιητή που επηρέασε πολλούς ομοτέχνους του της νεώτερης γενιάς. Ωστόσο, μολονότι επίγονος, ο Στάθης Κουτσούνης καλλιεργεί με συνέπεια και εμμονή, από συλλογή σε συλλογή, το δικό του αναγνωρίσιμο ποιητικό ιδίωμα.
 
Άρης Μπερλής, δοκιμιογράφος, κριτικός, μεταφραστής
[Εισήγηση για την εισδοχή του Στάθη Κουτσούνη στην Εταιρεία Συγγραφέων,
30 Μαρτίου 2003]

Το Κόκκινο και το Μαύρο: μικρή "σπουδή" στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη
 
Ο Στάθης Κουτσούνης πρωτοεμφανίζεται στην ποίηση με την ιδιαίτερα καλαίσθητη συλλογή Σπουδές για Φωνή και Ποίηση (Ποιήματα 1979-1983), εκδ. Υάκινθος 1987. Το τομίδιο κοσμείται με την εικαστική σύνθεση του Σόρογκα “Αγκάθι με κόκκινο πανί”. Ακολουθούν οι κομψές ποιητικές συλλογές Τρύγος αιμάτων, εκδ. Σμίλη 1991 με κόσμημα εξωφύλλου του Σόρογκα, και Παραλλαγές του μαύρου, εκδ. Δελφίνι 1998 με σχέδιο εξωφύλλου του Αλέξανδρου Ίσαρη.
Ο Στάθης Κουτσούνης είναι κατεξοχήν ερωτικός ποιητής. Η ποίησή του “γεννιέται” όταν η λέξη διασταυρώνεται με τον έρωτα κι όταν η ερωτική απελευθέρωση συναντά την καλλιτεχνική δημιουργία. Κυρίαρχα γνωρίσματα του έργου του είναι ο έντονος ερωτισμός, η εκτεταμένη εικονοποιία της φρίκης, η συσχέτιση θανάτου και έρωτα και ορισμένες φορές η απόδοση της σεξουαλικής πράξης ως πράξης που εμπεριέχει βία. Ο σφοδρός χαρακτήρας του ερωτισμού του μας θυμίζει τον αιρετικό σουρεαλιστή Georges Bataille όταν γράφει ότι «αυτό που καθορίζει το πάθος είναι ένα φωτοστέφανο θανάτου» ή ότι «η ποίηση οδηγεί στο ίδιο σημείο με κάθε μορφή του ερωτισμού, στο αδιαχώριστο, στη σύγχυση των ευδιάκριτων αντικειμένων».
Οι καταβολές της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη ανιχνεύονται στο έργο του Μίλτου Σαχτούρη. Οι εφιαλτικές εικόνες, οι τερατογόνες μεταλλάξεις, η χρωματολογία (και ιδιαίτερα η εμμονή στο αιμάσσον κόκκινο, το μαύρο, το λευκό) είναι στοιχεία που παραπέμπουν στη σαχτουρική μυθολογία.
Η ποίησή του, χωρίς να είναι θεματικά ή συγκινησιακά δεμένη με την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα, μαρτυρεί την εξοικείωση του ποιητή με το φανταστικό, το δαιμονικό ή το αλλόκοτο και αντανακλά τον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, καθώς φαντασιώνεται ή εσωτερικεύει τα ερεθίσματα της πραγματικότητας.
Στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, ο ποιητής παρουσιάζεται κάτοχος των εκφραστικών του μέσων. Η γλώσσα του είναι μεστή, καλλιεργημένη και ώριμη, σοφά εμβολιασμένη με λόγια στοιχεία που θυμίζουν την καθαρεύουσα του Ανδρέα Εμπειρίκου (π.χ. στιλβηδών, ασπαίρουσα, αυλητρίδων, αλγηδόνα). Ο στίχος εντυπωσιάζει με τις παρηχήσεις, τον προσεγμένο ηχητικό συνδυασμό των λέξεων, με την εν γένει μουσικότητά του:
 

Ο ήλιος πάλλεται στων πελαργών τα πέλματα

Και λάμπει η λέξη στον ομφάλιο λώρο της ροής

                                                                    (σ. 22). 

 

Άλλωστε, η συσχέτιση ποίησης και μουσικής δηλώνεται από τον τίτλο της συλλογής ή από ορισμένους τίτλους ποιημάτων (“τρίηχα”, “πολύχορδα”, “παραλλαγές”, “διαπίστωση σε ατονική ελάσσονα”). Θυμίζουμε ότι στην κλασική μουσική η λέξη “σπουδή” δηλώνει την ενόργανη μουσική που αποβλέπει στην εξάσκηση της δεξιοτεχνίας του εκτελεστή. Πράγματι, η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη είναι μια δεινή etude. Ορισμένα ποιήματά του μπορούν να χαρακτηριστούν  “σπουδές” ύφους, γραφές “a la maniere de”. Έτσι, το ποίημα “η προδομένη” (σ. 49) παραπέμπει σαφώς στην ενότητα VI της “Λησμονημένης” του Μίλτου Σαχτούρη, ενώ τα ποιήματα “διάθλασις” (σ. 50) και “πορτραίτο” (σ. 52) παραπέμπουν στην “Ελεύθερη ένωση” του Andre Breton (Η εκφορά του λόγου, η μεταφορική συσχέτιση γυναίκας-φύσης μπορούν να θεωρηθούν κοινά γνωρίσματα των ποιημάτων του Κουτσούνη και του Breton). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποίημα “τα χρώματα της ίριδας” (σ. 55) το οποίο μιμείται τα “αυτοματικά” κείμενα της Υψικαμίνου του Ανδρέα Εμπειρίκου. Η αίσθηση της απουσίας λογικού ειρμού, η απουσία στίξης (ο Εμπειρίκος χρησιμοποιεί μόνο τελεία, ενώ ο Κουτσούνης καταργεί και την τελεία και χωρίζει τις προτάσεις με μικρά λευκά κειμενικά διαστήματα), ο πεζολογικός χαρακτήρας, η ορισμένη έκταση (γύρω στις δεκαπέντε αράδες), τα στοιχεία καθαρεύουσας (εσείοντο, επάλλοντο, παιδίσκη κ.ά) είναι γνωρίσματα που συνιστούν τη συνάφεια μεταξύ των κειμένων.
Στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση το ποιητικό υποκείμενο επιζητά τη μέθεξη στο γυναικείο σώμα, ενώ η, νεοτερική στη διατύπωσή της, εξύμνηση του σώματος, η αναζήτηση του ατρύγητου, λησμονημένου φωτός, η σχέση ποιητή και καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι ορισμένα από τα κύρια θέματα της συλλογής. Τόσο στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση όσο και στον Τρύγο αιμάτων δεν λείπουν οι ευθείες αποστροφές στη Μούσα και στην έμπνευση (βλ. αντίστοιχα σσ. 26 και 29). Ο θάνατος εξανθρωπίζεται, είναι “αχτένιστος”, “ξυπόλητος”, “αναρχικός” (σ. 28), “ερωτευμένος” (σ. 18). Αυτή η προσωποποίηση του θανάτου προαναγγέλλει τις αναζητήσεις της τρίτης ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη.
Στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση ο ποιητής αφιερώνει ένα ποίημα “εις αιδοίον” (σ. 39), στο οποίο υμνεί το γυναικείο φύλο με λεκτική και μεταφορική ευρηματικότητα. Πλάι στο “bonne-bouche” και “l’ appricot-fendu” του Henry Miller, στη “χοάνη των ηδονικών ωρών”, τη “λήκυθο αισθημάτων”, το “ηδύ αιδοίον” του Ηλία Πετρόπουλου, ο Κουτσούνης μιλά για “θηλειά για κάθε αυτόχειρα” (σ. 39) και αλλού για “όμορφο μαύρο περιστέρι” (σ. 23). Στον Τρύγο αιμάτων το αιδοίο θα γίνει “το τρίτο μάτι” (σ. 20), ακόμη και μια φοβερή vagina dentata: «κι ανάμεσα στα σκέλη ένα κουτάβι / έσκουζε βουρκωμένο / δείχνοντας τα μαύρα δόντια του» (σ. 23). Το γυναικείο φύλο είναι το κέντρο του ερωτισμού, υπέρτατο σύμβολο ζωής και θανάτου, αλλά και πηγή της ποιητικής δημιουργίας. Ο ποιητής παρουσιάζεται συχνά επίτοκος, να κυοφορεί το στίχο και το ποίημα: «Η λέξη χτύπαγε σαν έμβρυο μέσα μου / Ξαπλώνω ανάσκελα στο χώμα / Απλώνω τα χέρια μου και καρτερώ» (Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, σ. 45). Κι αλλού:
 

Κάτι φορές

Τα έμβρυα στ’ όνειρό τους

Πιάνουν τη φαντασία απ’ τα μαλλιά

Και τραγουδούν

Και χορεύουν

Και βγαίνουν πριν την ώρα τους

 

Κοίτα καλά ν’ ακούσεις θεατή

Τον ήχο της δραπέτευσής τους

                                      (σ. 36)

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην ποίησή του ο Στάθης Κουτσούνης επανέρχεται με μεγάλη συχνότητα στην εμπειρία του τοκετού, στις ωδίνες, στα έμβρυα, στη μαμή (βλ. και τα ποιήματα “εμβρυουλκία” και “μετατροπία” από τις Παραλλαγές του μαύρου, σσ. αντίστοιχα 14 και 18), ενώ σε ολόκληρο το έργο του η θάλασσα, το υγρό στοιχείο, διατηρεί την παραδοσιακή συμβολική του σύνδεση με τη μητρότητα, είναι το υπέρτατο σύμβολο της μήτρας:
 
Είδα τη μάνα μου γυμνή
λίγο πριν να με γεννήσει
(...)
και πάνω στην κοιλιά της
η θάλασσα
                   η θάλασσα
                                     η ατεκμηρίωτη
 
              (Τρύγος αιμάτων, σ. 30)

Στην ποιητική συλλογή Τρύγος αιμάτων ο ποιητής παρουσιάζει καταστάσεις βίας, φρίκης, κόλασης. Διάπυρες ύλες και μέταλλα, αίμα, γάλα κόκκινο που αναβλύζει, ο σατανάς που παίζει σαξόφωνο, κομμένα κεφάλια και τσακισμένα μέλη είναι ορισμένα από τα στοιχεία της ποιητικής μυθολογίας του Στάθη Κουτσούνη. Τα σωθικά που κρέμονται και τα σπλάχνα κρεμασμένα στον ουρανό είναι εικόνες που μας θυμίζουν τα σφαχτά του Rembrandt και του Soutine. Η ποιητική φαντασία επινοεί τέρατα όπως ο Μαύρος Αίλουρος:

 

(...)

τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες

οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα

πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος

και τα τρώει όλα

ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες

με τα φτυάρια οι εργολάβοι

κορμιά και σίδερα

στο αχόρταγο στόμα του χώνουν

                                                    (σ. 26)

 

Το αδηφάγο στόμα του Αίλουρου θυμίζει τα τεράστια οδοντωτά “σαγόνια της Κόλασης”, το θηριόμορφο “στόμα της Κόλασης” που καταπίνει τους αμαρτωλούς, έτσι όπως απεικονίζονται σε διάφορα χειρόγραφα και Ωρολόγια του Μεσαίωνα.
Για την «Αυτοκρατορία του Μαύρου / με τα τρομερά κι αναρίθμητα στόματα» θα μιλήσει ο ποιητής στην τρίτη ποιητική συλλογή του Παραλλαγές του μαύρου, η οποία συνιστά στιγμή απόλυτης ωριμότητας. Ο ποιητής στρέφεται προς το ποίημα με αφηγηματική ανάπτυξη. Στα περισσότερα ποιήματα δίνεται η εντύπωση της αφηγηματικής καταγραφής εφιαλτικών ενυπνίων, εντύπωση που ενισχύεται από τη συχνότατη χρήση ιστορικού ενεστώτα. Μέσω του ονείρου το ποιητικό υποκείμενο μεταβαίνει σε μια ζοφερή πραγματικότητα, υποβάλλεται σε απειλές και οδυνηρές εμπειρίες, διώκεται και τελικά ηττάται από το θάνατο. Ο Μαύρος Καβαλάρης του δημοτικού τραγουδιού παίρνει διάφορες μορφές, θηλυκές ή αρσενικές: είναι η Ντάμα, η Μαμή, η Χοντρή με τα μαύρα φτερά, ο Χασάπης, ο Γαμπρός με το μαύρο παπιγιόν, ο Ληστής, ο σπυριάρης κι αξύριστος Εργοδηγός, ο Τύπος. Σε κάθε περίπτωση εμφανίζεται ως απειλητική και μονίμως ελλοχεύουσα πραγματικότητα, ως ανελέητος διώκτης του ανθρώπου, και, βέβαια, ως τελικός θριαμβευτής στην άνιση αναμέτρησή του με τον αδύναμο άνθρωπο.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο “η πύλη” ο ποιητής δίνει περιγραφές της  “Αυτοκρατορίας του Μαύρου”, του βασιλείου των Νεκρών, για τις οποίες αντλεί στοιχεία από την ομηρική Νέκυια αλλά και από τη δημοτική παράδοση.
«Κάτω οι πεθαμένοι τσιρίζοντας» γράφει στο ποίημα “ο γάμος” (σ. 43), στίχος που απηχεί το «οι πολλοί περί βόθρον εφοίτων άλλοθεν άλλος / θεσπεσίη ιαχή» (λ, στίχ. 42-43) της Οδύσσειας. Ο υποχθόνιος κόσμος είναι το βασίλειο της θλίψης, του αιώνιου πόνου, της λήθης, της ερημιάς:
 

(...)

βλέπεις αυτή την τρύπα στο βάθος

μέσα βουίζουν οχιές γκαστρωμένες

με στόμα τοξικό και πεινασμένο

εδώ ζωντανός κανείς δεν περπατά

κανένας δεν διαβαίνει

ούτε δέντρα φυτρώνουνε

ούτε πουλιά πετάνε

το κρύο είναι βαρύ κι η υγρασία αφόρητη

σαν σπαστικά τρέμουν οι άσαρκοι

κι αν φτάσει κάποιος κατά δω

μια σκελετωμένη καρτερεί στην άκρη

και τον κερνάει αίμα πηχτό

τον τόπο του να λησμονήσει

(...)

                                                (σσ. 32-33)

 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
1. Georges Bataille, Ο Ερωτισμός, μετάφραση Μ. Χουλιάρα, Αθήνα, εκδ. Εντροπία 1981.
2. Άλις Κ. Τέρνερ, Η ιστορία της Κόλασης, μετάφραση Βασ. Αδραχτάς, Αθήνα, εκδ. Φιλίστωρ 1997.
3. Sarane Alexandrian, Ιστορία της Ερωτικής Λογοτεχνίας, μετάφραση Ν. Κούτση - Ιακ. Μαντάς, Αθήνα, εκδ. Π. Τραυλός - Ε. Κωσταράκη 1997.
4. Ηλία Πετρόπουλου, Ελύτης - Μόραλης - Τσαρούχης, Αθήνα, εκδ. Πατάκη 1998.
5. Georges Deveraux, Βαυβώ, το μυθικό αιδοίο, μετάφραση Γ. Τόλλιας, Αθήνα, εκδ. Ολκός 1989.
 
Τζίνα Καλογήρου
 [Πρακτικά Δέκατου ένατου Συμποσίου Ποίησης, Ρεύματα στη σύγχρονη ποίηση, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2-4 Ιουλίου 1999, Εκδόσεις περί τεχνών, Πάτρα 2001, σελ. 83-88]

     

 

© 2015-17 Στάθης Κουτσούνης | fb icon