Μελέτες

 

6A 
Σοφοκλέους, Φιλοκτήτης ● Αντιγόνη
Εισαγωγή: Στάθης Κουτσούνης
Μετάφραση: Χρίστος Τσάγκας
Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999
  

Το κείμενο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Γράφει ο Στάθης Κουτσούνης
 
 
Ι. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ   
                                       
Το Δράμα, θεατρικό - ποιητικό έργο προορισμένο για παράσταση και όχι για απλή ανάγνωση ή απαγγελία, αποτελεί απαράμιλλο δημιούργημα του αρχαίου ελληνικού κόσμου και πολιτισμού. Πρόκειται για σύνθετο είδος, στο οποίο έχουν ενοποιηθεί σε αρμονική ενότητα ο λόγος, η όρχηση και η μουσική. Προήλθε από τα θρησκευτικά δρώμενα και συνδέθηκε από την αρχή με τη λαμπρότερη εορτή του Διονύσου, τα Μεγάλα ή εν άστει Διονύσια, που είχαν εξέχουσα θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δώσει στις θρησκευτικές εκδηλώσεις τους δραματικό χαρακτήρα, μορφή δηλαδή παράστασης.
Τα είδη του Δράματος είναι τρία: η τραγωδία, η κωμωδία και το σατυρικό δράμα.
Η τραγωδία είχε σίγουρα θρησκευτική προέλευση. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι προήλθε από των εξαρχόντων τόν διθύραμβον. Ο διθύραμβος ήταν ένα χορικό εγκωμιαστικό άσμα, που έψαλλε προς τιμή του Διονύσου χορός μεταμφιεσμένων συνήθως λατρευτών γύρω απ’ το βωμό του θεού, σε κατάσταση ιερής μανίας και έκστασης. Εξάρχοντες λέγονταν οι πρωτοτραγουδιστές, αυτοί δηλαδή που άρχιζαν το τραγούδι, το οποίο επαναλάμβανε ο χορός.
Πρώτος ο Αρίων ο Μηθυμναίος, που στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. είχε εγκατασταθεί στην αυλή του Περίανδρου, τυράννου της Κορίνθου, συνετέλεσε στη μετάβαση από το διθύραμβο στην τραγωδία, δίνοντας καλλιτεχνική υπόσταση στις αυτοσχέδιες και άτεχνες χορευτικές γιορτές που οργανώνονταν για να τιμηθεί ο Διόνυσος. Τους διθυράμβους του Αρίωνα εκτελούσε χορός 50 ανδρών υπό την καθοδήγησή του, σε στίχους και μουσική που συνέθετε ο ίδιος. Το καθοριστικό βήμα όμως το έκανε ο Θέσπις από την Αττική στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Η καινοτομία στην οποία προχώρησε ήταν ότι ξεχώρισε τον εξάρχοντα από την ομάδα του χορού, τον οποίο και ταύτισε πλέον με το πρόσωπο που υποδυόταν, κι έτσι άρχισε η μεταξύ χορού και υποκριτή δράση. Επιπλέον, οι λόγοι του υποκριτή στο διάλογό του με το χορό ήταν στίχοι που απαγγέλλονταν και δεν ήταν όμοιοι μ’ εκείνους της μελωδίας του χορού. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα πρώτα θεατρικά στοιχεία και διευκολύνθηκε η παρουσίαση του μύθου μέσα από διάλογο και αφήγηση.
Με την πάροδο του χρόνου τα διαλογικά - θεατρικά στοιχεία διευρύνθηκαν, ενώ ο ρόλος του χορού περιοριζόταν, μέχρι που κατέληξε να τραγουδάει άσματα άσχετα με τον Διόνυσο, κι έτσι η τραγωδία έπαιρνε την οριστική της μορφή ως θεατρικό είδος.
Πολυθρύλητος είναι ο ορισμός που δίνει ο Αριστοτέλης για την τραγωδία στο περίφημο έργο του Περί Ποιητικης (1449b-24 κ.ε.): Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καί τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδων εν τοις μορίοις, δρώντων καί ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου καί φόβου περαίνουσα τήν των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.
Ο όρος τραγωδία προέρχεται ετυμολογικά από τις λέξεις τράγος + αείδω. Η σημασία του δεύτερου συνθετικού είναι αυτονόητη. Το πρώτο συνθετικό μπορεί να δικαιολογηθεί: ή από τον τράγο που προσφερόταν ως έπαθλο στους νικητές των πρωιμότερων αγώνων ή από τις δορές τράγων που φορούσαν οι χορευτές των παραστάσεων ή ακόμη από τον τράγο που θυσίαζαν στα πλαίσια των παλαιότερων αγροτικών ιεροτελεστιών, από τις οποίες εξελίχθηκε η τραγωδία. Και οι τρεις εκδοχές είναι κάπως αυθαίρετες και χωρίς ισχυρή επιστημονική στήριξη.
Οι παραστάσεις των τραγωδιών συνδέονταν με το θέατρο του Διονύσου στη νότια πλευρά της Ακρόπολης. Είχαν χαρακτήρα αγωνιστικό (δραματικοί αγώνες), γιατί αναδεικνύονταν και βραβεύονταν τα καλύτερα έργα. Τα θέματα των τραγικών μύθων αντλούσαν οι ποιητές κυρίως από τη μυθολογία και την ιστορία. Οι τρεις μυθικοί κύκλοι ήταν ο θηβαϊκός, ο αργοναυτικός και ο τρωικός. Βασικός συντελεστής της παράστασης ήταν ο ποιητής, ο οποίος σε κάθε δραματικό αγώνα δίδασκε τρεις τραγωδίες κι ένα σατυρικό δράμα. Ο ποιητής είχε πολλαπλούς ρόλους: ήταν ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο μουσικοσυνθέτης, ο χορογράφος, ο σκηνογράφος και τουλάχιστον στα πρώτα δράματα και ο ερμηνευτής. Τη δαπάνη για τη διδασκαλία κατέβαλλαν πλούσιοι Αθηναίοι, οι χορηγοί. Οι παραστάσεις είχαν προσλάβει χαρακτήρα εθνικό και τις παρακολουθούσε σύσσωμος ο δήμος. Το κράτος μάλιστα είχε φροντίσει να χορηγήσει στους άπορους πολίτες το αντίτιμο των εισιτηρίων (θεωρικά). Επί τρεις ημέρες οι Αθηναίοι ζούσαν την ένταση των δραματικών αγώνων, η ατμόσφαιρα των οποίων ήταν πιο κοντά στη θρησκευτική τελετή παρά στο ψυχαγωγικό θέαμα.
H τραγωδία είναι ένα ιστορικό γεγονός στενά συνδεδεμένο στο χώρο και στο χρόνο με τις συγκεκριμένες  κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες της πόλης - κράτους της Αθήνας του 5ου αι. π.Χ. Ο μύθος εξετάζεται από τη ματιά του πολίτη, εξετάζεται όμως και η ίδια η πολιτεία σε ορισμένες από τις βασικές αρχές της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τραγωδία είναι η ίδια η πόλη, που γίνεται θέατρο και παίζεται μπροστά στους πολίτες της. Βέβαια ο ήρωας του μύθου δεν είναι πια ένα ‘πρότυπο’, όπως στο έπος ή στη λυρική ποίηση, αλλά ένα ‘πρόβλημα’ - περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η τραγωδία έθεσε ζητήματα σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη. Με την κάθαρση που προκαλεί η τραγωδία, οι θεατές - πολίτες, ζώντας έντονα τον ανθρώπινο μύθο μέσα στο τραγικό μεγαλείο του έργου, ανακουφίζονται και ηρεμούν ψυχικά, γιατί διαπιστώνουν είτε την ηθική νίκη του τραγικού ήρωα ή την αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Μ’ αυτόν τον τρόπο και μέσα από τη μαγεία της τέχνης λυτρώνονται και γίνονται ελεύθεροι και ανώτεροι άνθρωποι.
Τρεις ήταν οι μεγάλοι τραγικοί της αρχαιότητας, που λάμπρυναν με το έργο τους τον 5ο π.Χ. αιώνα: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης.
Ο Αισχύλος (525 - 456 π.Χ.) έγραψε 90 τραγωδίες, από τις οποίες σώζονται οι επτά: Πέρσαι, Ικέτιδες, Επτά επί Θήβας, Προμηθεύς δεσμώτης καιη τριλογία Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες). Η ποίησή του είναι γεμάτη από φιλοπατρία, βαθιά θρησκευτικότητα και φιλοσοφική σκέψη. Η τραγική μοίρα των ανθρώπων αποκαλύπτεται στο έργο του μέσα από τη σύγκρουσή τους με το θείο. Από τις σημαντικότερες καινοτομίες του ήταν η εισαγωγή του δεύτερου υποκριτή, η ελάττωση της έκτασης των χορικών, η μείωση των μελών του χορού από 50 σε 12 και η ενιαία υπόθεση των τριλογιών.
Ο Ευριπίδης (485 - 406 π.Χ.) έγραψε 92 δράματα, από τα οποία διασώθηκαν 18 τραγωδίες: Άλκηστις, Μήδεια, Ηρακλειδαι, Ιππόλυτος, Ανδρομάχη, Εκάβη, Ικέτιδες, Ηρακλής, Τρωάδες, Ηλέκτρα, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ελένη, Ίων, Φοίνισσαι, Ορέστης, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Βάκχαι, Ρησος, και ένα σατυρικό δράμα: ο Κύκλωψ. Ο Ευριπίδης υπήρξε νεωτεριστής. Στο έργο του τα ανθρώπινα πάθη αναλύονται με φιλοσοφική διάθεση, οι παραδόσεις αντιμετωπίζονται ορθολογιστικά, οι θεσμοί κρίνονται και αμφισβητούνται. Οι ήρωές του είναι εντελώς ανθρώπινοι με πάθη και αδυναμίες, χωρίς καμία εξιδανίκευση. Είναι ο τραγικότερος των ποιητών και χαρακτηρίστηκε από σκηνής φιλόσοφος. Από τις βασικότερες καινοτομίες του είναι οι μακροί πρόλογοι, στους οποίους δεν εκτίθεται η αρχή της δράσης αλλά η προϊστορία της, η εισαγωγή του από μηχανής θεού για τη λύση της δραματικής πλοκής, ο περιορισμός της έκτασης των χορικών και η χαλάρωση της σύνδεσής τους με το θέμα των επεισοδίων.
 
II. ΣΟΦΟΚΛΗΣ, Ο ‘ΚΑΘΑΡΟΣ’ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
 
Ο Σοφοκλής γεννήθηκε γύρω στο 497/96 π.Χ. στον Ίππιο Κολωνό της Αθήνας, στην οποία και πέθανε το 406 π.Χ. σε ηλικία 90 ετών - κατά μια μαρτυρία από υπερβολική χαρά μετά την τελευταία του νίκη σε δραματικούς αγώνες (ότε νικων εκηρύχθη, χαρα νικηθείς εξέλιπε). Ήταν ο δεύτερος από τους τρεις μεγάλους τραγικούς της κλασικής περιόδου, σύγχρονος με τους άλλους, αλλά νεότερος από τον Αισχύλο και πρεσβύτερος από τον Ευριπίδη.
Πατέρας του ήταν ο Σόφιλλος, εύπορος χαλκουργός, ο οποίος, λόγω και της οικονομικής του άνεσης, φρόντισε να δώσει στον Σοφοκλή καλή και ολοκληρωμένη αγωγή. Δάσκαλό του στη μουσική και την όρχηση είχε τον φημισμένο μουσικοδιδάσκαλο Λάμπρο. Η πνευματική και ψυχική του καλλιέργεια, η χάρη και η γοητεία του, καθώς επίσης και τα σωματικά του προσόντα τον κατέστησαν πρότυπο ολοκληρωμένου πολίτη των κλασικών χρόνων. Ήδη σε ηλικία 15 ετών επελέγη κορυφαίος του χορού των εφήβων κατά τον εορτασμό της συντριβής του Ξέρξη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Σύζυγός του αναφέρεται η Νικοστράτη, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Ιοφώντα, κι απ’ αυτόν έναν εγγονό, τον Σοφοκλή. Παράλληλα είχε συνάψει σχέση και με τη Θεωρίδα από τη Σικυώνα, η οποία του γέννησε έναν ακόμη γιο, τον Αριστίωνα.
Ο Σοφοκλής ήταν αφοσιωμένος στην αθηναϊκή πολιτεία (φιλαθηναιότατος) και διακρινόταν για την ευσέβειά του προς τη θρησκεία και τους κοινωνικούς θεσμούς. Υπήρξε προσωπικότητα δημοφιλής, είχε πολλούς φίλους και συνδέθηκε με εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής του, όπως τον Κίμωνα, τον Ηρόδοτο, τον Περικλή και άλλους. Συμμετέσχε ενεργά στα πράγματα της πολιτείας αναλαμβάνοντας κατά καιρούς ποικίλα καθήκοντα. Το 443/42 π.Χ. εξελέγη πρόεδρος των ελληνοταμιών (της επιτροπής που διαχειριζόταν τους φόρους που κατέβαλλαν τα μέλη της Αθηναϊκής συμμαχίας) και το 441/40 π.Χ. στρατηγός, μαζί με τον Περικλή, στον Σαμιακό πόλεμο. Το 413 π.Χ., σε ηλικία 83 ετών, διετέλεσε πρόβουλος (πρόβουλοι ονομάζονταν τα μέλη  της επιτροπής που ανέλαβε εκτάκτως εξουσίες για την ανόρθωση της Αθήνας μετά τον όλεθρο του αθηναϊκού στρατού στις Συρακούσες).
Στην τραγική τέχνη μυήθηκε από τις τραγωδίες του Αισχύλου, από τον οποίο απέσπασε και την πρώτη του νίκη στους δραματικούς αγώνες που έγιναν στα Διονύσια του 468 π.Χ., όπου και εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Έλαβε μάλιστα το βραβείο από τον Κίμωνα, που μόλις είχε επιστρέψει από τη νικηφόρα εκστρατεία εναντίον των Περσών.
Λέγεται ότι έγραψε συνολικά 123 έργα για τις δραματικές εορτές, στις οποίες συμμετείχε περί τις 30 φορές. Πιθανόν να κέρδισε 20 ή και 24 νίκες, έναντι 13 του Αισχύλου και 4 του Ευριπίδη, και δεν κατέλαβε μάλλον ποτέ θέση κατώτερη από τη δεύτερη.
Από το σύνολο του έργου του σώζονται ακέραιες επτά μόνο τραγωδίες και 400 περίπου στίχοι ενός σατυρικού δράματος σε πάπυρο της Οξυρρύγχου με τίτλο Ιχνευταί ή Ιχνευταί σάτυροι. Οι επτά πλήρεις τραγωδίες είναι έργα της ωριμότητάς του και είναι κατά χρονολογική σειρά οι εξής: Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης, Οιδίπους επί Κολωνω.
Στο έργο του Σοφοκλή κυριαρχεί το πρόβλημα της ηθικής τάξης. Κέντρο του τραγικού του σύμπαντος είναι ο άνθρωπος. Για να κριθούν οι ανθρώπινες πράξεις χρειάζεται να αναζητηθούν τα βαθύτερα κίνητρα και η εσωτερική διάθεση των προσώπων που τις διέπραξαν. Η αλήθεια αποκαλύπτεται στη σύγκρουσή της με την άγνοια.
Οι τραγωδίες του Σοφοκλή παρουσιάζουν λίγους χαρακτήρες, εντυπωσιακούς όμως για τη δύναμη και την αποφασιστικότητά τους. Οι ήρωές του, μέσα από τα προτερήματα ή τα ελαττώματά τους και σε συνδυασμό με κάποια συγκεκριμένα γεγονότα, οδηγούνται στην τραγική τους μοίρα με μεγάλη οικονομία, πυκνότητα και δραματική αποτελεσματικότητα. Δεν έχουν τις τιτανικές διαστάσεις των ηρώων του Αισχύλου, ούτε είναι καθημερινοί άνθρωποι, όπως συμβαίνει στον Ευριπίδη. Είναι γενναιότεροι από τον μέσο άνθρωπο και παλεύουν χωρίς καμιά βοήθεια, μέσα στη μοναξιά που επιβάλλεται από τον ηρωισμό και τη βούλησή τους. Η αλύγιστη δύναμη και η συναίσθηση ότι εκτελούν το καθήκον τους τους καθιστά μεγαλειώδεις και εξιδανικευμένους, οίους δει ειναι, σύμφωνα με την ηθική και αισθητική δεοντολογία. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι θεατές αναγνωρίζουν σ’ αυτούς τις δικές τους αρετές και τα δικά τους πάθη. Αντίθετα, τα δευτερεύοντα πρόσωπα εμφανίζονται διαφορετικά από τους ήρωες.
Οι βασικότερες καινοτομίες που επέφερε ο Σοφοκλής στην τραγωδία είναι οι εξής: α) Αύξησε τον αριθμό των υποκριτών από 2 σε 3, πράγμα που βοήθησε στην αύξηση του αριθμού των ρόλων αλλά και της ποικιλίας των μεταξύ τους σχέσεων. Έτσι διευρύνθηκε το φάσμα της δραματικής σύγκρουσης, η πλοκή έρεε με μεγαλύτερη άνεση και οι καταστάσεις έγιναν πιο σύνθετες. β) Αύξησε τον αριθμό των χορευτών από 12 σε 15, πράγμα που έκανε συμμετρικότερη την παράταξη του χορού (2 ημιχόρια από 6 μέλη, 2 αρχηγοί των ημιχορίων και ο κορυφαίος του χορού, ο οποίος μπορούσε έτσι να μεταβληθεί κατά κάποιον τρόπο και σε τέταρτο υποκριτή, επαυξάνοντας έτσι τις δυνατότητες του δραματικού διαλόγου). Παράλληλα μείωσε την έκταση των χορικών και αύξησε τα διαλογικά μέρη. γ) Κατάργησε το «τετραλογεισθαι» (τη στενή πλοκή και συνέχεια του μύθου ανάμεσα στα 4 δράματα που παρουσίαζε κάθε ποιητής στους δραματικούς αγώνες) και εισήγαγε το «αγωνίζεσθαι δραμα πρός δραμα», δηλαδή τη χαλαρότερη σύνδεση των έργων κάθε τετραλογίας, έτσι που το καθένα από αυτά να μπορεί να αυτονομηθεί. Αυτό συνετέλεσε στην αυστηρότερη οργάνωση κάθε δράματος και σε συνεκτικότερη παρουσίαση της δράσης. δ) Εισήγαγε τη «σκηνογραφία», ένα είδος ζωγραφισμένων σκηνικών, που απέδιδε το χώρο και την ατμόσφαιρα στην οποία εξελισσόταν η πλοκή (πιθανόν ο Σοφοκλής να τελειοποίησε παλαιότερη τεχνική του Αγάθαρχου).
Η γλώσσα του Σοφοκλή, έκφραση της ακμής της αττικής κλασικής εποχής, προσαρμοζόταν με ευελιξία στις δραματικές ανάγκες της κάθε σκηνής: άλλοτε φορτιζόταν με έντονη συγκίνηση, άλλοτε ήταν περίκομψη κι άλλοτε απολύτως απλή και απέριττη. Ο Σοφοκλής, κάτι που προκάλεσε τον γενικό θαυμασμό, διέγραφε με συμπάθεια και ζωντάνια τους χαρακτήρες των τραγικών ηρώων του. Ιδιαίτερα αξιόλογες ήταν οι γυναικείες μορφές που δημιούργησε, όπως η Ηλέκτρα και η Αντιγόνη. Με αριστοτεχνικό τρόπο μεταχειριζόταν επίσης την πλοκή, την τραγική ειρωνεία, την περιπέτεια και την αναγνώριση.
Ο Σοφοκλής υπήρξε έξοχος καλλιτέχνης· έχει χαρακτηριστεί ο καλλιτεχνικά «καθαρότερος» από τους τρεις μεγάλους τραγικούς. Οι αρχαίοι τον αποκαλούσαν μέλιτταν, ενώ ο Αριστοφάνης έλεγε ότι τό στόμα αυτου μέλιτι κεχρισμένον ην. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της τραγωδίας και την οδήγησε στη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα.
 
III. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ: ΔΡΑΜΑΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΗΡΩΩΝ
 
Η Αντιγόνη αντλεί το θέμα της από τον θηβαϊκό μυθικό κύκλο. Η γενιά των Λαβδακιδών, που βασίλεψε στη Θήβα, υποφέρει από βαριά κατάρα. Η ιστορία ξεκινάει από πολύ παλιά. Ο Κάδμος, ιδρυτής της Θήβας, σκότωσε το ιερό φίδι του Άρη. Ο εγγονός του Λάβδακος καταδίωξε τη λατρεία του θεού Διονύσου. Ο Λάιος, γιος του Λάβδακου, απήγαγε το γιο του Πέλοπα Χρύσιππο κι εκείνος τον καταράστηκε να πεθάνει άτεκνος ή να σκοτωθεί απ’ το παιδί του. Πράγματι ο Λάιος σκοτώνεται εν αγνοία από τον γιο του τον Οιδίποδα, ο οποίος στη συνέχεια παντρεύεται τη μητέρα του Ιοκάστη, με την οποία αποκτά δυο γιους, τον Πολυνείκη και τον Ετεοκλή, και δυο κόρες, την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Όταν αποκαλύφθηκε η τραγική αλήθεια, ο Οιδίποδας αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε. Επιπλέον καταράστηκε τους γιους του να σφαγούν μεταξύ τους, επειδή είχαν παραβεί την εντολή του να μη χρησιμοποιήσουν ποτέ το ασημένιο τραπέζι του Κάδμου και το χρυσό κύπελλο με το οποίο έπινε κρασί ο Λάιος.
Οι δύο αδελφοί συμφώνησαν να βασιλεύουν από ένα χρόνο ο καθένας. Πρώτος ανέλαβε ο Ετεοκλής, αλλά όταν τελείωσε ο χρόνος αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη, κι εκείνος έφυγε αμέσως για το Άργος, όπου παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου. Εν συνεχεία μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε Αργείους ηγεμόνες εκστράτευσε εναντίον της Θήβας, για να διεκδικήσει το θρόνο. Τα δυο αδέλφια σκοτώνονται σε μονομαχία, η πόλη σώζεται, αλλά η κατάρα του Οιδίποδα επιβεβαιώνεται. Την εξουσία αναλαμβάνει τότε ο Κρέοντας, αδελφός της Ιοκάστης και θείος των παιδιών, ο οποίος εκδίδει διαταγή να ταφεί με τιμές ο Ετεοκλής που υπερασπίστηκε την πατρίδα του, ενώ ο Πολυνείκης, που θέλησε να την προδώσει, να μείνει άταφος. Ποινή για τον παραβάτη της διαταγής ορίζεται κατηγορηματικά ο θάνατος. Από το σημείο αυτό αρχίζει η υπόθεση της τραγωδίας. Το δράμα έχει ως σκηνικό τη Θήβα και ο χορός αποτελείται από ντόπιους γέροντες.
Η Αντιγόνη, μόνη μετά την άρνηση της Ισμήνης να τη βοηθήσει, υπακούοντας στην αγάπη και στον άγραφο νόμο που έχει θεϊκή προέλευση, παραβαίνει τη διαταγή του Κρέοντα και θάβει το σώμα του αδελφού της. Ο Κρέοντας, καθώς πιστεύει ότι ο νόμος του κράτους υπερέχει των οικογενειακών δεσμών, αποφασίζει να εκτελέσει την ποινή που είχε οριστεί για τον παραβάτη της διαταγής του και δίνει εντολή να θάψουν ζωντανή την Αντιγόνη σε μια σπηλιά. Όταν αργότερα πεισμένος από τον μάντη Τειρεσία αποφασίζει να την ελευθερώσει, εκείνη έχει ήδη αυτοκτονήσει. Αμέσως μετά αυτοκτονεί ο γιος του ο Αίμονας από τον έρωτα και την οδύνη του για τη νεκρή Αντιγόνη, αλλά και η σύζυγός του η Ευρυδίκη από θλίψη για τα τραγικά συμβάντα. Έτσι ο Κρέοντας απομένει μόνος και συντετριμμένος, αφού με την υπερβολική προσήλωσή του στα δημόσια καθήκοντα προκάλεσε τους θεούς, αρνούμενος το πατροπαράδοτο καθήκον προς τους νεκρούς.
Η Αντιγόνη είναι κατά πάσα πιθανότητα το δεύτερο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή. Το δίδαξε μάλλον το 442 π.Χ. κερδίζοντας την πρώτη νίκη. Λέγεται ότι ο Σοφοκλής, λόγω της επιτυχίας που είχε η παράσταση του έργου, εκλέχτηκε στρατηγός στην εκστρατεία κατά της Σάμου. Στην Αντιγόνη, μέσα από την αριστοτεχνική σύγκρουση δύο προσωπικοτήτων, διαγράφεται η σύγκρουση του δημόσιου καθήκοντος έναντι του προσωπικού χρέους και των θρησκευτικών ηθών. Το έργο, αν και έχει έντονη πολιτική χροιά - η αντίσταση της Αντιγόνης στον Κρέοντα είναι η αντίσταση του απλού πολίτη στην αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας - κινείται στον κόσμο των ηθικών άξιών.
Ο Κρέοντας είναι η φωνή της πολιτείας, ο απόλυτος μονάρχης, υπεύθυνος για την τήρηση των νόμων. Οι αποφάσεις του δικαιολογούνται από το πολιτικό δίκαιο, αλλά η πίστη στη δύναμη και την εξουσία της πολιτείας χωρίς μέτρο καταλήγει στην ύβρη. Οι πράξεις του δε χαρακτηρίζονται από συνειδητή ασέβεια και αντιθρησκευτικότητα, δε συναισθάνεται την πλάνη του, είναι αιχμάλωτος της τυραννικής του εξουσίας. Όταν θα βγει από την πλάνη, μετά τις αυτοκτονίες των δικών του ανθρώπων, θα είναι πια αργά: δυνατότητα επανόρθωσης δε θα υπάρχει.
Από την άλλη πλευρά η Αντιγόνη, βυθισμένη σε ηθική μοναξιά, εκπροσωπεί τους αναλλοίωτους ηθικούς νόμους, που δεν κάνουν διακρίσεις στους νεκρούς. Η ανθρωπιά και η μεγαλειότητα της ψυχής της δεν πτοείται από τις απειλές του βασιλιά. Μπορεί ο θάνατος να είναι λυτρωμός από τη δυστυχισμένη ζωή της, αλλά η ανωτερότητα και η αποφασιστικότητά της δεν την απογυμνώνουν εντελώς από την ανθρώπινη υπόστασή της. Η Αντιγόνη δεν είναι υπεράνθρωπη, δεν είναι άτρωτη και υπερφυσική. Βαδίζει ζωντανή στο θάνατο με δική της επιλογή, θρηνεί όμως για τη ζωή που εγκαταλείπει, για τις χαρές του γάμου που δε γεύτηκε, για τη ντροπή του πατέρα της, για το μεγάλο αμάρτημά του, που εκείνη πληρώνει χωρίς να ευθύνεται. Κι ωστόσο η καρδιά της είναι γεμάτη αγάπη. Είναι μια ηρωίδα τρυφερή και ασυμβίβαστη, γενναιότερη από τους συνηθισμένους ανθρώπους, που παλεύει μέσα στη μοναξιά που αξιώνει ο ηρωισμός της. Στον αντίποδά της βρίσκεται η Ισμήνη, η οποία αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που είναι έτοιμος για το συμβιβασμό, που λυγίζει στις δυσκολίες των μεγάλων ηθικών απαιτήσεων.
Ο μύθος της Αντιγόνης ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και στη νεότερη εποχή. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον J. Αnnouilh και τον B. Brecht, οι οποίοι έχουν συγγράψει ομότιτλα έργα.
Ο Φιλοκτήτης, όψιμο έργο του Σοφοκλή, αντλεί το θέμα του από τον τρωικό μυθικό κύκλο. Διδάχθηκε το 409 π.Χ. και ο ποιητής κέρδισε και γι’ αυτό το έργο την πρώτη νίκη. Το θέμα του Φιλοκτήτη το πραγματεύθηκαν και οι τρεις μεγάλοι της αττικής τραγωδίας.
Ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα και της Μεθώνης, έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας επικεφαλής επτά πλοίων με Θεσσαλούς πολεμιστές. Στο δρόμο για την Τροία οι Έλληνες αγκυροβόλησαν στην έρημη Λήμνο, προκειμένου να επισκεφτούν το ιερό της Αθηνάς. Εκεί, μια δηλητηριώδης ύδρα, φύλακας του ιερού, δάγκωσε το πόδι του Φιλοκτήτη - εκδίκηση της Ήρας για τη βοήθεια που εκείνος είχε προσφέρει στον Ηρακλή, νόθο γιο του Δία. Λόγω της δυσωδίας της πληγής και των κραυγών από τον πόνο ο Φιλοκτήτης εγκαταλείφθηκε με προτροπή του Οδυσσέα στο νησί. Δέκα χρόνια μετά οι Έλληνες μαθαίνουν από χρησμό ότι η Τροία δε θα πέσει χωρίς το ανίκητο τόξο του Ηρακλή, το οποίο είχε χαρίσει στον Φιλοκτήτη, που ήταν και ο μόνος που μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Αποφασίζεται λοιπόν να πάει στη Λήμνο ο Οδυσσέας με τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα, για να πάρουν το ηράκλειο τόξο και τα βέλη με κάθε μέσο. Ο Φιλοκτήτης, πικραμένος από τη σκληρή στάση των συμπατριωτών του, αρνείται να τα δώσει, αλλά με την παρέμβαση του Ηρακλή, ως από μηχανής θεού, πείθεται να τους ακολουθήσει στην Τροία και να βοηθήσει τους Έλληνες να την καταλάβουν. Παράλληλα θεραπεύεται και η πληγή του.
Θέμα του Φιλοκτήτη είναι η ηθική φιλονικία ανάμεσα στην πρακτική ωφέλεια και τις απαιτήσεις της τιμής. Στην τραγωδία αυτή έχουμε τρεις ανθρώπους διαφορετικούς από άποψη ηλικίας και χαρακτήρα. Ο Φιλοκτήτης είναι περήφανος και ηθικά σθεναρός, είναι όμως και βαθιά πληγωμένος και υποφέρει από τη μοναξιά και το σωματικό του πρόβλημα. Ο πολύτροπος Οδυσσέας θυσιάζει τους ηθικούς κανόνες στο βωμό της επιδίωξης του σκοπού του, όχι όμως για να ικανοποιήσει το προσωπικό του συμφέρον, αλλά το συμφέρον των συμπολεμιστών του. Ο Νεοπτόλεμος, γεμάτος ευαισθησία και ευγένεια, βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στους δόλιους χειρισμούς του Οδυσσέα και τον ανύποπτο και ακέραιο Φιλοκτήτη. Σ’ ένα μεγάλο μέρος του έργου ακολουθεί την παραπλανητική πολιτική του Οδυσσέα, υπακούοντας στην εμπειρία και στο κύρος εκείνου, αλλά και συναισθανόμενος την ευθύνη του απέναντι στο στρατό των Ελλήνων. Συμπονά όμως τον Φιλοκτήτη για τη δυστυχία του και συγκινείται από την  αφοπλιστική εμπιστοσύνη που του δείχνει. Τελικά επικρατεί ο καλός και τίμιος χαρακτήρας του: απαρνείται την υποκρισία και συμπεριφέρεται προς τον Φιλοκτήτη με πραγματική φιλία και ειλικρίνεια, δίνοντας διέξοδο στην εσωτερική του πάλη.
Κεντρικός άξονας του έργου είναι ακριβώς αυτές οι ψυχολογικές μεταπτώσεις και εσωτερικές συγκρούσεις του Νεοπτόλεμου, ο οποίος πέφτει σε μια κατάσταση εξαιρετικής τραγικότητας: υπακούοντας στον Οδυσσέα παραβιάζει τη φύση του και αναλαμβάνει μια υποχρέωση που θα μπορούσε να την εκτελέσει μόνο αν κατέστρεφε τις αξίες με τις οποίες ήταν εμποτισμένος. Το έργο θα μπορούσε να θεωρηθεί δράμα της κληρονομικής ευγένειας, που δεν μπορεί να διαφθαρεί.
Και από το μύθο του Φιλοκτήτη εμπνεύστηκαν στη νεότερη εποχή πολλοί συγγραφείς. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν το έργο Philoctete του A. Gide, στο οποίο εκφράζονται οι προσωπικές ιδέες του συγγραφέα σχετικά με την αισθητική και την ηθική της τέχνης, και ο δραματικός μονόλογος Φιλοκτήτης του Γ. Ρίτσου, στον οποίο οι ποιητής εκφράζει τον προβληματισμό του για τα πολιτικά γεγονότα του καιρού του και την ιστορική μοίρα του ελληνισμού.
Αθήνα, Χειμώνας 1999
 
[στον τόμο: Σοφοκλέους, Φιλοκτήτης - Αντιγόνη. Εισαγωγή: Στάθης Κουτσούνης.
Μετάφραση: Χρίστος Τσάγκας, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999]

Η Κριτική

Θέλοντας να προλάβουμε τυχόν απορίες του απλού αναγνώστη ή και του επαΐοντα («Ακόμα μια μετάφραση του Σοφοκλή! Τι θα μπορούσε να προσθέσει στις ήδη υπάρχουσες;»), οφείλουμε να επισημάνουμε ευθύς εξαρχής το εξής: αν η μετάφραση του Φιλοκτήτη και της Αντιγόνης του Σοφοκλή από τον Χρίστο Τσάγκα παρουσιάζει κάποιο ξεχωριστό ενδιαφέρον, αυτό έχει να κάνει με την κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του μεταφραστή. Ο Χρίστος Τσάγκας δεν είναι φιλόλογος, είναι άνθρωπος του θεάτρου, σκηνοθέτης και ηθοποιός με θητεία 37 χρόνων στο θέατρο, μεγάλο μέρος της οποίας μάλιστα αφιέρωσε στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι μεταφράσεις του δεν έγιναν για να διαβάζονται, αλλά κατά κύριο λόγο για να παίζονται – πιο συγκεκριμένα, τον Φιλοκτήτη και την Αντιγόνη σε μετάφραση του Χρίστου Τσάγκα ανέβασε ο θίασος Παλκοσένικο (θίασος που ιδρύθηκε από τον ίδιο) το 1988 και 1989. Τα προτερήματα μιας τέτοιας προσέγγισης αναδεικνύονται κυρίως στα διαλογικά μέρη των έργων και λιγότερο στα χορικά: ύφος λιτό και απέριττο, σωστή απόδοση του δραματικού ρυθμού, ιδιαίτερα στα σημεία όπου η δραματική ένταση κορυφώνεται (π.χ. στιχομυθίες Αντιγόνης-Κρέοντα, Οδυσσέα-Νεοπτόλεμου κ.ά.). Του λόγου το ασφαλές θα μπορούσε εύκολα να επιβεβαιώσει ο αναγνώστης, εάν δίπλα στη μετάφραση του Χ. Τσάγκα υπήρχε και το πρωτότυπο κείμενο του Σοφοκλή. Η απουσία του συνιστά παράλειψη όχι αμελητέα κατά τη γνώμη του γράφοντος. Πυκνή και εμπεριστατωμένη η εισαγωγή του φιλόλογου Στάθη Κουτσούνη, πραγματεύεται καταρχάς με συντομία και σαφήνεια τη γέννηση και εξέλιξη της τραγωδίας, στη συνέχεια εξετάζει την προσωπικότητα και το έργο του Σοφοκλή, για να κλείσει με μια λιτή σκιαγράφηση του ήθους των πρωταγωνιστών των δύο τραγωδιών.
 
Ιάσων Δαμιανάκος
[περιοδικό Δελτίο (Σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου), τεύχος 25, Σεπτέμβριος 2000, σελ. 27]

 


 

melet2 
Ο στοχασμός και ο λόγος του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου
4η Επιστημονική Συνάντηση - Πρακτικά
Εκδόσεις της Σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου
  

Το κείμενο

4η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ 
ΣΧΟΛΗΣ Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
 
Ο στοχασμός και ο λόγος του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου
 
 
5η Συνεδρία: Διδακτικές προσεγγίσεις – προτάσεις
 
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
 
ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ
 
ΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ
ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

Κυρίες και κύριοι, όπως θα έχετε ίσως προσέξει στο Πρόγραμμα της Επιστημονικής μας Συνάντησης, η δική μου εισήγηση έχει θέμα: Το Ανθολόγιο κειμένων ως εργαλείο προσέγγισης ενός συγγραφέα. Το θέμα προέκυψε από τον προβληματισμό και τα ερωτήματα που ανέκυψαν κατά τη δημιουργία, στο Λύκειο της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, στο οποίο εργάζομαι, ενός συγκεκριμένου Ανθολογίου. Πρόκειται για το Ανθολόγιο Κειμένων από το έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, το οποίο και θα παρουσιάσω στο δεύτερο μέρος της εισήγησής μου.

Ανθολόγηση, ως γνωστόν, είναι η διαδικασία επιλογής των καλύτερων κειμένων από το έργο πολλών ή ενός συγγραφέα, με σκοπό την κατάρτιση Ανθολογίας. Η συνήθεια κατάρτισης Ανθολογιών υπάρχει από την αρχαιότητα, συστηματικά όμως εδραιώνεται στην ελληνιστική περίοδο και συνεχίζεται έως τις μέρες μας. Στην εποχή μας μάλιστα είναι πολύ συχνή η εκπόνηση ανθολογιών από το έργο ενός συγγραφέα, είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα είτε από διαφορετικό πρόσωπο (βλέπε ενδεικτικά τη σειρά ‘Ο Ανθολόγος Ερμής’ των Εκδόσεων Ερμής ή τη σειρά ‘Εκ νέου’ των Εκδόσεων Γαβριηλίδης). Σημειωτέον ότι στα μεγάλα σε έκταση έργα η ανθολόγηση είναι, αν όχι επιβεβλημένη, τουλάχιστον χρήσιμη. Αναφέρω την Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη και δυο πρόσφατες ανθολογίες διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Τα Σκοτεινά παραμύθια από τον Στρατή Πασχάλη και το Απάνθισμα διηγημάτων Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο.
Όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, στην εισήγησή μας θα επικεντρωθούμε στην ανθολόγηση κειμένων από το έργο ενός μόνον συγγραφέα. Διευκρινίζω εξαρχής επίσης ότι αντί του όρου Ανθολογία ή άλλου συναφούς προτιμώ για το θέμα μας τον όρο Ανθολόγιο, λόγω του ότι αναφέρομαι σε corpus κειμένων που προορίζεται καταρχήν για εκπαιδευτική χρήση. Έτσι άλλωστε ονόμασα και το βιβλίο που δημιουργήσαμε.
Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, καθώς και ο γενικός σκοπός, όπως και οι ειδικότεροι στόχοι ενός Ανθολογίου πρέπει να είναι σαφώς διερευνημένες παράμετροι. Ζητούμενο βεβαίως είναι αν μπορεί ένα Ανθολόγιο Κειμένων να αποτελέσει εργαλείο και να αξιοποιηθεί στην προσέγγιση ενός συγγραφέα.
Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή δημιουργία Ανθολογίου Κειμένων από το έργο ενός συγγραφέα είναι η πλήρης, ενδελεχής και εμπεριστατωμένη γνώση του έργου. Η προσωπικότητα, η καλλιέργεια και ο βαθμός ευαισθησίας του ανθολόγου, καθώς και η σχέση του με τον συγγραφέα και το έργο του είναι επίσης σοβαρές προϋποθέσεις. Απαιτείται δηλαδή συγκερασμός ευαισθησίας και γνώσης. Το να λάβουμε υπόψη μας τον (απο)δέκτη ενός Ανθολογίου, στην περίπτωσή μας τον μαθητή, είναι άλλη μια σημαντική προϋπόθεση. Και τούτο διότι ο μαθητής είναι ένας ιδιαίτερος αναγνώστης, με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, με θετικές και αρνητικές συνιστώσες, δεδομένα τα οποία δεν πρέπει να μας διαφεύγουν.
Το βασικό πλεονέκτημα ενός Ανθολογίου είναι ότι παρουσιάζει σφαιρικά έναν συγγραφέα, καταθέτοντας κείμενα από το σύνολο του έργου του και φωτίζοντας πτυχές που όλες μαζί δε θα μπορούσαν ίσως να φωτιστούν από ένα μόνο βιβλίο. Επιπλέον, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επιλογή των βιβλίων που θα αποφασίσει ο αναγνώστης-μαθητής να διαβάσει εξ ολοκλήρου, αφού το κάθε επιλεγμένο κείμενο δίνει συνήθως το στίγμα του βιβλίου από το οποίο προέρχεται.
Υπάρχουν βεβαίως και μειονεκτήματα σε ένα Ανθολόγιο. Και πρώτα απ’ όλα η αποσπασματικότητα, που ενίοτε μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην παρανάγνωση. Άλλο μειονέκτημα είναι η υποκειμενικότητα. Η επιλογή των κειμένων αντικατοπτρίζει το γούστο του ανθολόγου, την προσωπική ανταπόκρισή του στο έργο του συγγραφέα. Και η ανταπόκριση του καθενός έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση, αλλά και με ένα σύνολο κοινών τόπων, αντιλήψεων ή βιωμάτων που διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Τα κριτήρια της ανθολόγησης συνδέονται άμεσα με τους σκοπούς του ανθολόγου αλλά και με τον (απο)δέκτη του Ανθολογίου. Πρώτο κριτήριο είναι η αντιπροσωπευτικότητα σε συνδυασμό με την ποιότητα: από το σύνολο του έργου ενός συγγραφέα επιλέγει κανείς τα πιο αντιπροσωπευτικά, τα πιο χαρακτηριστικά και συνάμα ποιοτικά κείμενα. Ένα άλλο ουσιαστικό κριτήριο αφορά στην επιλογή αποσπασμάτων που να περιγράφουν κατά το δυνατόν το σύνολο, που να αποτελούν κλειδιά στην προσέγγιση και κατανόηση του έργου.
Κύριος σκοπός ενός Ανθολογίου είναι η οικείωση του έργου ενός συγγραφέα, χωρίς βεβαίως να μπορεί ένα Ανθολόγιο να υποκαταστήσει τη συστηματική μελέτη αυτού του συγγραφέα. Στην περίπτωσή μας να βοηθήσει τους μαθητές να οικειωθούν και να κατανοήσουν χαρακτηριστικά δείγματα από το έργο, πλουτίζοντας την εμπειρία τους και ευαισθητοποιώντας τους απέναντι στα προβλήματα που θέτει ο δημιουργός· να απελευθερώσει τις ενδιάθετες δημιουργικές και αναγνωστικές ικανότητές τους και, προκαλώντας όχι μόνο τη γνώση αλλά και τη συγκινησιακή μέθεξη, να τους οδηγήσει στην αναγνωστική απόλαυση. Εμμέσως υπάρχει κι ένας άλλος στόχος. Να προκληθεί η περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη-μαθητή, ώστε να προχωρήσει πέρα από τα προσφερόμενα κείμενα, να μεταβεί από το απόσπασμα στο ολοκλήρωμα, από το κείμενο στο βιβλίο, κι από εκεί στο πλήρες έργο.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο προβληματισμός μου για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν οι μαθητές του Λυκείου μας να οικειωθούν το πολύπλευρο και ογκώδες έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, το όνομα του οποίου φέρει το σχολείο στο οποίο φοιτούν, οδήγησε στην ιδέα της δημιουργίας ενός corpus κειμένων από το έργο του, στο οποίο θα αντικατοπτριζόταν η λογοτεχνική και πνευματική προσωπικότητά του. Η υλοποίηση αυτής της ιδέας γέννησε το Ανθολόγιο Κειμένων από το έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου.
Έχοντας υπόψη τις παραπάνω παραμέτρους, έπρεπε, επιπροσθέτως, να βρω τρόπους, ώστε να αντιμετωπίσω μερικές ειδικότερες δυσκολίες, απαντώντας σε τρία τουλάχιστον κινδυνώδη ερωτήματα: α) Ποιος θα κάνει την ανθολόγηση; β) Υπάρχουν οι προϋποθέσεις; γ) Με ποια κριτήρια θα γίνει η ανθολόγηση; Ο σκοπός ήταν δεδομένος.
Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, η ανθολόγηση από ένα μόνον άτομο ήταν απροσπέλαστη υπόθεση, καθώς ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος είναι πολυγραφότατος και κινείται σε πολλά είδη του λόγου. Ο κλάδος των φιλολόγων –ως υπό μίαν έννοια καθ’ ύλην αρμόδιος– θα μπορούσε να αποτελέσει την ομάδα εργασίας. Θεωρήθηκε όμως σκόπιμο το εγχείρημα να μην αναλάβουν μόνον οι φιλόλογοι, αλλά το σύνολο σχεδόν των καθηγητών του Λυκείου. Ο ομιλών πιστεύει ακράδαντα ότι η λογοτεχνία και γενικότερα τα κείμενα δεν ανήκουν μόνο στους ειδικούς, αλλά σε κάθε σκεπτόμενο και προβληματιζόμενο άνθρωπο που διαθέτει ευαισθησία και ανήσυχο πνεύμα. Επιπλέον, σ’ αυτή την απόφαση υπήρχε και μια παγίδα, μια εκ του πονηρού πρόθεση: ήθελα να υπονομεύσω την αντίληψη μιας ικανής μερίδας μαθητών, οι οποίοι, βοηθούντος και του χρησιμοθηρικού εκπαιδευτικού συστήματος, αντιμετωπίζουν με προκατάληψη τη λογοτεχνία και τους φιλολόγους, όπως mutatis mutandis αντιμετωπίζει το αδαές πλήθος την ποίηση και τους ποιητές. Προσφέροντας λοιπόν τα κείμενα μέσω και των άλλων ειδικοτήτων επεδίωξα να προκαλέσω έκπληξη στους  μαθητές, με  σκοπό να κεντρίσω το ενδιαφέρον τους.
Σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις είναι γεγονός ότι ενδελεχή γνώση άπαντος του έργου του συγγραφέα κανείς μας δε διέθετε. Διαθέταμε όμως, ως αντιστάθμισμα, αναγνωστική διάθεση και ευαισθησία και ταυτοχρόνως σαφή γνώση του επιπέδου, της δεκτικότητας και της δυναμικής των μαθητών μας.
Ως κριτήρια για την ανθολόγηση τέθηκαν αφενός η προσωπική ανταπόκριση του καθενός στο έργο του συγγραφέα, σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τα κείμενα στους μαθητές μας, και αφετέρου η αντιπροσωπευτικότητα. Σημειωτέον ότι δεν ανιχνεύτηκαν μόνο τα υψηλά και πιο δυνατά σημεία κάθε βιβλίου, αλλά ό,τι κατά την κρίση του ανθολογούντος χαρακτηρίζει και αντιπροσωπεύει τον συγγραφέα. Επομένως, το στοιχείο της ποιοτικής αξιολόγησης, παρότι ενυπάρχει σε κάθε ανθολόγηση, δεν απετέλεσε εκ των ων ουκ άνευ κριτήριο. Το Ανθολόγιο που δημιουργήσαμε απέβλεπε στη δειγματοληπτική παρουσίαση του έργου του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, με σκοπό την επαφή και γνωριμία των μαθητών μας με αυτό. Στόχος μας ήταν να αναδειχθεί ο συγγραφέας στο σύνολο του έργου του και όχι όπως φαίνεται από τις καλές μόνο στιγμές του.
Αφού ξεπεράστηκαν οι όποιες αβεβαιότητες και αντιστάσεις, με τόλμη και διάθεση δοκιμασίας –η εκπαίδευση ούτως ή άλλως είναι και οφείλει να είναι μια διαρκής δοκιμασία– ξεκίνησε το ταξίδι. Ακολουθήθηκε η εξής διαδικασία: κάθε καθηγητής ανέλαβε να διαβάσει ένα τουλάχιστον βιβλίο και να επιλέξει ένα ή περισσότερα κείμενα, αυτοτελή ή αποσπάσματα και πάντως με πλήρες νόημα. Στα κείμενα που έχουν επιλεγεί προηγείται ευσύνοπτο εισαγωγικό σημείωμα για το βιβλίο από το οποίο προέρχονται, γραμμένο από τον αντίστοιχο καθηγητή. Για τις ανάγκες του εγχειρήματος επιστρατεύτηκαν 5 μαζί με μένα φιλόλογοι, ένας βιολόγος, 3 καθηγήτριες Γαλλικών, μία θεολόγος, μία κοινωνιολόγος, 2 μαθηματικοί, 2 φυσικοί και μία χημικός. Όλοι, όπως αποδείχθηκε, αντιμετωπίζοντας με τη δέουσα σοβαρότητα τα πράγματα, συνέβαλαν στην επίτευξη του στόχου, αποκαλύπτοντας παράλληλα και την αναγνωστική τους επάρκεια. Αισθάνομαι την ανάγκη, και από αυτή τη θέση, να τους ευχαριστήσω θερμά.
Το βιβλίο διαρθρώνεται ως εξής: Ξεκινάει με ένα δίστιχο από το ποιητικό έργο του συγγραφέα ως μότο, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει δελεαστικά και για τους μαθητές μας:
 
Ό,τι ονειρευόμαστε είμαστε
Είμαστε ό,τι επιθυμούμε.
 
Ακολουθεί σύντομη εισαγωγή για το σκοπό της έκδοσης και εν συνεχεία επαρκές Βιογραφικό σημείωμα και πλήρης Εργογραφία του συγγραφέα, εργασία του Κλάδου των φιλολόγων. Έπεται η Ανθολόγηση, η οποία καλύπτει με χρονολογική σειρά όλα τα είδη του λόγου που ευδόκιμα καλλιέργησε ο συγγραφέας: ποίηση, αφηγηματική πεζογραφία, ταξιδιωτικά, κριτική, δοκίμιο. Διαβάστηκαν και ανθολογήθηκαν: όλο το ποιητικό έργο, 5 μυθιστορήματα, 3 συλλογές διηγημάτων, 4 βιβλία με ταξιδιωτικά κείμενα, 1 βιβλίο κριτικής και 3 συλλογές δοκιμίων.
Το αποτέλεσμα που προέκυψε ξεπερνά κατά πολύ πιστεύουμε τον αρχικό στόχο: την οικείωση δηλαδή των μαθητών με το έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου. Το Ανθολόγιο όχι μόνο αναδεικνύει και δίνει το στίγμα του λογοτέχνη και πνευματικού ανθρώπου Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, αλλά και εισάγει κάθε αναγνώστη σφαιρικά στο έργο του πολυσχιδούς αυτού συγγραφέα.
Το βιβλίο μοιράστηκε στους μαθητές μας, προκειμένου να διαβαστεί στο πλαίσιο του εξωσχολικού αναγνώσματος. Εκπόνησα δύο γενικές ερωτήσεις-εργασίες, με σκοπό να κινητοποιήσουν οι μαθητές τις δημιουργικές τους ικανότητες και να αποκαλύψουν τις αντιδράσεις τους, ώστε να διαπιστωθεί αν η μάθηση μεταβλήθηκε σε δυναμική και γόνιμη διάθεση και δεν απέμεινε στατική κατάσταση. Οι εργασίες, που εμπεριέχουν και τους γενικότερους διδακτικούς στόχους, είναι:
1η. Να καταγράψετε την αίσθηση και τις αντιδράσεις που σας γεννήθηκαν από την ανάγνωση του Ανθολογίου κειμένων από το έργο του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου.
2η. Με βάση τα κείμενα που διαβάσατε επιχειρήστε να συνθέσετε τη λογοτεχνική προσωπογραφία του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου.
Με την πρώτη ήθελα να ελέγξω την ανταπόκριση των μαθητών μας στο έργο του συγγραφέα. Θετική και/ή αρνητική. Με τη δεύτερη στόχευα στη συγγραφή ενός δοκιμίου που να ανιχνεύει την ποιητική του συγγραφέα και να διερευνά την πρόσληψή του από τους μαθητές. Οι ειδικότεροι διδακτικοί στόχοι τέθηκαν μέσω ερωτήσεων που επεξεργάστηκαν οι φιλόλογοι της κάθε τάξης και αφορούσαν: τη γλώσσα, την πολυμέρεια, τις ιδιομορφίες των ειδών, το αυτοβιογραφικό στοιχείο, το στοχασμό, την ιδεολογία, την πραγματογνωσία, τη γραμματολογία, τις ιστορικές παραμέτρους.
Η ανταπόκριση των μαθητών μας υπήρξε ικανοποιητική. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας είναι σχεδόν παρθένος διδακτικά, αφού σπανίως επιλέγεται προς διδασκαλία, είχε και τη θετική του πλευρά: χωρίς να έχει φθαρεί από τις πολλές, χειρουργικές ενίοτε, αναλύσεις, άσκησε στους μαθητές τη γοητεία του πρωτόγνωρου. Ωστόσο, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος δεν είναι εύκολος για τους μαθητές. Τα κοινά αποταμιεύματα του συγγραφέα και των μαθητών –γλωσσικά, συγκινησιακά, γνωστικά, οι εν γένει κοινές εμπειρίες, στοιχεία αναγκαία για την αποκωδίκευση του μηνύματος που στέλνει δια των κειμένων του ο δημιουργός– είναι λίγα. Εδώ λοιπόν χρειάστηκε η διακριτική διαμεσολάβησή μας μεταξύ του συγγραφέα και των μαθητών. Γιατί μπορεί στα παιδιά να μην υπάρχουν πολλές εμπειρίες, προϋπάρχουν όμως επίπεδα δυναμικότητας γνωστικά και συναισθηματικά, τα οποία οφείλουμε να ενισχύσουμε. Επομένως, επιβάλλεται να μεσολαβήσει ο διδάσκων, όχι για να δώσει λύσεις, αλλά για να ανοίξει δρόμους, για να δημιουργήσει περιέργεια, προσμονή, επιθυμία, λαχτάρα γνωριμίας, αλλά και διάθεση αναμέτρησης με το έργο.
Κυρίες και κύριοι, το Ανθολόγιο Κειμένων με σκοπό την προσέγγιση ενός συγγραφέα μπορεί να αποτελέσει ευέλικτο και δραστικό εργαλείο για τον εκπαιδευτικό. Όταν μάλιστα ο συγγραφέας είναι πολυγραφότατος, όπως συμβαίνει με τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τότε το Ανθολόγιο καθίσταται αναγκαίο, ή έστω αναγκαίο κακό. Το λέω αυτό διότι πιστεύω ότι κάθε ανθολόγηση, πέραν της όποιας καλής προαίρεσης του ανθολόγου, δεν παύει να αποτελεί αυθαίρετο τεμαχισμό ενός συνόλου. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση δια των μερών δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή να ισοφαρίσει καμιά προσέγγιση δια του όλου. Σε κάθε περίπτωση το όλον υπερβαίνει το άθροισμα των επιμέρους. Όπως αντιλαμβάνεστε, υπονομεύω ενσυνείδητα και το Ανθολόγιο που δημιουργήσαμε. Διότι όπως κάθε Ανθολόγιο έτσι κι αυτό δεν είναι σκοπός, δεν υποκαθιστά το έργο, είναι απλώς ένα μέσο, το όχημα που οδηγεί στο έργο.
Πάντως, και τελειώνω, το ταξίδι με τα κείμενα όχι μόνον απέσβεσε τα έξοδά του, αλλά απέφερε κι ένα μεγάλο κέρδος σε πολλαπλά επίπεδα, με δικαιούχους τόσο τους μαθητές μας όσο και εμάς. Τα κείμενα είναι σαν τα δυσπόρθητα κάστρα. Επομένως η σχέση μας μαζί τους δεν μπορεί να είναι παρά πολιορκητική. Σε κάθε πολιορκία σκοπός είναι η διείσδυση, η κατάκτηση, η οικειοποίηση και εν τέλει η απόλαυση. Και μάλιστα ο βαθμός της απόλαυσης είναι ευθέως ανάλογος με το βαθμό δυσκολίας της κατάκτησης. Περιττό βέβαια να διευκρινίσω ότι χρησιμοποιώ τους όρους όχι με την πολεμική αλλά με την ερωτική τους σημασία.
Σας ευχαριστώ.

ACP PDF 2 file document Το Ανθολόγιο Κειμένων ως εργαλείο προσέγγισης ενός συγγραφέα [Πρακτικά – Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 13 Απριλίου 2002]

 


 

10 
Η Ποίηση του Γιώργου Γεωργούση
 
Κείμενα των
Κωνσταντίνου Βάσση
Βάσου Η. Βογιατζόγλου
Αλέξη Ζήρα
Ηλία Κεφάλα
Στάθη Κουτσούνη
και Αγγελικής Κωσταβάρα
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007
  

Το κείμενο

Η ποιητική κοσμογραφία του Γιώργου Γεωργούση
στις συλλογές των χαϊκού του
 
Ο Γιώργος Γεωργούσης (Αθήνα, 1940, με καταγωγή από το Πολύδροσο Παρνασσίδας) εμφανίστηκε στα Γράμματα το 1966 με την ποιητική συλλογή Νυκτιλύκη. Έκτοτε, και μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, εξέδωσε άλλες 16 ποιητικές συλλογές. Όλα τα βιβλία του έχουν εκδοθεί με ιδιαίτερα προσεγμένο και καλαίσθητο τρόπο, πράγμα που δείχνει την αγάπη του ποιητή για το βιβλίο και ως αντικείμενο –να σημειώσουμε ότι η Παλινωδία του, Διάττων 1999, είναι μια βιβλιοφιλική έκδοση σε 124 αντίτυπα μεγάλου σχήματος με χαρακτικά του Δημήτρη Παπαγεωργίου. Εντύπωση προκαλούν δύο μεγάλα διαστήματα σιωπής στην έκδοση αυτών των βιβλίων, αλλά και η κατ’ έτος σχεδόν παρουσία του ποιητή κατά τα γόνιμα διαστήματά του, ενίοτε μάλιστα και με 2 βιβλία. Συγκεκριμένα, η δεύτερη ποιητική συλλογή του, οι Επιστροφές, εκδόθηκαν το 1984, 18 δηλαδή χρόνια μετά τη Νυκτιλύκη, ενώ ανάμεσα στην Παλινωδία, 1989, και τα Στίγματα, 1999, μεσολαβούν 10 χρόνια. Από την άλλη, έχουμε εκδόσεις βιβλίων τις χρονιές: 1984, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989 – 1999, 2001, 2002, 2003 (2 βιβλία), 2004 (2 βιβλία), 2005, 2006 (2 βιβλία). Επομένως, μέσα σε 40 χρόνια δημιουργίας έχουμε μια 18ετία και μια 10ετία χωρίς εκδοτική παραγωγή και μια 6ετία και μια 8ετία με υπερπαραγωγή. Βέβαια, είναι αφελές να πιστεύουμε ότι ο Γεωργούσης γεννούσε ακατάπαυστα στα γόνιμα χρόνια του χωρίς να έχει υπάρξει μακρά κυοφορία στην άγονη εκδοτική περίοδό του. Όσο για την υπερπαραγωγή της τελευταίας τριετίας (7 βιβλία), οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι ο Γεωργούσης απαλλάχτηκε πλέον από τις εργασιακές-επαγγελματικές του υποχρεώσεις –να σημειώσουμε ότι ο ποιητής ήταν εργαζόμενος ως νοσοκομειακός γιατρός καρδιολόγος, επάγγελμα καθόλου εύκολο, αντιθέτως ιδιαίτερα απαιτητικό και χρονοβόρο– με αποτέλεσμα να επιδοθεί αποκλειστικά πλέον στην καλλιέργεια της προσφιλούς του τέχνης. Παράλληλα με την ποίηση ο Γεωργούσης, όντας γλωσσομαθής, ασχολήθηκε και με τη μετάφραση. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του1, έχει αρκετό ανέκδοτο μεταφραστικό υλικό από διάφορες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Ισπανικά), ενώ εξέδωσε από τα Ισπανικά2 το Μοιρολόι για τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, 2002, του FedericoGarcíaLorca, και το Ντουέντε, 2003, κείμενο μιας διάλεξης του Lorca τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Επιπλέον, έχει δημοσιεύσει και ορισμένα δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Ο ποιητής εντάσσεται γραμματολογικά στη Β΄ μεταπολεμική γενιά και είναι οπωσδήποτε από τους νεότερους της γενιάς αυτής, αφού γεννήθηκε στο χρονολογικό της όριο (1940)3. Και λόγω ηλικίας, νομίζω, αλλά κυρίως λόγω ιδιοσυγκρασίας ο Γεωργούσης έμεινε έξω από το γενικότερο κλίμα των ποιητών της γενιάς του και ακολούθησε εντελώς ξεχωριστό δρόμο με προσωπική φωνή στην ποίηση. Η ψυχροπολεμική περίοδος του ’50 και πολύ περισσότερο οι αμυδρές μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου, αλλά και η κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής ανεπαισθήτως και εμμέσως μόνον απασχολούν τον ποιητή, ο οποίος αφορμάται και ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα.
Αναγιγνώσκοντας την ποίηση του Γεωργούση, διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για πληθωρικό και καθόλου εύκολο δημιουργό. Ο ποιητής, υπαρξιακός κατά βάσιν, είναι σκοτεινός, ενίοτε λαβυρινθώδης, και από συλλογή σε συλλογή όλο και περισσότερο ερμητικός. Μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης και της ποιητικής του. Στο σύνολό του λοιπόν το έργο του Γεωργούση εμποτίζεται και διαποτίζεται από την ελληνική παράδοση σε όλες τις εκφάνσεις της: αρχαία, βυζαντινή και νεότερη ελληνική γραμματεία, μυθολογία, ιστορία, ορθοδοξία, λαϊκές παραδόσεις. Στην ποίησή του δηλαδή παρατηρούμε, θα έλεγα, μια ελληνική παγκοσμιότητα. Αυτό το δεδομένο τον κάνει να χρησιμοποιεί μια ευρεία γκάμα συμβόλων αλλά και μια πλούσια και μεστή, με γνώση και σωστή αίσθηση, ελληνική ποιητική γλώσσα στη διαχρονική της πορεία, με λέξεις και εκφράσεις λόγιες και λαϊκές από όλες τις περιόδους της. Ο Γεωργούσης, όπως και κάθε ποιητής άλλωστε, αλλά σε υπέρτατο βαθμό αυτός, έχει μεγάλο πάθος και μεγάλο έρωτα για τη γλώσσα, «ανάσα πατρίδας», όπως την αποκαλεί σε συνέντευξή του4. Η ποίησή του είναι πλούσια σε μεταφορές, παρατηρούνται συχνά υπερρεαλίζουσες αποχρώσεις, ενώ η μετρική και η ρυθμική παραπέμπουν πολλές φορές σε παλαιότερες ποιητικές μορφές (είναι εμφανής, για παράδειγμα, μια τάση αλλά και η κανονική χρήση σε πολλές περιπτώσεις του 15σύλλαβου). Τα θέματα που συναντούμε συχνά στην ποίησή του είναι η φύση (η ελληνική φύση, με τον αέρα, τα ποτάμια, τη θάλασσα, τα πουλιά), ο χρόνος, η ζωή, ο θάνατος, η μνήμη, η λήθη, η παιδική ηλικία, η πατρίδα. Βασικοί άξονες στην ποίησή του θα έλεγα ότι είναι η παράδοση, ο θάνατος και η φύση. Η μεταφυσική και η φυσική διάσταση των ποιημάτων του δια της παράδοσης δημιουργεί το ποιητικό του σύμπαν.
Ο Γεωργούσης κατά την τελευταία τριετία της ποιητικής παραγωγής του εξέδωσε και 4 συλλογές με χαϊκού υπό τους τίτλους: Ο λύκος των άστρων, 2003, Η λήκυθος των μύθων, 2004, Σήματα καπνού, 2006, Καθοδική Λυχνία, 2006. Όπως είναι γνωστό, το χαϊκού ή χαϊκάι είναι ένα τρίστιχο ποίημα ιαπωνικής προέλευσης με 17 συνολικά συλλαβές (5, 7 και 5 συλλαβές ανά στίχο –αν και οι περισσότεροι ποιητές, καθώς και ο Γεωργούσης, δεν τηρούν αυστηρά τον αριθμό των συλλαβών). Το θέμα των χαϊκού στην αρχική τους μορφή περιοριζόταν σε κάποια περιγραφή της φύσης με αντικειμενικά δεδομένα, που υπέβαλλαν ωστόσο ένα συναίσθημα. Αργότερα βέβαια η θεματολογία τους διευρύνθηκε, παρότι η μορφή τους έμεινε απαράλλαχτη. Βασική αρχή του χαϊκού είναι η έκφραση και υποβολή πολλών με τον συντομότερο δυνατό λόγο.
Και οι 4 συλλογές με χαϊκού του Γεωργούση έχουν τυπωθεί με τον πλέον καλαίσθητο και παραδοσιακό τρόπο. Έχουν εκδοθεί στους εκδοτικούς οίκους «Εριφύλη» και «Διάττων», από τους λίγους εναπομείναντες της παραδοσιακής τυπογραφίας, στοιχειοθετήθηκαν στο χέρι με στοιχεία κάσας, εκτυπώθηκαν σε επίπεδο πιεστήριο και σε καλό χαρτί, σελιδοποιήθηκαν από μάστορες εκλεκτούς, έχουν κόσμημα στο εξώφυλλο και προμετωπίδα από σπουδαίους χαράκτες και ζωγράφους, καθώς και κόσμημα στο οπισθόφυλλο, που είναι το ex libris του ποιητή. Ως υπότιτλο σε κάθε συλλογή ο Γεωργούσης αναφέρει τη φράση χ Ελληνικά Χαϊκού, όπου χ ο αριθμός των χαϊκού που περιλαμβάνονται στο κάθε βιβλίο. Αυτός ο τονισμός του επιθέτου ελληνικά σε όλες τις συλλογές, που απαρτίζουν τη σειρά Ελληνικά Χαϊκού, δείχνει νομίζω ότι ο Γεωργούσης κράτησε από το κλασικό χαϊκού την τρίστιχη και 17σύλλαβη μορφή του (το 17σύλλαβη όχι απαρέγκλιτα πάντως), το εξωτερικό δηλαδή σχήμα του, αλλά από πλευράς ουσίας λίγη συνάφεια έχουν τα γεωργουσιακά χαϊκού με το παραδοσιακό ιαπωνικό. Ο Γεωργούσης γράφει ελληνικά χαϊκού, δηλαδή χαϊκού με ελληνικά θέματα και ελληνική αίσθηση της γλώσσας και της ποίησης. Θα έλεγα μάλιστα ότι στο σύνολο της ποίησης του Γεωργούση το χαϊκού λειτουργεί με το μικρό σχήμα του εξισορροπητικά στα μεγάλα ποιήματα και τις συνθέσεις του. Επιπλέον, ο Γεωργούσης συμπυκνώνει ή συνοψίζει στα χαϊκού του όλα τα αγαπημένα θέματά του, όπως τα έχει αναπτύξει στα υπόλοιπα βιβλία του.
Διαβάζοντας προσεχτικά όλα τα χαϊκού και των τεσσάρων συλλογών της σειράς Ελληνικά Χαϊκού του Γεωργούση, παρατηρούμε ότι τα περισσότερα χαϊκού αρθρώνονται στα αντιθετικά ή συσχετικά ζεύγη: θάνατος-ζωή, φωτιά-στάχτη, φως-σκιά/ίσκιος, τίποτα-παν, μαύρο-άσπρο, μνήμη-λήθη, αλήθεια-ψέμα. Επίσης εξέχουσα θέση κατέχουν τα χαϊκού για την πατρίδα, αλλά και τα χαϊκού ποιητικής, τα αυτοαναφορικά δηλαδή χαϊκού. Η λειτουργία και ο συνδυασμός των αντιθέσεων και συσχετισμών δημιουργεί στέρεη φιλοσοφική βάση, ουσιαστική ενατένιση και οπτική για τα πράγματα, η οποία και εκφράζεται με ιδιαίτερο τρόπο, αναδεικνύοντας την ποιητική κοσμογραφία του ποιητή.
Πρώτα απ’ όλα ο Γεωργούσης, στην έβδομη δεκαετία του βίου και στην τέταρτη της ποιητικής διαδρομής του, έχει συνειδητοποιήσει απολύτως τη ματαιότητα των πάντων:
 
Μην κλέβεις φτερά·
δεν είναι που θα σε δουν
μα που θα τσακιστείς.
(Α)5
 
Όλα εντέλει είναι μάταια –χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει ο άνθρωπος να ζει και να δημιουργεί, χρειάζεται απλώς να το έχει υπόψη του, ώστε να αποφεύγει την υπερφίαλη συμπεριφορά και την ύβρη– και υπόκεινται στη φθορά και το αναπόφευκτο:
 
Πέφτουν τ’ άστρα·
κι εμείς θα τους μοιάσουμε,
πεσμένα φύλλα.
(Α)
 
Αυτό ακριβώς το αναπόφευκτο, ο θάνατος δηλαδή, σε συσχετισμό με τη ζωή κυριαρχεί και στις 4 συλλογές των χαϊκού του Γεωργούση, όπως είναι και ένα από τα βασικά θέματα ολόκληρου του έργου του.
Σχετικά με το θέμα ο Γεωργούσης φιλοσοφεί νηφάλια. Εξοικειωμένος με το αναπόφευκτο, το παρουσιάζει σαν μια πλευρά φυσική της ζωής, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς άγχος. Θα έλεγα ότι το εξετάζει με την ψυχραιμία και την αποστασιοποίηση που εξετάζει ο ιατρός τον ασθενή του. Το ακτινογραφεί και κάνει τη διάγνωση.
«Α, τι θέα, τι θέα η ζωή», γράφει στο ποίημά του «Το ολόγραμμα» της συλλογής Οθόνη υγρών κρυστάλλων, 2005. Έχοντας προφανώς συνειδητοποιήσει και θέλοντας να πει ότι το μόνο που προλαβαίνει ο άνθρωπος στη ζωή είναι απλώς να τη δει και όχι να τη βιώσει πραγματικά ή να την ερμηνεύσει ουσιαστικά. Δύσκολη και λαβυρινθώδης λοιπόν η ζωή, αλά από τη στιγμή που έρχεται κανείς δεν θέλει να φύγει:
 
     ΖΩΗ
Διπλός καημός·
να μπεις στο λαβύρινθο
να τρέμεις μη βγεις.
(Β)
 
Βέβαια, στη νεότητά του ο άνθρωπος αγωνίζεται, παλεύει να κατακτήσει τον κόσμο, να επιβληθεί, πολλές φορές σαν να πρόκειται να μείνει αθάνατος, ουδέποτε σκέφτεται το θάνατο:
 
Το μάτι για το φως·
πού να πάει ο νους του
για τον άνεμο!
(Α)
 
Οι προτροπές όμως του ποιητή για εξοικείωση με το θάνατο δεν λείπουν:
 
Στον κόσμο αυτόν
πιες το θολό νερό του
να ’χεις στον άλλον.
(Α)
 
Πάτα αχινό
να μπει λίγο μαύρο,
να συνηθίζεις.
(Δ)
 
Με το θάνατο ο Γεωργούσης αναπτύσσει μια οικειότητα, τον αντιμετωπίζει, αν όχι φιλικά, οπωσδήποτε με αποδοχή. Με τον τρόπο αυτό απομακρύνει και συμφιλιώνεται με το φόβο του (ας θυμηθούμε άλλωστε και το λεγόμενο: αν δεν μπορείς να αποφύγεις κάτι, αγάπησέ το):
 
Συνομήλικος
θα ’ναι, λέω, κι ο θάνατος
για να με ξέρει.
(Β)
 
Αλλά κι ο θάνατος ανταποδίδει με την ίδια οικειότητα:
 
Σε πεθύμησα!
Κόψτα πια τα φτερά σου
να ’ρθεις εδώ κάτω.
(Β)
 
Πριν καν ακούσει
ο θάνατος τι θα του ’πω,
«δεν φταις», μου λέει.
(Β)
 
Αναμφίβολα όμως η ώρα του θανάτου έρχεται συνήθως στην πιο γλυκιά στιγμή:
 
Άχτι σ’ έχω ήλιε·
πριν κι απ’ των δυο μας τη δύση
πιο γλυκά φωτίζεις.
(Β)
 
Ο ποιητής, ωστόσο, παρηγοριέται από το γεγονός ότι απέναντι στο θάνατο εξισώνονται όλοι:
 
Κορφές και κορφές·
μόλις έρθει η νύχτα,
όλες τους ίσες.
(Γ)
 
Αυτό που στο τέλος μένει είναι η παραδοχή του θανάτου, μια φιλοσοφική και γαλήνια διάθεση για το θέμα·
 
Ο χρησμός ίδιος·
άδικα παιδεύεσαι,
πείρα του κόσμου.
(Γ)
 
για να καταλήξει τελικά στον θείο νόστο:
 
 Ο ΘΕΙΟΣ ΝΟΣΤΟΣ
 
Κερνάει ο θεός
μπεκροπίνει ο χάρος
νόστιμον ήμαρ.
(Α)
 
Οι μεταφορές, οι προσωποποιήσεις και οι παρομοιώσεις για το θάνατο είναι πολλές και συχνές. Γράφει ο ποιητής στην ενότητα «Από την αλληλογραφία με τον Ερμόλαο» της συλλογής Πήλινη φύση, 2002: «Αποδημητικό πουλί ο θάνατος / και θα ξαναγυρίσει» («ι΄»). Και πιο κάτω: «Αδίδακτη ύλη η ζωή / κι ο θάνατος κόλλα λευκή.» («ιβ΄»). Στη συλλογή Γραμμική γραφή ΙΔ΄, 2004, γράφει: «–σφυρήλατον έλασμα ο θάνατος» («Τα σιδηρουργεία»), ενώ στην Οθόνη υγρών κρυστάλλων, 2005: «–μεταβαλλόμενον σχήμα ο θάνατος.» («Τα σχήματα του υπνοβάτη»). Στη σειρά των χαϊκού ο θάνατος χαρακτηρίζεται ως αθέατος:
 
Μυριάδες μάτια·
ένας ο αθέατος
και τους τα κλείνει.
(Γ)
 
Ένα άλλο θέμα που απασχολεί τον Γεωργούση, συγγενές με το προηγούμενο, είναι το δίπολο φωτιά-στάχτη. Ας θυμηθούμε ότι το τρίτο βιβλίο της σειράς Ελληνικά χαϊκού έχει τον τίτλο Σήματα καπνού, με τίτλους ενοτήτων: «Ο ιερός καπνός», «Το ένστικτο της στάχτης», «Προπέτασμα καπνού» (ο καπνός προϋποθέτει βέβαια φωτιά). Τι είναι η φωτιά για τον Γεωργούση; Ίσως ο θάνατος που οιακίζει τα πάντα και αφήνει πίσω του στάχτες:
 
Αφού τα πάντα
οιακίζει κεραυνός,
τέφρα το σκήπτρο.
(Α)
 
Μπορεί όμως να είναι και ο οίστρος που μας ξεσηκώνει, το πάθος που μας κάνει παρανάλωμα με κέρδος τη στάχτη, δηλαδή την πείρα, που μας ωθεί να δημιουργούμε και να αφήνουμε στα δημιουργήματά μας τα ίχνη μας:
 
Φωτιά που μας καις,
η στάχτη που αφήνεις
καίει πιο ψηλά.
(Α)
 
Από την άλλη μεριά, η στάχτη και τα αποκαΐδια είναι τα μόνα που ξέρουν την πραγματικότητα, τουτέστιν ο άνθρωπος πρέπει να καεί, να βιώσει βαθιά, για να μπορέσει να μάθει:
 
Καπνός στις στέγες·
Ιθάκη ή πυρκαγιά;
Η στάχτη ξέρει.
(Β) και (Γ)
 
Άλλο συχνό δίπολο στα χαϊκού του Γεωργούση είναι το: φως-σκιά/ίσκιος. Τι είναι το φως;
 
 ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΑΚΑΡΙΑΙΟΝ
 
Μια λάμψη είναι
–τι θαρρείς– κι ο άνθρωπος,
κι αν είδες, είδες.
(Δ)
 
Μια λάμψη, ένα φως λοιπόν η ζωή κι ότι προλάβει κανείς. Ελάχιστα δηλαδή. Γι’ αυτό και παραπονιέται ο ποιητής όταν στη δύσκολη ή στην ύστατη στιγμή συλλογίζεται:
 
Τόσα μου ’πες, φως,
μα για τον ίσκιο μου
ούτε μια λέξη.
(Δ)
 
Άλλωστε, «Καμιά φωτιά δεν γνοιάζεται για τη στάχτη της· / καμιά λάμψη για τον ίσκιο της» («Ο ίσκιος της λάμψης», γ΄), όπως έγραφε παλαιότερα στη συλλογή του: Τα χρονικά των κήπων, 2001. Η σκιά τελικά αποδεικνύεται πιο ισχυρή απ’ το φως:
 
Η σκιά που ’γινα
να μ’ υποτάξει θέλει
στης σκιάς της το φως.
(Β)
 
Εσύ ’σαι ίσκιος·
όποτε θέλεις χτυπάς
πίσω απ’ το φως μου.
(Γ)
 
κι είναι η μόνη που μένει, η μόνη κραταιά:
 
Σαν φύγει το φως,
του κανενός ο ίσκιος
το μόνο ορατό.
(Β)
 
Να σημειώσουμε εδώ ότι η δεύτερη ενότητα της συλλογής Η λήκυθος των μύθων έχει τον τίτλο «Του κανενός ο ίσκιος».
Το δίπολο μαύρο-άσπρο επανέρχεται επίσης αρκετές φορές. Το χρώμα που κυριαρχεί στα χαϊκού (και όχι μόνο) του Γεωργούση είναι το μαύρο:
 
Μαύρα κόκαλα·
θα σας ασπρίσει η νύχτα
να ’χει να λέει.
(Β)
 
Ποτίζεις το μαύρο·
έτσι βλασταίνουν τ’ άστρα
κι ανθίζουν νύχτα.
(Β)
 
Κοιτάς το μαύρο
κι ούτε που ξέρεις ποιανού είναι,
αν και το κρατάς.
(Α)
 
        Ακόμη και όταν δεν φαίνεται, το μαύρο καραδοκεί:
 
Πάγχρωμη δύση,
το μαύρο που σου λείπει
θα ’ρθει σε λίγο.
(Α)
 
Το δίπολο μνήμη-λήθη παίζει το ρόλο του και στα χαϊκού του Γεωργούση, όπως και σε ολόκληρη την ποίησή του. Γράφει στο ποίημα με αριθμό «4» από την ενότητα «Κεραμεικός» της συλλογής Τα χρονικά των κήπων, 2001: «Ταλάνισέ μας, ω μνήμη, όσο μας έχεις ακόμα του χεριού σου, / κι όσο τυραννικά μας αγαπάς τάχα σε αγαπούμε». Η ζωή φεύγοντας σιγά σιγά, και μέχρι να χαθεί οριστικά, γίνεται μνήμη (ή και λήθη), μνήμη που βρίσκεται σε διαλεκτική τυραννική σχέση αγάπης με το υποκείμενό της· μνήμη οδυνηρή πολλές φορές που πονάει:
 
Γλώσσα στο δόντι·
εκεί που πονάει,
όπως η μνήμη.
(Β)
 
Ποτέ δεν γελά
η μνήμη μες στη λήθη,
κι ας ξεχάστηκε.
(Β)
 
Η λήθη είναι βεβαίως αδυσώπητη:
 
Ψηλά στη λήθη,
το πουλί που υπήρξες,
πετάει φτερά.
(Β)
 
Η ποίηση, ωστόσο, δίνει ίσως μια κάποια λύση:
 
Δέσε την μνήμη
και μ’ ένα ποίημα
λύσε την πάλι
(Α)
 
Το δίπολο αλήθεια-ψέμα είναι ένα άλλο μοτίβο που απασχολεί τον ποιητή. Πολλές φορές η αλήθεια γυμνή δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή, ενώ άλλες φορές αλήθεια και ψέμα βρίσκονται τόσο κοντά που δύσκολα τα ξεχωρίζει κανείς:
 
Εφτά τα πέπλα·
κι αν γυμνωθείς, Αλήθεια,
εφτά τα σπαθιά.
(Α)
 
Είδε κι απόειδε
το ψέμα π’ αλήθεψε
ξανάγινε ψέμα.
(Β)
 
 ΤΟ  ΓΛΕΝΤΙ
 
Στο τσακίρ κέφι,
το ψέμα κι η αλήθεια
μαζί τα ’πίναν.
(Γ)
 
Το δίπολο παν-τίποτα είναι συχνό επίσης και αγαπημένο του ποιητή. Παν και τίποτα αλληλοσυμπλέκονται, απέχουν, ενώνονται:
 
Τόσο φαρδύς ο δρόμος
απ’ το παν στο τίποτα
και να μην φαίνεται!
(Β)
 
Κι αν το τίποτα
διαψεύδει το παν
σκιά πού θα βρει;
(Δ)
 
Σαν μας φωτίζεις
γίνεσαι πιο σκοτεινό,
μέγα Τίποτα.
(Γ)
 
Το ξέρεις τώρα·
τα πάντα καλός οδηγός
για το τίποτα.
(Α)
 
Όλα λοιπόν είναι παν και τίποτα μαζί. Παρότι το τίποτα τελικά μας περιέχει, όπως έγραφε παλαιότερα στην Πήλινη φύση, 2002: «κι αυτό το κάτι ξέρει πως θα ταπεινωθεί από το τίποτα, / ενώ το τίποτα δεν ξέρει πως υπάρχει, / αφού, χωρίς αυτή την άγνοια, / δεν θα μπορούσε να μας περιέχει.» («Από την αλληλογραφία με τον Ερμόλαο, β΄»).
Δυο άλλα προσφιλή, βασανιστικά προσφιλή, θέματα του Γεωργούση σε όλη την ποίησή του, η πατρίδα και η αυτοαναφορικότητα, περνούν και στα χαϊκού του.
Ο Γεωργούσης, ο οποίος έχει στηριχτεί στην παράδοση, θα ήταν αδύνατο να μην έχει στενή σχέση με την πατρίδα. Και πράγματι η σχέση του με την πατρίδα είναι ερωτική, με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος. Γράφει στο ποίημα «Γενέτειρα» από τη συλλογή Οθόνη υγρών κρυστάλλων, 2005: «Εδώ στο μέγα Πανελλήνιον / γενέτειρα χρωμάτων, οραμάτων κι εχιδνών». Η πατρίδα λοιπόν τον εμπνέει, αλλά και τον πληγώνει. Ας θυμηθούμε και το σεφερικό: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει»6. Και στα χαϊκού του το θέμα της πατρίδας επανέρχεται πολλές φορές. Πικρή την αποκαλεί ο ποιητής σε αρκετές περιπτώσεις κι αυτό το επίθετο έχει δίκοπη σημασία: πικρή και πικραμένη η ίδια ή πικρή γιατί πικραίνει τον ποιητή;
 
Αυτά τα ύψη
στηρίζουν τα βάθη σου,
πικρή πατρίδα.
(Α)
 
ΕΠΕΤΕΙΟΙ
 
Πικρή πατρίδα.
Σήμερα Πολυνείκης·
χθες, Ετεοκλής.
(Β)
 
Πικρή πατρίδα,
παίζοντάς με στα ζάρια
μου λες σ’ αγαπώ.
(Δ)
 
Σχέση αγάπης και μίσους, δηλαδή σχέση πάθους, φαίνεται να έχει ο ποιητής με την πατρίδα, αλλά και η πατρίδα με τον ποιητή, αφού από τη μια τον προδίδει κι από την άλλη του εκφράζει την αγάπη της. Σε άλλο χαϊκού ο ποιητής αποκαλεί την πατρίδα κρυφή, προτείνοντάς της να μείνει πάντα έτσι:
 
Κρυφή πατρίδα,
για ν’ αληθεύεις πάντα,
μείνε κρυμμένη.
(Γ)
 
Γιατί όμως κρυμμένη; Για να προστατευτεί από τους τυμβωρύχους; Για να προστατευτεί από αυτούς που την παρανοούν, από αυτούς που δεν μπορούν να την αντιληφθούν στο ουσιαστικό της μεγαλείο; Ο ποιητής αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να απαντήσει. Αλλού ο Γεωργούσης κάνει πικρές διαπιστώσεις και ειρωνικές σκέψεις:
 
Πόσοι σταυροί
κάνουνε μια πατρίδα;
Ψηλό το βουνό.
(Β)
 
Ομφαλός της γης·
θα σ’ στον κόψω, πατρίδα,
κι αν θες, γεννιέσαι.
(Β)
 
Τέλος, η αυτοαναφορικότητα απασχολεί, όπως και κάθε ποιητή, και τον Γεωργούση. Γράφει λοιπόν:
 
Λέξεις μαζεύω
όπως, παλιά, λάφυρα.
Νίκη, τάχα, κι αυτή.
(Β)
 
Μου ’πε το ποίημα:
το παν είναι στις λέξεις·
το τίποτα πού;
(Γ)
 
Κάποιοι δηλαδή μαζεύουν λάφυρα από τις νίκες τους, αλλά τα λάφυρα των ποιητών, το παν δηλαδή, είναι οι λέξεις. Και τι κάνει η ποίηση κατά τον Γεωργούση; Βρίσκει το δρόμο σ’ αυτούς που τον έχουν χάσει. Θα πρέπει όμως ακριβώς να τον χάσουν, για να μπορέσει να λειτουργήσει η ποίηση, θα πρέπει δηλαδή να αποκλίνει ο καλλιτέχνης από το καθιερωμένο, από το συμβατικό, από τη νόρμα, για να μπορέσει να δώσει μέσω της τέχνης του μια διαφορετική οπτική του κόσμου:
 
Και το ποίημα,
αν δεν χάσεις τον δρόμο
πώς να σ’ τον βρει;
(Β)
 
Οι λέξεις βέβαια, η ποίηση δηλαδή, είναι το ίχνος που αφήνει ο δημιουργός στο πέρασμά του, ίσως το μόνο ανεξίτηλο, το μόνο άσβηστο ίχνος, όταν βέβαια είναι ισχυρό, τουτέστιν αισθητικά άρτιο:
 
Εσύ το ξέρεις
πώς θα με βρεις αν χαθώ·
λέξεις τα ίχνη.
(Δ)
 
Κλείνοντας την παρούσα εργασία και συνοψίζοντας στο θέμα μου θα έλεγα ότι ο Γεωργούσης καταθέτει με τα χαϊκού του ένα στέρεο ποιητικό σύμπαν, το οποίο λειτουργεί ως μικρογραφία του σύμπαντος που έχει δημιουργήσει με τις μεγάλες ποιητικές συνθέσεις και τις υπόλοιπες ποιητικές συλλογές του. Και εδώ δεν λείπει η επικοινωνία με την παράδοση, κάτι που φαίνεται εκτός των άλλων και από τα μότο που έχει στις συλλογές και στις ενότητες των συλλογών του από τους: Ηράκλειτο(2), Αισχύλο, Πλάτωνα, Γοργία, Παλλαδά, Κορνάρο, Σολωμό, Κάλβο, καθώς και ένα μότο από Δημοτικό τραγούδι. Η σειρά Ελληνικά Χαϊκού του Γεωργούση λειτουργεί, ωστόσο, και ως ένα παράλληλο και αυτόνομο σύμπαν, το οποίο βρίσκεται ακόμη εν δημιουργία –έχω την πεποίθηση ότι ο Γεωργούσης δεν έκλεισε το κεφάλαιο με τα Ελληνικά χαϊκού του, όπως δεν έχει κλείσει το κεφάλαιο γενικά με την ποίησή του. «Ωραίος σαν Έλληνας»7 λοιπόν, για να θυμηθούμε τον Εγγονόπουλο, έχω την αίσθηση ότι πορεύθηκε και θα πορευθεί για πολύν καιρό ακόμη ο Γιώργος Γεωργούσης στο δρόμο της ποίησης.
 
Αθήνα, Δεκέμβριος 2006
 
Σημειώσεις
 
1. Βλέπε περιοδικό «Έρεισμα», τεύχος 36-37, χ.χ.έ., Αφιέρωμα στον ποιητή Γιώργο Γεωργούση. «Μια συνομιλία: Γιώργου Γεωργούση – Χρήστου Τουμανίδη». Άνοιξη, 2004.
2. Ο Γεωργούσης έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα Ισπανικά, υπήρξαν γι’ αυτόν ένα μεράκι, όπως δηλώνει στην παραπάνω Συνομιλία. Επιπλέον, είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Ισπανιστών, ενώ έχουν μεταφραστεί και δικά του ποιήματα στα Ισπανικά από τον JuanRuizdeTorres στην Ανθολογία Cuadernosdepoesianueva.
3. Τρεις ακόμη ποιητές της γενιάς αυτής γεννήθηκαν στο χρονολογικό όριο του 1940: ο Ανδρέας Αγγελάκης, Ο Μάριος Μαρκίδης και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης.
4. Βλέπε περιοδικό «Έρεισμα», τεύχος 36-37, ό.π.
5. Τα (Α), (Β), (Γ) ή (Δ) κάτω από κάθε χαϊκού παραπέμπουν στην αντίστοιχη κατά σειρά έκδοσης συλλογή, από την οποία προέρχεται το καθένα.
6. Από το ποίημα «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» της συλλογής Τετράδιο Γυμνασμάτων του Γιώργου Σεφέρη.
7. Από τη σύνθεση «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα» του Νίκου Εγγονόπουλου.
 

 

[στον τόμο: Η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση.
Κείμενα των Κωνσταντίνου Βάσση, Βάσου Η. Βογιατζόγλου, Αλέξη Ζήρα, Ηλία Κεφάλα,
Στάθη Κουτσούνη και Αγγελικής Κωσταβάρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007]

 


© 2014-2017 Στάθης Κουτσούνης | fb icon