Πεζογραφία

 Διήγημα

aa8   
7 Διηγήματα 
 
Θοδωρής ΓκόνηςΧειμωνικό
Λίλυ Εξαρχοπούλου, Το μήνυμα
Στάθης Κουτσούνης, Η Μέριλιν της Ακράτας
Βασίλης Ρούβαλης, Απέναντι η θάλασσα
Δημήτρης Σωτάκης, Τα περιστέρια
Νατάσα Χατζιδάκι, Ουράνια τόξα
Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Στην κόψη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003
 
 

Το διήγημα

Η Μέριλιν της Ακράτας
 
Ντάλα μεσημέρι και το τηλέφωνο χτύπησε δαιμονισμένα. Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες, τίποτε το διαφορετικό. Όμως τό ’βαλε το κακό με το νου της. Έλα γρήγορα στην Πάτρα, της λένε, στο νοσοκομείο. Έπεσε πάνω σε μια νταλίκα στην εθνική....είναι τραυματισμένος. Έφτασε με την ψυχή στο στόμα. Δεν τον πρόλαβε.
Όταν τον πήγανε στο σπίτι, είχε μαζευτεί κόσμος πολύς. Είκοσι δύο χρονών παλικάρι! Τους έβγαλε όλους έξω, κλείδωσε πόρτες και παράθυρα, ούτε την κόρη της ούτε τις αδερφές της δεν άφησε μέσα.
Είχε μια συμπεριφορά περίεργη. Θά ’λεγε κανείς πως της είχε σαλέψει. Δεν έκλαιγε, δεν έσκουζε. Απέξω φοβήθηκαν για το χειρότερο. Η δύστυχη! έλεγαν μέσα στ’ αναφιλητά τους, άλλα ψεύτικα κι άλλα αληθινά. Πρώτα τον άντρα της και τώρα το παιδί της. Πώς ν’ αντέξει η έρμη....
Εκείνη άναψε το θερμοσίφωνα. Πήρε στην αγκαλιά της τ’ άψυχο κουφάρι και το πήγε στο μπάνιο. Του μιλούσε σαν να μην είχε πεθάνει, όπως μιλάει κανείς σ’ ένα μωρό που πρόκειται να το μπανιαρίσει. Άρχισε να τον γδύνει αργά, τελετουργικά, ψελλίζοντας παιδικά τραγουδάκια. Ύστερα τον φιλούσε παντού, τον έγλειφε και γέλαγε, του έκανε παιχνίδια.
Αφού τον έπλυνε προσεκτικά, τον πήρε και τον πήγε στην κρεβατοκάμαρα, τον έβαλε πάνω στο διπλό κρεβάτι της. Τον άλειψε με πούδρες και αρώματα, του φόρεσε καθαρά εσώρουχα και τον έντυσε με τα καλύτερά του ρούχα. Ύστερα τον πήρε στην αγκαλιά της και τον νανούριζε. Κάποια στιγμή βγάζει έξω το στήθος της και προσπαθεί να τον θηλάσει. Αργότερα, άνοιξε τις πόρτες.
Στο νεκροταφείο ξέσπασε.
–Αγόρι μου, άντρα μου, πού μ’ αφήνεις! έσκουζε κι έσκιζε το πρόσωπό της.
 
Όταν πέθανε ο άντρας της το 1978, εκείνη έκλεινε τα τριάντα έξι. Δεκαπέντε χρόνια μικρότερη δηλαδή από την ηλικία του τη χρονιά που παντρευτήκανε. Απ’ το βυζί της μάνας της την άρπαξε! Το θυμήθηκε στην κηδεία, που του τό ’λεγαν πειραχτικά οι φίλοι του στο γαμήλιο τραπέζι, κι αισθάνονταν αμήχανα και οι δυο τους.
Δούλευε νοσοκόμα στην Πάτρα. Από δεκατέσσερω χρονών. Στο χωριό τα φέρναν δύσκολα. Ήσαν οχτώ παιδιά, εφτά κορίτσια κι ένα σερνικό. Σαν την κουνέλα η μάνα της αράδιαζε τα θηλυκά, μέχρι να ’ρθεί ο διάδοχος, στερνός και χαϊδεμένος, να δοξάσει τ’ όνομα της οικογένειας. Στην αρχή ο πατέρας δεν ήθελε, πού ν’ αφήσει το κορίτσι μοναχό στην πόλη. Ύστερα έδωσε τόπο, βοήθησε είν’ αλήθεια κι ένας βουλευτής, κι έπιασε δουλειά στο νοσοκομείο.
Τον πρώτο καιρό έπλενε καζάνια στα μαγειρεία. Σύντομα όμως γυάλισε σ’ ένα γερο γιατρό και την έπαιρνε μαζί του στους θαλάμους, να του κουβαλάει την τσάντα. Κάτι φορές στο γραφείο του προσπαθούσε να τη στριμώξει, εκείνη πάντα του ξέφευγε, κι αυτός δεν επέμενε, δεν αντέχανε πια τα κότσια του.
Κέρδιζε τότε τέσσερα κατοστάρικα το μήνα. Τά ’στελνε όλα στον πατέρα της. Έξοδα δεν είχε. Έμενε σε μια θεία της χήρα και άτεκνη. Έπαιρνε μια σύνταξη απ’ τον άντρα της εκείνη και τα βολεύανε. Κανόνιζε για το φαγητό, της ψώνιζε και ρούχα, τα αναγκαία μια φορά δεν της λείπανε.  Ωστόσο, κάθε φορά που πληρωνόταν, με τα λεφτά στην τσάντα της, πήγαινε έξω από κάτι καταστήματα που πουλούσαν κοσμήματα και κολόνιες, χάζευε τις βιτρίνες, αλλά ποτέ δεν έμπαινε μέσα. Πηγαίνοντας μετά στο ταχυδρομείο να στείλει την επιταγή στο χωριό, φούντωνε μέσα της μια θλίψη, γινόταν νευρική.
Εκείνος ήταν ράφτης. Ζούσε σ’  ένα κεφαλοχώρι στην άλλη άκρη του νομού. Είχε μαγαζί δικό του κι ήταν καλός μάστορας. Τον αγαπούσαν όλοι. Ως τότε έκανε μποέμικη ζωή. Ήταν ψηλός κι ωραίος, ομορφάντρας. Είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες, αλλά στο τέλος είχε μείνει μόνος –αντίτιμο της ελευθερίας του. Στα πενήντα του αισθανόταν μια πικρία και μια απογοήτευση. Σαν να μην είχε βρει ακόμη εκείνο που έψαχνε.
Τότε είναι που επισκέφθηκε στο νοσοκομείο έναν άρρωστο συγγενή του. Όταν την είδε ένιωσε ακαριαία και ξάστερα μέσα του τη φλόγα να τον πυρπολεί ολόκληρο.
Την πολιορκούσε κοντά δυο χρόνια. Της αγόραζε ολόχρυσα βραχιόλια και δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και ακριβά αρώματα. Της έστελνε λουλούδια και γράμματα ερωτικά: Εσύ μου θύμισες ότι υπάρχω, της έγραφε,  χωρίς εσένα δεν ξέρω αν έχει  σημασία να ζω. Ήταν άνθρωπος αισθηματίας και ειλικρινής, σωστός αριστοκράτης.
Εκείνη στην αρχή κολακεύτηκε. Δεν της είχαν φερθεί ποτέ έτσι. Χωρίς να ξέρει  γιατί, τη γοήτευε αυτή η αφοσίωση που της έδειχνε, οι ρομαντικοί του τρόποι.  Έβλεπε βέβαια που είχε σχεδόν τα τριπλά της χρόνια, κι ας μην του φαινόταν, κι ήταν συγκρατημένη. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν τον ερωτεύτηκε πραγματικά. Της άρεσε όμως πολύ που τον έβλεπε να την προσέχει, να της φέρεται τόσο διαφορετικά.
Όταν το ανακοίνωσε στους δικούς της, αντέδρασαν άσχημα: Εγώ στο γέρο άνθρωπο δε σε δίνω, κι ας είν’ και βασιλιάς, της είπε άγρια ο πατέρας της. Τότε εκείνη πείσμωσε. Από μια σκοτεινή αντίδραση, από καπρίτσιο και μόνο, κι ας μην ήταν σίγουρη, του είπε το ναι.
Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στην ορεινή Ακράτα, μαζί μ’ έναν άντρα που τη λάτρευε, που έμοιαζε όμως με πατέρα της.
Οι πρώτοι μήνες κυλούσαν περίεργα. Δίπλα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που έκανε και υποσχόταν το καθετί για  την ευτυχία της, ένιωθε άβολα. Όλοι τους κοιτούσαν παράξενα, σαν νά ’βλεπαν κάτι το ασυνήθιστο. Κι αισθανόταν τα βλέμματα των νέων αντρών γύρω της να τη γδύνουν ολόκληρη. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ όμορφη· το σώμα της γεμάτο καμπύλες, η επιδερμίδα της κατάλευκη και δροσερή. Τα ντεκολτέ φορέματα που συνήθως φορούσε, φτιαγμένα με επιμέλεια από τα χέρια του ίδιου του άντρα της, της τόνιζαν ιδιαίτερα το πλούσιο στήθος. Οι άντρες στις μεταξύ  τους κρυφές συζητήσεις την έλεγαν: η Μέριλιν.
Εκείνος σιγά σιγά ξυπνούσε. Κι άρχισε να νιώθει γύρω του μια μεγάλη απειλή απ’ όλους. Η ζήλια μέσα του φούντωνε, τού ’τρωγε τα σωθικά.
Ποτέ της βέβαια δε σκέφτηκε εκείνη να τον απατήσει. Ωστόσο του καλλιεργούσε έντονα αυτή τη ζήλια. Της άρεσε να τον βλέπει να βασανίζεται, να πληρώνει γιατί την παρέσυρε σε κάτι που κατά βάθος δεν ήθελε.
Κι έτσι άρχισαν οι γκρίνιες. Της μιλούσε άσχημα, την πρόσβαλλε μπροστά σε άλλους, δεν την έβγαζε συχνά έξω. Κι εκείνη αρνιόταν να του δοθεί στο κρεβάτι, κάτι που τον αναστάτωνε φοβερά.
Μόλις γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί, αγόρι τούτη τη φορά, εκείνη δεν αισθανόταν τίποτα πια γι’ αυτόν. Έπεσε με τα μούτρα στο παιδί. Ήταν βεβαίως τυπική· μαγείρευε, έπλενε, έκανε ό,τι χρειαζόταν για το σπίτι της. Αλλά απέναντί του ήταν ψυχρή, εντελώς αδιάφορη. Σαν να μην υπήρχε εκείνος. Τώρα πια είχε  το γιο της.
–Αγόρι μου, άντρα μου! έλεγε κι έσφιγγε το παιδί στην αγκαλιά της.
Την έβλεπε να χύνεται ολόκληρη. Υπέφερε. Τον έτρωγε το σαράκι για δεκαπέντε χρόνια. Κάπνιζε ασταμάτητα κι έπινε πολύ. Ώσπου το σαράκι πήρε μορφή, έγινε ένας όγκος στο λαιμό και το στόμα, καμιά ελπίδα.
Δεν τον ένοιαζε  που θα πέθαινε. Τά ’χε μισοφάει άλλωστε τα ψωμιά του. Για κείνη στενοχωριόταν και για τα παιδιά. Η κόρη του τέλειωνε κιόλας το Λύκειο. Την αγαπούσε παθολογικά. Του θύμιζε κάτι από τη μάνα της στα πρώτα και ανύποπτα χρόνια του έρωτά του. Τον απέφευγε όμως κι εκείνη. Η μάνα της, θελημένα ή αθέλητα, είχε καταφέρει να την αποστρέψει απ’ τον πατέρα  της. Ούτε τα παιδιά του δεν τον ήθελαν.
Μονομιάς το στόμα και το πρόσωπό του άρχισαν να παραμορφώνονται. Τον τάιζε με καλαμάκι. Τον πήγε και στην Αθήνα, τον γύρισε σε νοσοκομεία και κλινικές, του έκανε χημειοθεραπείες, έκανε όλα όσα έπρεπε.
Όταν πέθανε ανάσανε. Ένιωσε να φεύγει από πάνω της ένα βάρος, να απελευθερώνεται από κάποιο βραχνά.
Η κηδεία έγινε χωρίς να παραλειφθεί τίποτε. Το ίδιο και τα μνημόσυνα. Φόρεσε φυσικά και μαύρα. Δεν ήθελε να την κουβεντιάζουν.
Αμέσως μετά έπεσε πάλι με τα μούτρα στο γιο της. Τού ’κανε όλα τα χατίρια, στεκόταν στο ένα πόδι για χάρη του, μαγείρευε το φαγητό που του άρεσε. Ο Νικάκης μου κι ο Νικάκης μου, έλεγε συνέχεια και καμάρωνε. Κι ο Νικάκης από τη μια βούλιαζε συνέχεια στην εξάρτησή της κι από την άλλη αποκτούσε συνήθειες παράλογες, εκμεταλλευόταν όλες τις περιστάσεις και γινόταν κακομαθημένο μαμμόθρεφτο.
Όταν τον έβλεπε στενοχωρημένο, έπεφτε στα μαύρα πανιά. Κι όλο τον ρώταγε τι έχει. Μ’ ένα άγχος που δεν μπορούσε να κρύψει. Κι εκείνος δεν ανάσαινε. Ένιωθε μια θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του να τον σφίγγει. Και να μην μπορεί  να ξεφύγει με τίποτα.
Στο κομοδίνο της είχε βάλει μια φωτογραφία που τον έδειχνε σχεδόν γυμνό, φορούσε ένα κολλητό σορτσάκι μόνο, που τόνιζε ιδιαίτερα τον ανδρισμό του. Την είχε μάλιστα μεγεθύνει. Όταν ξάπλωνε, γύριζε προς εκείνο το πλευρό. Τα μάτια της γλάρωναν μέσα στην κορνίζα.
Κάτι φορές το μυαλό της βασάνιζαν δυσάρεστες σκέψεις. Σκεφτόταν με μια παράξενη ζήλια πως όπου νά ’ναι θά ’μπλεκε με κάποια φιλενάδα, θα τον έχανε. Πονούσε. Κι από την άλλη, όταν τον έβλεπε νευρικό και ανήσυχο, τον έσπρωχνε να γνωρίσει καμιά κοπέλα αν ήθελε, να μην είναι μόνος του. Με μισή καρδιά βέβαια του το έλεγε. Όλα αντιφατικά και περίεργα μέσα της, και δεν μπορούσε να τα ξεκαθαρίσει.
Πολλές φορές τον έβλεπε στον ύπνο της, να τον κρατάει γυμνό στην αγκαλιά της, ολόκληρο άντρα τώρα πια, και να τον θηλάζει. Ξυπνούσε τρομαγμένη. Άλλες φορές πάλι τον έβλεπε να την έχει πλακώσει, να τη γλείφει παθιασμένα στο λαιμό και ξαφνικά να μπαίνει στο δωμάτιο μια άλλη, να τον βουτάει μέσα απ’ την αγκαλιά της. Πεταγόταν πιο τρομαγμένη.
Για την κόρη της δε νοιαζόταν. Όχι πως δεν την αγαπούσε. Αλλά εκείνη ήταν ανεξάρτητη, θα τα κατάφερνε μόνη της, δε θα είχε προβλήματα. Για το γιο της μόνον υπέφερε και δεν ήξερε τι να κάνει.
Όταν της είπε πως θα φορέσει σκουλαρίκι, δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Τι θα έλεγε ο κόσμος! Κι εκείνα που κορόιδευε στους άλλους δεν ήθελε να τα λουστεί για το παιδί της. Να το βγάλει απ’ το μυαλό του. Αποκλείεται. Στο τέλος όμως υποχώρησε.
Αργότερα της ζήτησε να πάρει μηχανάκι. Ούτε που να το σκέφτεται…. Τόσα γίνονταν καθημερινά. Αρκετές στενοχώριες είχε.
Ο Νικάκης, είκοσι χρονών τώρα πια, αν και δούλευε κι είχε δικά του λεφτά, δεν μπορούσε να το αποφασίσει μόνος του. Νεύριασε, φώναξε, έσπασε μερικά τασάκια, τον είδε σκασμένο, στο τέλος συμφώνησε. Με κρύα καρδιά, αλλά δεν άντεχε με τίποτα να τον βλέπει στενοχωρημένο.
Αυτό γινόταν συνέχεια. Εκείνος δεν έκανε τίποτα χωρίς να τη ρωτήσει. Τελικά όμως τα έκανε όλα με τη δική της άδεια. Ζούσαν έτσι κι οι δυο σε μια αλλόκοτη κατάσταση, με μια ένταση ανυπόφορη.
Με το μηχανάκι φορτώθηκε ένα φόβο παραπάνω. Δεν έκλεινε μάτι πριν εκείνος γυρίσει τα βράδια. Έλιωνε στην αναμονή και την ανησυχία. Κι όταν άκουγε την πόρτα ν’ ανοίγει, ένιωθε να την πλημμυρίζει μια ηδονή. Ξεχνούσε μεμιάς όλη την προηγούμενη απελπισία της κι ήταν ευτυχισμένη.
Τώρα τελευταία έτρεμε πολύ την εθνική. Από την Ακράτα στην Πάτρα είχε κάτι στροφές καρμανιόλες. Άσε που είχε μπλέξει και με κάτι αλητόπαιδα από ένα διπλανό χωριό, την Αιγείρα. Είχαν κι εκείνα μηχανάκια και τον παρέσυραν συνέχεια να κάνουν κόντρες. Κι οι νταλικέρηδες δε νοιάζονταν για τίποτα. Λες κι όλος ο δρόμος ήταν δικός τους.
 
Νωρίς κάθε απόγευμα πήγαινε στο νεκροταφείο. Μάδαγε τα μαλλιά της και χτυπιότανε πάνω στον τάφο του. Έλεγε λόγια ασυνάρτητα. Αν δε νύχτωνε για τα καλά, δεν έφευγε.
Καθώς όμως κυλούσε ο καιρός, μόνη τις νύχτες στο διπλό κρεβάτι, έβλεπε να περνούν μπροστά απ’ τα γλαρωμένα μάτια της, σαν σε παλιό σινεμά, σκηνές απ’ τη ζωή του. Όχι αυτή που έζησε, αλλά εκείνη που θα ζούσε, αν δεν την έκοβε στα δυο η νταλίκα. Τον έβλεπε γαμπρό στην εκκλησία, δίπλα σε μια όμορφη κοπέλα, που τον κρατούσε σφιχτά απ’ το μπράτσο. Τον έβλεπε στο σπίτι του να παίζει με τα παιδιά και να φροντίζει τη γυναίκα του, μακριά από κείνη. Τον έβλεπε που της έφευγε συνέχεια, που τον έχανε όλο και περισσότερο. Και γαλήνευε. Γαλήνευε πολύ.
Στην αρχή όλα αυτά τη φόβιζαν. Τα συνήθισε όμως. Κι έτσι τώρα στο μνήμα του δεν ξεφωνίζει, είναι πιο ήρεμη. Του κουβεντιάζει και του γελάει και κάτι φορές τον μαλώνει τρυφερά. Κάποτε την είδαν να τού ’χει πάει φαγητό, να προσπαθεί να ταΐσει το χώμα, να τον καλοπιάνει για να φάει.
Ώσπου ένα βράδυ, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, τον βλέπει καθαρά, ολόκληρο παλικάρι δυο μέτρα, ολόγυμνο, να της χαμογελάει. Και ξαφνικά άρχισε να μικραίνει, να μικραίνει συνεχώς. Ανοίγει τότε τα πόδια, κι εκείνος έτσι μικροσκοπικός που είχε γίνει μπήκε στον κόλπο της.
Το πρωί που ξύπνησε ένιωθε την κοιλιά της φουσκωμένη, και που και που τον άκουγε που κλότσαγε μέσα της.
Δεν ξαναπήγε από τότε στο νεκροταφείο.
 
 
[στον τόμο: 7 διηγήματα. Θοδωρής Γκόνης, Χειμωνικό - Λίλυ Εξαρχοπούλου,Το μήνυμα -
Στάθης Κουτσούνης, Η Μέριλιν της ΑκράταςΒασίλης Ρούβαλης, Απέναντι η θάλασσα -
Δημήτρης Σωτάκης, Τα περιστέρια - Νατάσα Χατζιδάκι, Ουράνια τόξα -
Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Στην άκρηΕκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003]

Κριτική

Εφτά  Έλληνες συγγραφείς, εφτά διηγήματα
 
Εκδοχές του παράξενου και της απόκλισης
 
Επτά συγγραφείς συναντώνται σ’ έναν συλλογικό τόμο με ισάριθμα  διηγήματα, στα οποία όσο κι αν η προσωπική εμπειρία του καθενός, η ψυχοσύνθεση, η εκφραστική εντύπωση, η αντιμετώπιση του γεγονότος είναι διαφορετική, έχουν έναν τρόπο να συγκλίνουν προς το παράδοξο και το παράξενο, το προβληματικό και το αποκλίνον.
Ο Θ. Γκόνης με το «Χειμωνικό» του στέλνει παραδοσιακά το καρπούζι ως μήνυμα. Η παιδική ανάμνηση για το διάλεγμα ενός καρπουζιού, ο ρόλος του καρπουζιού ως μηνύματος, το παλιό έθιμο, η παιδική αταξία και τώρα, χρόνια μετά, ο σπαρακτικός θρήνος στον τάφο της γιαγιάς. Και όλα αυτά με μια αφήγηση βαθιά εσωτερική, που συνθέτει και δικαιολογεί με τη λογική αλλαγές που δεν τις δικαιολογεί η καρδιά.
Η Λ. Εξαρχοπούλου, με το δικό της «Μήνυμα», με μια αφήγηση σαν τηλεγραφική αναφορά, αφ’ ενός θέτει το πρόβλημα της όρασης, μιας μεταφορικής τελικά τύφλωσης, αφ’ ετέρου θέτει εκ νέου το πρόβλημα της διάστασης των ηλικιών. Μια υποδήλωση ερωτική στη σχέση δύο ατόμων ή καλύτερα στην έλξη του ενός και στην απώθηση του άλλου, βρίσκεται στη βάση του διηγήματος, το οποίο πλαγίως μας συμβουλεύει να μην ξεχνάμε την ηλικία μας, διότι η διαφορά βλάπτει σοβαρά τον έρωτα και την υγεία.
Ο Στ. Κουτσούνης μας στέλνει τη «Μέριλιν της Ακράτας». Τίτλος σημαδιακός, σημαντικός και απομυθοποιητικός. Μία είναι η Μέριλιν, η θεά του Χόλιγουντ. Όταν, όμως, πέφτει δίπλα της ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Ακράτας, την έκπληξη διαδέχεται η απογοήτευση. Μια άλλη Ακρατινή Μέριλιν, ουδεμία σχέση έχουσα με τη θεά, μητέρα ενός νεαρού, μας τραβάει στον βυθό της, στα ρηχά ή στα βαθιά, ανάλογα με τον βαθμό εξάρτησής της από τον γιο, που τελικά φαντασιώνεται πως τον έχει έμβρυο στον κόλπο της. Το μήνυμα αποστέλλεται σαν SOS προς τις μαμάδες, όπου γης.
Ο Βασίλης Ρούβαλης, με το διήγημα «Απέναντι η θάλασσα», επιχειρεί με μια εμπειρία βυθού τη σπουδή της γυναίκας ή της θάλασσας. Εκεί στον βυθό επικοινωνεί με το ακρόπρωρο(;) ή με τον θαλασσινό θεό, ένα κυριαρχικό δίδυμο που η σπουδή τους ταυτίζεται με μια βαθύτερη υπαρξιακή αναζήτηση. Η καταβύθιση στον βυθό του ψυχικού χώρου κάνει την πραγματικότητα να εκλαμβάνεται ως παραίσθηση μέχρις ότου αναδειχθεί ανώτερη από τη μυθοπλασία. Τελικά η «Απέναντι θάλασσα» βρίσκεται μέσα μας.
Ο Δ. Σωτάκης γράφει για τα «Περιστέρια». Μια προσωπική τραυματική εμπειρία τον κάνει να εμμένει στην τύχη των περιστεριών, στα είδη τους και κυρίως στον τρόπο του θανάτου τους. Και επειδή αυτός προκύπτει από την απρόσεκτη οδήγηση, στο κριτικό στόχαστρο του συγγραφέα μπαίνουν και οι εποχούμενοι και η κοινωνία γενικά. Όταν, όμως, παρετυμολογεί τη λέξη «περιστέρι» από το perahistar, συνδέει δηλαδή τα πουλιά με την Αφροδίτη, τότε τους προσδίδει μια επιπλέον διάσταση. Αν δεν απατώμαι, πουλιά της Αφροδίτης είναι τα στήθη της, που μοιάζουν με περιστέρια, οπότε το πραγματικό γίνεται ερωτικό, λιμπιντικό αντικείμενο και εδώ κάπου εμπλέκεται το μυστικό της ανησυχίας του.
Η Ν. Χατζιδάκι με τα «Ουράνια Τόξα» επιχειρεί μια ξενάγηση, μόνο που δεν ξέρουμε αν αυτή γίνεται στον ουρανό ή στη γη, σε πραγματικά ή σε φανταστικά, εξωτερικά ή εσωτερικά τοπία, εφόσον όλα διαπλέκονται, αλληλοσυνείρονται και τελικά γίνονται αδιάβατα. Εικόνες, πάρκα, κάδρα, πρόσωπα, εικαστικά, υπόκεινται σε μια ξενάγηση, όπου το φανταστικό εκλαμβάνεται ως πραγματικό και το πραγματικό ντεκουπάρεται σε φαντασιακό.
Η Ε. Χουρμουζιάδου γράφει «Στην κόψη». Ένας άντρας που τα έχει όλα, αλλά του λείπουν πολλά, που μπαλαντζάρει ανάμεσα σε δύο γυναίκες, αλλά δεν στέκεται σε καμιά ούτε ευτυχεί με καμιά, που το χρήμα ρέει άφθονο, αλλά δεν λύνει κανένα πρόβλημα, που η θεά τύχη τον σώζει, μοιάζει να μας προσγειώνει σε γνωστά αστικά ιψενικά τρίγωνα.
 
Ανθούλα Δανιήλ
[εφημερίδα Η Καθημερινή, 30 Μαρτίου 2004]

Επτά διηγήματα, επτά προσωπικές μαρτυρίες για τον έρωτα, το θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αξίες που τις διέπουν, δοσμένα με περίτεχνες περιγραφές, πότε-πότε εξεζητημένο λεξιλόγιο και λόγο που ρέει με τρόπο χιουμοριστικό, ανατρεπτικό, ιδιαίτερο.
Καθένα από τα διηγήματα ξεχωρίζει μοναδικό και ακέραιο δημιουργώντας στον αναγνώστη ποικίλα συναισθήματα που εναλλάσσονται έντονα και εύστοχα: ενώ δηλαδή πρόκειται για επτά τελείως διαφορετικές ιστορίες, ο αντίκτυπός τους στον αναγνώστη είναι κατά το πλείστον ο ίδιος ενώ λειτουργεί αυθεντικά, με κοινό παρονομαστή την κατάθεση ταλέντου των συγγραφέων.
Θα ξεχώριζαν ενδεικτικά τέσσερα από τα επτά : το Χειμωνικό του γνωστού στιχουργού Θοδωρή Γκόνη, η Μέριλιν της Ακράτας, λογοτεχνικό ντεμπούτο του ποιητή Στάθη Κουτσούνη, το Απέναντι η θάλασσατου Βασίλη Ρούβαλη και τα Ουράνια τόξα της Νατάσας Χατζιδάκι.
Με κομμένη την ανάσα από την αρχή μέχρι –και κυρίως– το τέλος ο αναγνώστης ακολουθεί τα χνάρια του Χειμωνικού, αγγίζει αρχέγονες μορφές συναισθημάτων και υπαρξιακής αγωνίας καθώς αναζητά στιγμές εσωτερικής γαλήνης και ασφάλειας που θυμίζουν ρήσεις του Καμύ –στην προκειμένη περίπτωση όμως αναβλύζουν πολύ περισσότερο τα συναισθήματα– στη Μέριλιν της Ακράτας. Αναθεωρεί την αξία των ανθρώπινων σχέσεων στο Απέναντι η θάλασσα, ενώ βυθίζεται σε μια συνειρμική ψυχεδελική ονειροπόληση με τις πινελιές γραφής απ’ τα Ουράνια τόξα.
Πάντοτε η γραφή ήταν κατάθεση ψυχής. Γι’ άλλη μια φορά η ιστορία της συνεχίζεται…
 
Φρόσυ Συνιώρη
[περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 124, Απρίλιος-Ιούνιος 2004, σελ. 140-141]

Επτά διηγήματα, επτά προσωπικές μαρτυρίες για τον έρωτα, το θάνατο, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αξίες που τις διέπουν, δοσμένα με περίτεχνες περιγραφές, πότε-πότε εξεζητημένο λεξιλόγιο και λόγο που ρέει με τρόπο χιουμοριστικό, ανατρεπτικό, ιδιαίτερο.
Καθένα από τα διηγήματα ξεχωρίζει μοναδικό και ακέραιο δημιουργώντας στον αναγνώστη ποικίλα συναισθήματα που εναλλάσσονται έντονα και εύστοχα: ενώ δηλαδή πρόκειται για επτά τελείως διαφορετικές ιστορίες, ο αντίκτυπός τους στον αναγνώστη είναι κατά το πλείστον ο ίδιος και λειτουργεί αυθεντικά, με κοινό παρονομαστή την κατάθεση ταλέντου των συγγραφέων.
Θα ξεχώριζαν ενδεικτικά τέσσερα από τα επτά: το Χειμωνικό του μουσικού-στιχουργού Θοδωρή Γκόνη, η Μέριλιν της Ακράτας, πεζογραφικό ντεμπούτο του ποιητή Στάθη Κουτσούνη, το Απέναντι η θάλασσατου Βασίλη Ρούβαλη, όπου ο συγγραφέας αναθεωρεί με περιγραφική απλότητα την αξία των ανθρώπινων σχέσεων, και τα Ουράνια τόξα, όπου ο αναγνώστης βυθίζεται σε μια συνειρμική ψυχεδελική ονειροπόληση μέσ’ απ’ τις πινελιές γραφής της Νατάσας Χατζιδάκι.
Αναλύοντας λίγο περισσότερο τα κείμενα, απολαμβάνουμε:
Με κομμένη την ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος, ο αναγνώστης ακολουθεί τα χνάρια του Χειμωνικού, του Θοδωρή Γκόνη, που είναι γραμμένο σε άμεσο λόγο, κοφτή αφήγηση, φράσεις-όρια, λέξεις-όρια, λέξεις-εικόνες. Αν τολμά κανείς να παρουσιάσει τα νοήματα του κειμένου, θα μπορούσε μονάχα να πει πως η αξία του διηγήματος αυτού κρύβεται στη σχέση των ανθρώπων με το χρόνο, τις ενθυμήσεις, μα κυρίως στην αίσθηση της απώλειας. Της απώλειας αγαπημένων προσώπων, στιγμών, ακόμα και πραγμάτων που συνδέονται με το μικρόκοσμο του καθένα μας. Έτσι, σαν τα αρώματα του Proust, μα πιο ιδιαίτερα, πιο ευθεία, πιο απλά.
Στο ίδιο ιδεολογικό μοτίβο, η Μέριλιν της Ακράτας, του Στάθη Κουτσούνη,είναι μια ιστορία  που αγγίζει αρχέγονες μορφές συναισθημάτων και υπαρξιακής αγωνίας. Ο συγγραφέας «αποστασιοποιείται» από τους ήρωές του, δηλαδή δεν αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, πράγμα που συμβαίνει στο Χειμωνικό. Όμως, το ενδιαφέρον στοιχείο που παρατηρούμε είναι η υπονοούμενη διττή φύση του ανθρώπου-γράφοντος, που σαφώς προκαλεί τη φαντασία του αναγνώστη με τη σύγχυση ανάμεσα στα δύο φύλα. Είναι έκδηλη η φιλολογική δομή του διηγήματος, καθώς η διάρθρωση του κειμένου αναδεικνύει μιαν άψογη τοποθέτηση στο λογοτεχνικό χωροχρόνο της αφήγησης. Κι ενώ ο τίτλος παραπέμπει σε εικόνα από ταινία του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, η ουσία του διηγήματος κορυφώνεται αποκρυσταλλωμένη στον πίνακα H καταγωγή του κόσμου (1866), του γάλλου ρεαλιστή ζωγράφου του 19ου αιώνα GCourbet (1819-1877). Εισπράττουμε δηλαδή έναν πραγματικά αυθεντικό συνειρμό, που σχετίζεται με τα αέναα συνειδησιακά ερωτήματα για τον κύκλο της ζωής, της γέννησης και του θανάτου. Πρόκειται για συναισθήματα και σκέψεις που αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη φύση, καθώς αυτή ασταμάτητα αναζητά στιγμές εσωτερικής γαλήνης και ασφάλειας και που, αν πηγαίναμε μακρύτερα, θυμίζουν ρήσεις του AlbertCamus. Μόνο που εδώ η ποιητική τονικότητα δρα πολύ πιο καταλυτικά κι αυθεντικά.
Πάντοτε η γραφή ήταν κατάθεση ψυχής. Γι’ άλλη μια φορά η ιστορία της συνεχίζεται…
 
Φρόσυ Συνιώρη
[Περιοδικό «Δελτίο» (Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου), τεύχος 32,
Άνοιξη-Καλοκαίρι 2004, σελ. 30]


© 2014-2017 Στάθης Κουτσούνης | fb icon