Στου κανενός τη χώρα

 

stou kanenos ti xora 
Στάθης Κουτσούνης
Στου κανενός τη χώρα 
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020
 
Στου κανενός τη χώρα τίποτα δεν σκιρτά. Μόνον απέραντες φυτείες του ύπνου και μια πηχτή αδιαπέραστη σιωπή…
Στην 7η ποιητική συλλογή του ο Στάθης Κουτσούνης αναμετριέται με το άγνωστο, επιχειρώντας να ιχνογραφήσει τις σκοτεινές πλευρές του φωτός και του σκότους την αμυδρή λάμψη· με συναίσθηση της ματαιότητας και της ουτοπίας.
 

Ποιήματα

πάσχιζα να βρω τι θα ντυθώ
σ’ αυτό το μασκέ πάρτι των συμμαθητών
μετά από τόσα χρόνια
ώσπου ξεπηδήσαν από μέσα μου
οι πρωτινοί εαυτοί μου                                   
ο Τρελαντώνης κι ο Μικρός Σερίφης
ο Δον Κιχώτης και ο Μπολιβάρ
ο Καζανόβα και ο Σέρλοκ
κι άλλοι ατίθασοι κι επαναστάτες
ασυμβίβαστοι κι ονειροπόλοι
και προπαντός της ομορφιάς εραστές
 
με πολιορκούσαν ασφυκτικά
εκλιπαρώντας να τούς ζωντανέψω
έστω την ύστατη στιγμή
να τούς υποδυθώ ξανά
 
μα ήδη είχα πάρει τη στροφή
κι ήταν αργά για υποκριτική
έτσι δειλός και άσημος
με ψίχουλα στα χέρια και σπασμένα δόντια
πήγα στο πάρτι χωρίς μεταμφίεση
        μόνος εγώ μια θλιβερή παραφωνία 

ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
 
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
 
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μού φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
 
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω

απουσιολόγος χρόνια
σωστό λαγωνικό στην τάξη της
κανένας δεν της ξέφευγε
μα μόλις έγραφε την απουσία
ένιωθε ταραχή μαζί και ευχαρίστηση
 
λείπει δεν είν’ εδώ παραληρούσε
και πλημμύριζε η αίθουσα παρουσία
 
τα ίδια και στο σπίτι της
σήμερα μητέρα απουσίαζαν η Έφη κι ο Άκης
και μαγικά τούς έφερνε μπροστά της
 
ζούσε με τους απόντες της
 
στα βαθιά της γεράματα τώρα
ένα πράγμα μονάχα τη νοιάζει
να σημειωθεί στο απουσιολόγιο
κανονικά όταν λείψει
μην τυχόν κι ο απουσιολόγος
κάνει τα στραβά μάτια
και προπάντων μην τυχόν
και δεν αντιληφθεί
την απουσία της

κυνηγητό με τον κίνδυνο παίζει
φλερτάρει αναίτια με τον χαμό
 
άγρια βλέμματα και δυο τρεις στον αέρα
απόπειρες δεν την πτόησαν
έβοσκε τον θυμό μου ζουζουνίζοντας
μπροστά στη μύτη μου αναιδώς
επιχειρούσε ν’ αράξει στ’ αυτιά μου
 
κάποια στιγμή ησύχασε
λοξά το μάτι μου την πήρε
μπεκάτσα που ξέφυγε απ’ τα σκάγια
να ξαποσταίνει πάνω σ’ ένα βιβλίο
–ποιος ξέρει τι σχέδια καταστρώνοντας–
ώσπου ακούστηκε ο κρότος
και μαύρο παχύρρευστο ζουμί
απλώθηκε στην άκρη του οπισθόφυλλου
 
τίναξα το βιβλίο και το γύρισα
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου

 

 

 

© 2014-2020 Στάθης Κουτσούνης | fb icon