Στου κανενός τη χώρα

 

stou kanenos ti xora 
Στάθης Κουτσούνης
Στου κανενός τη χώρα 
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2020
 
Στου κανενός τη χώρα τίποτα δεν σκιρτά. Μόνον απέραντες φυτείες του ύπνου και μια πηχτή αδιαπέραστη σιωπή…
Στην 7η ποιητική συλλογή του ο Στάθης Κουτσούνης αναμετριέται με το άγνωστο, επιχειρώντας να ιχνογραφήσει τις σκοτεινές πλευρές του φωτός και του σκότους την αμυδρή λάμψη· με συναίσθηση της ματαιότητας και της ουτοπίας.
 
Ποιήματα

πάσχιζα να βρω τι θα ντυθώ
σ’ αυτό το μασκέ πάρτι των συμμαθητών
μετά από τόσα χρόνια
ώσπου ξεπηδήσαν από μέσα μου
οι πρωτινοί εαυτοί μου                                   
ο Τρελαντώνης κι ο Μικρός Σερίφης
ο Δον Κιχώτης και ο Μπολιβάρ
ο Καζανόβα και ο Σέρλοκ
κι άλλοι ατίθασοι κι επαναστάτες
ασυμβίβαστοι κι ονειροπόλοι
και προπαντός της ομορφιάς εραστές
 
με πολιορκούσαν ασφυκτικά
εκλιπαρώντας να τούς ζωντανέψω
έστω την ύστατη στιγμή
να τούς υποδυθώ ξανά
 
μα ήδη είχα πάρει τη στροφή
κι ήταν αργά για υποκριτική
έτσι δειλός και άσημος
με ψίχουλα στα χέρια και σπασμένα δόντια
πήγα στο πάρτι χωρίς μεταμφίεση
        μόνος εγώ μια θλιβερή παραφωνία 

ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
 
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
 
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μού φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
 
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω

απουσιολόγος χρόνια
σωστό λαγωνικό στην τάξη της
κανένας δεν της ξέφευγε
μα μόλις έγραφε την απουσία
ένιωθε ταραχή μαζί και ευχαρίστηση
 
λείπει δεν είν’ εδώ παραληρούσε
και πλημμύριζε η αίθουσα παρουσία
 
τα ίδια και στο σπίτι της
σήμερα μητέρα απουσίαζαν η Έφη κι ο Άκης
και μαγικά τούς έφερνε μπροστά της
 
ζούσε με τους απόντες της
 
στα βαθιά της γεράματα τώρα
ένα πράγμα μονάχα τη νοιάζει
να σημειωθεί στο απουσιολόγιο
κανονικά όταν λείψει
μην τυχόν κι ο απουσιολόγος
κάνει τα στραβά μάτια
και προπάντων μην τυχόν
και δεν αντιληφθεί
την απουσία της

κυνηγητό με τον κίνδυνο παίζει
φλερτάρει αναίτια με τον χαμό
 
άγρια βλέμματα και δυο τρεις στον αέρα
απόπειρες δεν την πτόησαν
έβοσκε τον θυμό μου ζουζουνίζοντας
μπροστά στη μύτη μου αναιδώς
επιχειρούσε ν’ αράξει στ’ αυτιά μου
 
κάποια στιγμή ησύχασε
λοξά το μάτι μου την πήρε
μπεκάτσα που ξέφυγε απ’ τα σκάγια
να ξαποσταίνει πάνω σ’ ένα βιβλίο
–ποιος ξέρει τι σχέδια καταστρώνοντας–
ώσπου ακούστηκε ο κρότος
και μαύρο παχύρρευστο ζουμί
απλώθηκε στην άκρη του οπισθόφυλλου
 
τίναξα το βιβλίο και το γύρισα
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Κριτική

Χωρίς στίξη και με ανοικτό το τέλος είναι το κάθε ποίημα της πρόσφατης συλλογής του Στάθη Κουτσούνη. Από τον τίτλο αλλά και από το σκηνικό των ποιημάτων καταλαβαίνει κανείς ότι ο «αφηγητής» συνομιλεί με τη «χώρα του κανενός», με εκείνους που έχουν φύγει από τη ζωή. Η ειρωνεία, σε μερικά από αυτά, αντιστρέφει ή συγκρατεί τη θλίψη που δημιουργεί η απώλεια. Σε μερικές περιπτώσεις γίνεται διάλογος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και τον έτερο, τεχνική που προσφέρει αμεσότητα. Ξεχωρίζω: «μπροστά μου ένα σκουλήκι και αυθόρμητα/ σηκώνω το πέλμα μου να το λιώσω/ μα ξάφνου κάποιος συνειρμός/ μετέωρο κρατά/ στον αέρα το πόδι μου// με ταραχή και θαυμασμό/ κοιτάζω τώρα το σκουλήκι/ τα μάτια μου βουρκώνουν/ κι ευθύς παραμερίζω να περάσει» (νήμα). 

Χρύσα Σπυροπούλου
[περιοδικό Τα Ποιητικά, τεύχος 39, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2020, σελ. 30]
 

Ανίδεοι νενικήκαμεν
 
     Το έβδομο ποιητικό βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη, Στου κανενός τη χώρα, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Σεπτέμβριος 2020), αποτελεί έναν επιπλέον σταθμό στη σταθερή πορεία της ποιητικής του έκφρασης. Πρόκειται για μια σύνθεση με βασικούς άξονες περιεχομένου τη φθορά, την απώλεια, τον θάνατο, όπως μας προϊδεάζει και η επιλογή του πίνακα για το εξώφυλλο («ExitFigXXI» του VlVelickovic), όπου εικονίζεται ένα ανθρώπινο σώμα γυμνό από κάθε γνώρισμα (φύλο, ηλικία κλπ.) να αφήνει τον χώρο του χρώματος και να μπαίνει στην επικράτεια του μαύρου, στο σκοτάδι που ήδη έχει αρχίσει να το εξαφανίζει, να το καταπίνει. Για τον τίτλο θα γίνει αργότερα σχετική αναφορά.
     Ο αναγνώστης γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι ο ποιητής επιλέγει με γνήσιο και αβίαστο τρόπο να προσεγγίσει τα δύσκολα και απευκταία, αλλά υπαρκτά και παρόντα. Αποτυπώνει με τα εργαλεία της τέχνης του τον θάνατο που συντελείται σε πολλές μορφές ύπαρξης, εικονοποιεί στιγμιότυπα φθοράς, για παράδειγμα στις «νεκρές φύσεις» (iiiiiiiv, σσ. 10, 18, 26, 34), εισάγει χωρίς μελοδραματισμούς σε ατμόσφαιρα όπου πλανάται η βεβαιότητα της απώλειας, η πραγματικότητα του θανάτου.
     Ο Στάθης Κουτσούνης κατορθώνει να συνδυάσει αρμονικά τις δελεαστικές –ίσως και ακραίες– προτροπές της ζωής που τα επιθυμεί όλα χωρίς όρια, «βάλε φωτιά να καούν τα όρια» (σ. 13), με τη βεβαιότητα του τέλους που απαιτεί τη συνενοχή της ζωής σε ένα παιχνίδι με τους δικούς του κανόνες. Αυτή η αρμονία, μάλιστα, επιτυγχάνεται τόσο στο σύνολο της συλλογής όσο και στη σύνθεση ενός μόνο ποιήματος (π.χ. «το μήλο», σ. 13). Η ταλάντωση διακρίνεται από κανονικότητα και δεν διαταράσσεται η αλήθεια ότι ζωή και θάνατος είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, δυο αλληλένδετες εκφάνσεις της φύσης.
     Συζητά ο ποιητής με τη φθορά, την απώλεια, την απουσία, τις διαψεύσεις, τις υποστασιοποιεί, τις βάζει απέναντι, τις παρατηρεί, τις αποδέχεται με ωριμότητα, μας τις κάνει οικείες, γιατί είναι αδιάψευστες πραγματικότητες, υπάρχουν μέσα στο «είναι» μας, αλλά δεν υποχωρεί στη δύναμή τους, τις υπονομεύει με τον τρόπο που η τέχνη ξέρει να το επιχειρεί, «ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση/ […]/ στης αστραπής ν’ ανεβαίνει τη σέλα/ και στις φυτείες των απαλών του χρόνων/ να ξαναβρίσκει τη χαμένη του γενιά/ και με τον άνεμο παρέα ν’ αλητεύει» (σ. 16). Τολμά να γίνει ακόμα και μακάβρια κυνικός συνομιλώντας περιπαικτικά με το αποτρόπαιο, «Χώμα στο χώμα ο νεκρός/ ωραίος αποτρόπαια/ μες στο μικρό εξοχικό του» (σ. 18). Άλλοτε πάλι δείχνει πώς ξεγελιέται ο άνθρωπος προβάλλοντας στον άλλο κόσμο συνήθειες της ζωής, για παράδειγμα στο ποίημα «στεφάνι», «να μού τα βάλεις μαζί [τα στέφανα] όταν φύγω/ έννοια σου και θα τον παντρευτώ ξανά/ τον πατέρα σου εκεί πέρα// εκτός εάν/ μέσα στο τόσο πλήθος/ δεν καταφέρουμε ποτέ ν ’ανταμωθούμε» (σ. 23), όχι γιατί δεν ξέρει ότι αυτά εκεί δεν γίνονται, αλλά γιατί θέλει μόνο να προσπαθεί να τα αναιρέσει.
     Στο ποίημα «σκεύος εκλογής» (σ. 20) ο προδομένος αυτόχειρας αίρει τις αμαρτίες όλων όσοι τον μιμήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, γιατί εν τέλει ίσως όλοι σταυρώθηκαν ολομόναχοι, όπως αυτός (σ. 21), κάτω από αναπόδραστες συνθήκες, για τις οποίες μικρή ευθύνη είχαν. Το ίδιο συμβαίνει με τη γυναίκα που δεν ονοματίζει ο ποιητής, στο ποίημα «απολογία», γιατί έγινε σύμβολο, χαρακτήρας που αυτονομήθηκε από το τραγικό της δραματικής ποίησης και σήκωσε την ενοχή της εκδίκησης πολλών ομοφύλων της. Λειτουργούν και οι δύο ως αρχετυπικοί ήρωες, επομένως δεν τους αιχμαλωτίζει ο ποιητής μέσα στα ονόματά τους, ούτε Ιούδας ούτε Κλυταιμνήστρα. Αυτά τα ποιήματα είναι και τα πιο εκτενή αφηγηματικά ποιήματα της συλλογής.
     Εντυπωσιάζει, κατά τη γνώμη μου, η εστίαση που γίνεται στα ποιήματα «θέατρο» (σ. 36) και «κανιβαλισμός» (σ. 37), στα της φύσης έμβια, και μη, όντα, χλωρίδα και πανίδα, τα οποία συναντώνται και συμφύρονται στη διαδικασία της απώλειας, από διαφορετική θέση το καθένα και με διαφορετικό ρόλο, σε φρικτή αλληλοεπιχώρηση.
     Δυο ποιήματα επιλέγει για το τέλος ο ποιητής, με το ένα, «παίζω άρα υπάρχω» (σ. 42), ομολογεί αυτό που αποκαλύπτουν όλες οι συνθέσεις της συλλογής, ότι τόλμησε να «παίξει» δημιουργικά με τα δύσκολα της ύπαρξης επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη μέσω της γνώσης του τέλους της. Με το άλλο, «coda» (σ. 43) –μουσικός κυρίως όρος που δηλώνει το κομμάτι, απλό ή περίπλοκο, που οδηγεί μια σύνθεση στο τέλος της– ο Στάθης Κουτσούνης φανερώνει την πρόθεσή του, η οποία άλλωστε διέτρεξε ολόκληρο το σώμα της συλλογής, να «ιντριγκάρει» τον θάνατο «γευόμενος μέχρι το μεδούλι/ την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια/ […]/ και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο/ θα σ’ αναγκάσω σε παράταση» (σ.43).
     Η ποιητική ιδέα της συλλογής αναπτύσσεται με μορφή λιτή και απροσποίητο τρόπο, ωστόσο ιδιαίτερα υποβλητικά με λόγο υπαινικτικό που εντείνει την αμεσότητα μέσα από οικεία στιγμιότυπα (π.χ. «νήμα», σ. 24 ), μέσα από διαλόγους με προσωποποιημένα αντικείμενα (π.χ. «χίμαιρα», σ. 40). Ο ποιητής, επίσης, χτίζει εικόνες και νοήματα καταφεύγοντας στην αλληγορία (π.χ. στο «δέος», σ. 16), άλλωστε και στις δυο –τουλάχιστον– τελευταίες του συλλογές, Έντομα στην εντατική (2008) και Στιγμιότυπα του σώματος (2014), η αλληγορία συνιστά ένα από τα γνωρίσματα της αισθητικής του συνείδησης.
     Ολιγόστιχα είναι κυρίως τα ποιήματα αποσκοπώντας στον τονισμό του μηνύματος, την έξαρση της ποιητικής ιδέας. Εικόνες, οπτικές και ακουστικές, από την καθημερινή εμπειρία, «μονολογούσε η γυναίκα/ με το χιόνι στα μαλλιά/ και τα γαλάζια ποτάμια/ στα χέρια και τα πόδια» (σ. 27) ή «ακούγονται οι χτύποι του σφυριού/ σαν τα χρόνια του πεθαμένου/ που ξεκολλήσαν απ’ το σώμα του/ και πέφτουν ένα ένα/ κέρματα στο τσιμέντο» (σ. 15), συμβάλλουν στην άμεση πρόσληψη του νοήματος.
     Απουσιάζει η στίξη, ίσως γιατί «στου κανενός τη χώρα» κυριαρχεί η αδιάλειπτη, χωρίς διακοπές, ύπαρξη της ανυπαρξίας, ή γιατί η απουσία στίξης επιτρέπει την αλληλοϋπονόμευση των νοημάτων, όπως συμβαίνει εξαιρετικά στο ποίημα «σύγχυση» (σ. 20).
     Ο ποιητής εμμένει στα πεζογράμματα τόσο στους τίτλους των ποιημάτων –με εξαίρεση δύο ονόματα, «Εύα» (σ.12) και «Αρέθουσα» (σ. 33), εμβληματικών γυναικών διαφορετικής γραμματειακής προέλευσης με αναλογίες όμως στις μορφές απώλειας και τον συμβολισμό τους– όσο και κατά την ανάπτυξη των ποιημάτων. Γίνεται ίσως γιατί «στου κανενός τη χώρα» τίποτα δεν ξεχωρίζει από τα άλλα, είναι όλα ίδια και ισομεγέθη;
     Ποίηση όμως είναι κυρίως γλώσσα και ο Στάθης Κουτσούνης και με τη φιλολογική του εξάρτυση κατέχει τη γλώσσα και τολμά, προκειμένου να υπηρετήσει με αρτιότητα το ποιητικό γεγονός, να επιλέξει συγκείμενα που προκαλούν, «ανίδεοι νενικήκαμεν» (σ. 11) ή «φιλάρεσκα απολαμβάνει/ σε θέση περίβλεπτη της φυλακής του/ των περαστικών τα βλέμματα» (σ. 16) κ.τ.ό. Τολμά να ανακαλέσει λέξεις από το παρελθόν της γλώσσας, εργαλεία δυναμικά, κι έτσι απέναντι στο «δέος» παραθέτει την «ορρωδία» (σσ. 14, 15), το «άχθος» (σ. 25) , το «ενεός» (σ. 28), και να συνεκφέρει τόσο αρμονικά εντός της «ορρωδίας» το δημώδες «κοτάει» προσαρμοσμένο στην προθετικότητα του ανθρώπου ενός άλλου καιρού, «μια γριά […] δεν κοτάει» (σ. 15).
     Άφησα για το τέλος τον σχολιασμό του τίτλου, Στου κανενός τη χώρα. Είναι η χώρα του κανενός, νομίζω, γιατί είναι η χώρα όλων μας αυτή η χώρα στο επέκεινα, νυν και αεί, δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν, δεν υπάρχουν εκεί ιδιοκτησίες και ιδιοκτήτες.
     Ο Στάθης Κουτσούνης πιστεύω ότι πέτυχε μια δύσκολη ισορροπία: θέλησε να μας συμβιβάσει με την πιο βέβαιη πραγματικότητα που προτιμάμε να αγνοούμε, δεν θέλησε όμως να καταθλιβούμε, αλλά να εκτιμήσουμε συνειδητά το τώρα, την κάθε ημέρα σύμφωνα με τον ευριπίδειο στίχο που έθεσε στην προμετωπίδα του βιβλίου του. «Τόδ’ ἧμαρ ἡμῖν κύριον», απαντά ο Ορέστης στο «θανούμεθα» της Ηλέκτρας που προηγήθηκε. Στην ημέρα που μας ανήκει εστιάζει ο ποιητής, αυτή να γευόμαστε, όπως ο καθένας μπορεί, κι έτσι θα βγάζουμε «απ’ το μανίκι τον άσο» για «παράταση». Μήπως αυτό δεν επιδιώκουν οι καταγραμμένες απόπειρες όλων των μορφών της Τέχνης;
Χρύσα Αλεξοπούλου
[Βιότοπος πολιτισμού CultureBook, 6 Οκτωβρίου 2020]

Ποιήματα γεμάτα ευαισθησία
 
Καβαφικά ολιγογράφος ο Κουτσούνης, πάλι έξι χρόνια χωρίζουν την καινούρια ποιητική του συλλογή, που έχει τίτλο Στου κανενός τη χώρα, από την προηγούμενη, τα Στιγμιότυπα του σώματος.
     Και σ΄ αυτή την ποιητική συλλογή διακρίναμε τον ίδιο Κουτσούνη που ξέραμε και από τις προηγούμενες. Λιτός, διαυγής, ερωτικός, με κοινωνικές ευαισθησίες.
     Τα σύντομα σαν χάι κου ποιήματα που συναντήσαμε και στις προηγούμενες συλλογές ομαδοποιούνται εδώ κάτω από τον τίτλο «Νεκρές φύσεις», τέσσερις συνολικά, διάσπαρτες στη συλλογή. Παραθέτω την πρώτη από την τέταρτη ομαδοποίηση, που δείχνει και την κοινωνική του ευαισθησία.
  
Μπρούμυτα στην ακτή μελανιασμένο
παιδί χωρίς πατρίδα
που το ξέβρασε η θάλασσα

Υπάρχει κανείς που δεν θυμάται τη φωτογραφία με το ξεβρασμένο παιδί στην ακτή; […]
     Όλοι οι ποιητές εμπνέονται κατά καιρούς από την μυθολογία, θρησκευτική και μη. Η «Εύα»,
 
η γυναίκα γυμνή
βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα
κόβει το μήλο για να δοκιμάσει
και με την πρώτη δαγκωνιά
ξεπροβάλλει ένα σκουλήκι
είσαι όμορφη της λέει
αν μ΄ αφήσεις να μπω μέσα σου
θα σου φανερώσω τη γνώση
το μυστικό να μείνεις αμάραντη
[…]

από τότε μεγαλώνει
θεριεύει εντός μου και τρώει
οχιά τα σωθικά μου

     […]    
     Στο «σκεύος εκλογής» ο Κουτσούνης αφηγείται μια μεσαιωνική εκδοχή για τον προδότη Ιούδα, την οποία χρησιμοποιεί και ο Καζαντζάκης στον «Τελευταίο Πειρασμό». Ο Ιούδας πρόδωσε κατόπιν προδιαγεγραμμένου σχεδίου, για να εκπληρωθεί το ρηθέν, όχι για τα τριάκοντα αργύρια. Και μετά;

δίσταζα ως την ύστατη στιγμή
δεν ήθελα να πονέσει
στον τελευταίον όμως δείπνο με ενθάρρυνε
ο ποιείς ποίησον τάχιον
λες και βιαζότανε να σταυρωθεί
μα να τελειώσει τη δουλειά του αδημονούσε
και μετά μήτε καν ένα βλέμμα συμπόνιας
θύμα ήμουνα χωρίς επιλογή
μια παράπλευρη απώλεια της φιλοδοξίας του

     Το «νήμα» είναι ένα άλλο δείγμα της ευαισθησίας του Κουτσούνη.

Μπροστά μου ένα σκουλήκι και αυθόρμητα
σηκώνω το πέλμα μου να το λιώσω
μα ξάφνου κάποιος συνειρμός
μετέωρο κρατά
στον αέρα το πόδι μου

με ταραχή και θαυμασμό
κοιτάζω τώρα το σκουλήκι
τα μάτια μου βουρκώνουν
κι ευθύς παραμερίζω να περάσει
 
     […]
     Την «απολογία» ο Κουτσούνης την εμπνέεται από το μύθο των Ατρειδών. Ανατρεπτικός, δικαιώνει την Κλυταιμνήστρα για την πράξη της.

δέκα χρόνια καρτερούσα τη στιγμή κι εσύ
ξάπλωσες πλάι μου ξερός κι ούτε ένα χάδι καν
 
[…]

μάταια όμως
η αδιαφορία σου με τρέλαινε
ένιωσα αίφνης γερασμένη σχεδόν ένα τίποτα
ώσπου άρχισα σύγκορμη να μανιάζω πνιγόμουν
και τότε το μάτι μου πήρε λοξά

το τσεκούρι

     Δεν μας το λέει ο Όμηρος, αλλά σίγουρα ο Οδυσσέας πλάγιασε με την Πηνελόπη. Διαφορετικά ίσως να είχε την μοίρα του Αγαμέμνονα.
     […]
     Είναι όλα τα ποιήματα τόσο εξαιρετικά, δεν ξέρω ποιο να ξεχωρίσω. Το «πάρτι»; Τον «κανιβαλισμό»; Το «χρονικό»; Τη «χίμαιρα»; Την «coda»; (με μικρό το αρχικό γράμμα, ο Κουτσούνης δεν χρησιμοποιεί κεφαλαία, ισότητα στο αλφάβητο, δεν έχουμε κανένα αρχικό να ξεχωρίζει με το μέγεθός του).
     Θα παραθέσω στίχους από το προτελευταίο ποίημα «παίζω άρα υπάρχω» («Homo ludens» του Huizinga, το διάβασα πριν χρόνια) όπου υπάρχει μια μεγάλη πυκνότητα στίχων σε κανονικά μέτρα.

του προσώπου μου αίφνης οι μύες
ανοίγουν και φως αναβλύζει
μπροστά μου μια πράσινη θάλασσα (ανάπαιστοι)

καλοπιάνω την τύχη μου (ανάπαιστος)
σκυλί που τα πόδια του αφέντη του γλείφει (αμφίβραχυς)

μα η γκίνια ανένδοτη (ανάπαιστος)

κι οι γυναίκες ψυχρά τραπουλόχαρτα (ανάπαιστος)
ο πόθος όμως άσος στο μανίκι μου (ίαμβος, αλλά όχι δεκαπεντασύλλαβος)

κι ευθύς ποντάρω απ΄ την αρχή (ίαμβος)

     Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

φτιάχνουν φωλιές στο σώμα σου κι αρχίζει το τραγούδι
τώρα χορτάτος μα νωθρός κρυμμένος σε μια λόχμη

     […] Η ποίηση του Κουτσούνη έχει … διαύγεια και βάθος.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Λέξημα, 9 Οκτωβρίου 2020]

Πήρα πριν από λίγες ημέρες στα χέρια μου την ποιητική συλλογή «Στου κανενός τη χώρα»… Πρόκειται για το τελευταίο του [Στάθη Κουτσούνη] ποιητικό πόνημα με το οποίο φαίνεται και πάλι πως ο ποιητής βρίσκεται από καιρό σε πλήρη ωριμότητα, γι’ αυτό και η ανάγνωση και η μελέτη της ποίησής του μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής.
    Η εν λόγω ποιητική συλλογή αποτελείται από 32 ολιγόστιχα, κατά κύριο λόγο, ποιήματα, χωρίς αυτό βέβαια να δηλώνει, με απόλυτα κατηγορηματικό τρόπο, ότι δεν υπάρχουν σε αυτήν συνάμα και κάποια, μεγαλύτερης σχετικά έκτασης, ποιήματα. Αυτά είναι, μάλλον, η εξαίρεση, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα άλλο, βέβαια, καλό ή κακό, όπως και να το δει κανείς. Η κατακτημένη από καιρό αισθητική και τεχνική του ποιητή τού έχει επιβάλλει πλήρη λιτότητα στην έκφραση, αλλά και στον αριθμό των στίχων που συναπαρτίζουν ένα ποίημα. Ακόμη και τα σημεία της στίξης … βρίσκονται σε αυστηρό περιορισμό. Έτσι, λείπει εντελώς από αυτά τα ποιήματα οποιοδήποτε περιττό στοιχείο, κάθε τι που δεν κρίνεται άκρως απαραίτητο για την αισθητική απόλαυση του ποιήματος ή την πρόσληψη των όσων εμπεριέχει. Έτσι, απομένει στο τέλος κυρίαρχη η ουσία των στίχων. Ό,τι επιθυμεί να μας πει ο ποιητής από μόνος του δηλαδή ή το ποίημα. Ό,τι αισθάνεται ή σκέφτεται ή βιώνει ο εσωτερικός του κόσμος δηλώνεται με όσο το δυνατόν λιγότερα, εκφραστικά μέσα και κυρίως με την άκρως επιτυχημένη, συχνή χρήση των εικόνων που ολοκληρώνουν ένα ποίημα. Η εικόνα είναι το εκφραστικό μέσον που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ και συνοδεύει την ποίησή του από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της: εικόνες έντονες, ζωηρές, ευκρινείς, παραστατικές, ευρηματικές, πλήρεις νοήματος και αισθήματος, που γοητεύουν τον αναγνώστη και τον ωθούν να ψάξει να βρει τι κρύβεται τεχνηέντως πίσω από αυτές και να ανακαλύψει έτσι την ουσία των πραγμάτων.
«νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους» (Σελ. 9)
    Αυτά και άλλα πολλά μπορεί να συμβαίνουν στου κανενός τη χώρα, εκεί που ο ομηρικός Ούτις κυριαρχεί και επιβάλλει τη θέλησή του, με τη βία ή χωρίς αυτήν. Ποια η διαφορά άλλωστε στις μέρες μας, αλλά και σε κάθε εποχή; Είναι, λοιπόν, αυτή η κυριαρχία για την οποία μιλάω, ο θάνατος, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Οδύσσεια; Κατά τα φαινόμενα, ναι. Είναι τέτοια η λιτότητα της έκφρασης που για να λεχθεί ακόμη και το αυτονόητο, το ρήμα παραλείπεται, όταν δεν είναι αναγκαίο ή υπονοείται εύκολα. Η κυριαρχία του ουσιαστικού σε κάποια σημεία είναι πλήρης. Τα λοιπά μέρη του λόγου χρησιμοποιούνται μονάχα όταν τούτο κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
«ροτόντα με δύο καρέκλες
σ’ όποια και να καθίσω
η άλλη μένει άδεια» (Σελ. 10)
    Τα αρχέτυπα της Εύας και του Αδάμ μας επαναφέρουν στην αρχή της λεγόμενης δημιουργίας (σελ. 12 και 13) για να δούμε τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ενεργήσουμε για ν’ αποκτήσουμε τη γνώση που μας είναι απαραίτητη προκειμένου να επιβιώσουμε σ’ έναν κόσμο δύσκολο και εχθρικό. Τολμώ να πω πως αυτή η γνώση είναι, κατά κύριο λόγο, η αυτογνωσία. Και όχι μόνο. Η λειτουργία της όμως είναι πάντα διαβρωτική. Έτσι κάθε φορά που είμαστε απροετοίμαστοι νιώθουμε δέος μπροστά στο νέο, τις αλλαγές, την ομορφιά που μας αποκαλύπτεται και ο δισταγμός και το άγχος για την αντιμετώπισή τους είναι μεγάλος.
«κοιτούσα έκπληκτος θαυμάζοντας
[…]
μα έπειτα φοβήθηκα
ήταν αταίριαστο με τ’ άλλα έπιπλα
διατάρασσε την τάξη
πού ακούστηκε τραπέζι ανθισμένο» (Σελ. 14)
    Σε μια ζωή που δεν την επιλέξαμε οι ίδιοι, από μόνοι μας, κυριαρχεί, όπως είναι φυσικό, ο παραλογισμός και ο έρωτας οδηγείται πάντοτε σε ματαίωση, γιατί τον καταπνίγει το άγχος και η ψευδαίσθηση μιας πραγματικά ευτυχισμένης στιγμής που δεν έρχεται ποτέ. Μόνη σωτηρία η απόδραση. Όμως αυτή γίνεται αναγκαστικά μέσα στο όνειρο, ακυρώνοντας έτσι κάθε αλλαγή που κρίνεται αναγκαία για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής και της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.
«ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση
βγαλμένη από ταινία» (σελ. 16)
    Στα ποιήματα που περιλαμβάνει αυτή η συλλογή, στα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά, κυριαρχεί, σε μεγάλη έκταση, μία αφηγηματικότητα λόγω της οποίας νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε επάνω σε κάποια σκηνή, όπου κάποιος άλλος μας διηγείται ιστορίες, σπάζοντας για λίγο την απέραντη μοναξιά που περιβάλλει τον κόσμο μας και την ύπαρξή μας και μας καταβάλλει, σαν ένας αόρατος εχθρός που μας επιτίθεται μέρα μεσημέρι. Η αφήγηση αυτή ενίοτε γίνεται αντιστικτική, διαλογική, απευθύνεται σε κάποιον που δεν τον γνωρίζεις, που μπορεί όμως να είσαι κι εσύ ο ίδιος και με τον οποίο συνδιαλέγεται συχνά το ποιητικό υποκείμενο.
«Ολόγυρα μιλιούνια οι κοιμισμένοι
κανένας τους δεν σάλευε
ώσπου κάποτε βλέπω τον επιστάτη
να πλησιάζει δίχως πρόσωπο
δεν θα μείνεις ποτέ πια άνεργος
μου δηλώνει κοφτά» (σελ. 19)
Να τολμήσω να πω πως στο βάθος κάποιων ποιημάτων ακούγεται συχνά και η φωνή ενός άλλου σπουδαίου Ηλείου ποιητή, του Γιώργη Παυλόπουλου, καλυπτόμενη βέβαια σε μεγάλο βαθμό από την πιο έντονη φωνή του νεότερου;
    Κάποτε επιχειρείται, για λίγο, με τον λόγο, ανατροπή της τάξης των πραγμάτων, οπότε επέρχεται αντιστροφή των ρόλων, όπως αυτοί καθιερώθηκαν από καιρό στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Έτσι ο Χριστός αλλάζει τη θέση του με τον Ιούδα, ο θύτης με το θύμα, ο πιστός μιας ιδέας που μάχεται γι’ αυτήν έως θανάτου με εκείνον που θα την προδώσει. Τότε επέρχεται η σύγχυση και ψάχνεις να βρεις ποιος από τους δύο είναι το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας.
«το σώμα του κανείς δεν το κατέβασε
ούτε είχε την τύχη να αναστηθεί
αν και τόσες φορές πριν από εκείνον
σταυρώθηκε ολομόναχος» (σελ. 21)
    Ποια είναι τελικά αυτή η περίφημη χώρα του κανενός, όπου νεκροί και ζωντανοί συναγελάζονται και περπατούν μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλο; Είναι μήπως η χώρα του παντός όπου ζωή και θάνατος, όνειρο και εφιάλτης, φαντασία και πραγματικότητα συμφύρονται αενάως, όπως στην Ιλιάδα ο θύτης με το θύμα μπροστά στα κυκλικά τείχη της Τροίας; Ή όπως στην Οδύσσεια οι νεκροί ανταμώνουν με τους ζωντανούς και οι θεοί με τους ανθρώπους;
«Χρόνια πολλά
λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο
δεν έχω ανάγκη τις ευχές σου
του απαντά εκείνος
εδώ στην αιωνιότητα
περιττός είναι ο χρόνος» (σελ. 22)
    Αναγκαστικά, λοιπόν, μια και ο χρόνος είναι ενιαίος, χωρίς τους διαχωρισμούς που του έχει επιβάλλει αυθαίρετα ο άνθρωπος, και οι αρχαίοι μύθοι ξανάρχονται στην επιφάνεια με την καινούρια εκδοχή τους για να διδάξουν και πάλι στον άνθρωπο τη ματαιότητα των πράξεών του, τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. Το μόνο που αξίζει είναι η αυτογνωσία που όμως δεν είναι πάντα ικανή να μας επιβάλλει αυτό που μόνο πρέπει να έχουμε κατά νου. Γι’ αυτό και εξακολουθούμε να παλεύουμε χωρίς σταματημό, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά πως ο τελευταίος αγώνας που θα δώσουμε, όπως ακριβώς και όλοι οι προηγούμενοι, θα είναι η πιο περιφανής μας ήττα. Γιατί επιδιώκουμε λοιπόν τη νίκη σε έναν αγώνα του οποίου ξέρουμε από πριν το νικητή και που φυσικά δεν είμαστε εμείς; Ο θάνατος είναι ο μόνος νικητής, ο μεγάλος απουσιολόγος που καταμετράει, με μεγάλη προσοχή και χωρίς να χάνει ποτέ του τον λογαριασμό,  το αμέτρητο πλήθος των ανθρώπων, όσων έζησαν ή ζουν ή θα ζήσουν, με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο, και ο μεγάλος κυνηγός των πραγμάτων και των όντων που αντιστέκονται σθεναρά στη φθορά τους, αλλά μάταια και χωρίς ελπίδα. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει πάντοτε πως είναι χαμένος από χέρι, πολύ πριν αρχίσει ο αγώνας. Παρόλα αυτά όμως είναι  υποχρεωμένος να τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος. Και το κάνει. Και τον χάνει. Γιατί έτσι πρέπει και δεν γίνεται αλλιώς. Και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία του μεγαλείου του.
«πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος
το ξέρω
 
ωστόσο εγώ πασχίζω
να παίξω μαζί σου στα ίσια
γευόμενος μέχρι το μεδούλι
την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια» (σελ. 14)
Αυτή είναι η μαγεία της ζωής, άλλωστε και συνάμα η τραγικότητα που την περιτριγυρίζει. Και αυτό, νομίζω, θέλει να μας φανερώσει, μεταξύ των άλλων, η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη, με τα ποιήματα της συλλογής «Στου κανενός τη χώρα».
Ανδρέας Φουσκαρίνης
[ηλεκτρονικό περιοδικό Περί ου, 7 Νοεμβρίου 2020]

Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη που από το 1987 μέχρι σήμερα δεν έχει  σταματήσει να γράφει ποίηση μ’ έναν αργό αλλά σταθερό βηματισμό. Έχει ακόμη δημοσιεύσει διηγήματα και σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά φιλοξενούνται άρθρα του, μελέτες και βιβλιοκρισίες.  Είναι αξιόλογος ποιητής (ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά κ.ά.) και  φιλόλογος με γερή φιλολογική κατάρτιση και πλούσια εκπαιδευτική προσφορά.
     Τα ποιήματα της συλλογής  Στου κανενός τη χώρα αποτελούν, νομίζω, μιαν  ενότητα καθώς όλα κινούνται γύρω από μιαν ενιαία θεματολογία: τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο. Ο Καβάφης  φαίνεται πως έχει με τη βιοθεωρία του επηρεάσει τον ποιητή μας, αλλ’ αυτό είναι μόνο μια υπόθεση, γιατί και χωρίς την καβαφική επίδραση ο Στάθης Κουτσούνης παρουσιάζεται μέσα από το έργο του να στοχάζεται αυτόνομα για τη ζωή και τον θάνατο. Ως φιλόλογος μάλιστα γνωρίζει ότι η φιλοσοφία ορίζεται ως μελέτη θανάτου κι επομένως μπορεί  αυτοδύναμα να εστιάσει μέσα στην ποίησή του σ’ αυτό το θέμα, που είναι ο ένας από τους δύο βασικούς πόλους της ζωής. Ο άλλος είναι ο έρωτας. Αυτό άλλωστε το δίπολο είναι η θεματολογία, σε γενικές γραμμές, της τέχνης.
     Μια λοιπόν ποιητική πραγματεία για τον θάνατο είναι αυτή η συλλογή κι ο τίτλος: Στου κανενός τη χώρα έρχεται να συνηγορήσει υπέρ αυτής της άποψης. Όσο κι αν μπορεί να δοθούν σ’ αυτόν περισσότερες σημασίες, όμως θεωρώ ότι, αφού η χώρα δεν ανήκει σε κανέναν ιδιαιτέρως, «θα μπορούσε  να ανήκει στον καθένα, δηλαδή σε όλους», καθ’ ομολογίαν μάλιστα και του ίδιου του ποιητή στη συνέντευξή του στη Χαριτίνη Μαλισσόβα.  Λέει ακόμη σ’ αυτή τη συνέντευξη: «Συνειρμικά ανακαλώ τον Οδυσσέα, που μ’ αυτό το όνομα ξεγέλασε τον Πολύφημο, για να επιστρέψει στη χώρα του, στην πατρίδα του. Μπορεί ο κανένας να ξεγελά κι εμάς, παρασύροντάς μας στη δική του χώρα, που γίνεται και χώρα μας, εκεί όπου επικρατούν «απέραντες φυτείες του ύπνου» και μια «πηχτή αδιαπέραστη σιωπή», δηλαδή ο θάνατος, λέω εγώ. Άλλωστε στο ίδιο νόημα παραπέμπει κι ο πίνακας του εξώφυλλου («Exit Fig. xxi» του VI. Velickovic), όπου εικονίζεται ένα ανθρώπινο σώμα γυμνό να αφήνει πίσω του ένα χώρο φωτεινό και γεμάτο με χρώματα και να εισέρχεται από μια πόρτα στενή σ’ έναν σκοτεινό χώρο, που ασφαλώς συμβολίζει τη σκοτεινή χώρα του θανάτου.
     Αυτή η σπουδή για τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο, που μάλλον ξεκινάει από προσωπικά του βιώματα, εξελίσσεται από σελίδα σε σελίδα του βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα για τη φθορά παραπέμπω για παράδειγμα στο ποίημα «Εύα» (σ. 12), στο οποίο καθώς η πρωτόπλαστη δαγκώνει το μήλο «ξεπροβάλλει ένα σκουλήκι», που την κολακεύει εκθειάζοντας  την ομορφιά της και της λέει: «αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου/ θα σου φανερώσω τη γνώση/ το μυστικό για να μείνεις αμάραντη». Εκείνη με επιπολαιότητα πείθεται και το σκουλήκι μπαίνει κι αρχίζει μέσα της το καταστροφικό του έργο τρώγοντας τα σωθικά της. Εδώ ο ποιητής για να γενικεύσει τη συντελούμενη φθορά στους απογόνους της Εύας κι ακόμη για να δείξει τον συμβολικό και διαχρονικό χαρακτήρα αυτού του ποιητικού περιστατικού,  παραλείπει  στους δύο τελευταίους στίχους την αντωνυμία: «της» και θέτει την προσωπική αντωνυμία «μου», που αναφέρεται στον ίδιο τον ποιητή κι όσους αυτός εκπροσωπεί:
 
κολακευμένη εκείνη το πιστεύει
και το σκουλήκι εισχωρώντας
αρχίζει να δουλεύει ακάματα
 
από τότε μεγαλώνει
θεριεύει εντός μου και τρώει
οχιά τα σωθικά μου
 
Ένα δεύτερο παράδειγμα για τη φθορά, που προκαλεί η απερίσκεπτη ή, ίσως καλύτερα, η μοιραία συμπεριφορά του ανθρώπου, είναι το ποίημα «θέατρο» (σ. 36), όπου σε τραγικο-κωμικό ύφος ένα κοτόπουλο, που είναι έτοιμο, σε μερίδα πάνω στο τραπέζι, να φαγωθεί, παίρνει φωνή και αφηγείται την ιστορία του προτού γίνει έδεσμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει κατανοητό από το ποιητικό υποκείμενο  πως την ίδια τύχη θα έχει κι εκείνο, θα γίνει δηλαδή έδεσμα, των σκουληκιών εννοείται. Τα παραδείγματα είναι πολλά αλλά δεν θα παραλείψω ένα από τις τέσσερις ενότητες μικρών ποιημάτων που έχουν ως τίτλο «νεκρές φύσεις»:
 
Γέρος στο καρεκλάκι του μωρού
στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας
που τον πάει αργά στην εξοχή
 
     Όσον αφορά την «απώλεια», για την οποία θέλω να πω ότι είναι παρεμφερής έννοια με τη φθορά,  θα παραπέμψω, πάλι για παράδειγμα, στο ποίημα «απουσιολόγιο» (σ. 35). Σ’ αυτό το ποίημα η γυναίκα, που από μαθήτρια έμαθε ως απουσιολόγος να σημειώνει τις απουσίες των συμμαθητών της, εξακολουθεί και τώρα στα βαθιά της γεράματα να ζει με τους αγαπημένους απόντες (συγγενείς) της και να νοιάζεται μοναχά:  «μην τυχόν κι ο απουσιολόγος/ κάνει τα στραβά μάτια/ και προ πάντων μην τυχόν/ και δεν αντιληφθεί/ την απουσία της», όταν αποχωρήσει από τη ζωή.
     Κι όσο για τον θάνατο, που αποτελεί την κατάληξη της φθοράς, τον υποβάλλει ο ποιητής συνεχώς με διάφορους τρόπους. Στο ποίημα «ορρωδία» (σ. 15), ενώ ακούγονται πένθιμες καμπάνες, χτύποι του σφυριού από το κάρφωμα αγγελτηρίων θανάτου, «μια γριά/ βγάζει κλεφτά το κεφάλι της στην πόρτα/ και δεν κοτάει να ρωτήσει/ ποιος άραγε παντρεύτηκε». Ο θάνατος είναι το τρομακτικό γεγονός που σκορπίζει τον φόβο. Ο ποιητής που δεν θέλει βέβαια με τον ρεαλισμό του να μας καταθλίψει, καταφέρνει με την αναφορά του στη στάση της γριάς να μας κάνει να γελάσουμε.
     Στο ποίημα «σύγχυση» (σ. 22) ταυτίζει τον θάνατο με την αιωνιότητα, στο «νήμα» (σ. 24) συνειρμικά οδηγείται ο ποιητής στην έννοια του θανάτου, όταν αντανακλαστικά σηκώνει το πέλμα του να λιώσει ένα σκουλήκι και ξαφνικά μεταφέρεται στην μετά θάνατο κατάσταση, στην οποία τα σκουλήκια διαδραματίζουν τον γνωστό σε όλους μας ρόλο τους. Ο ποιητής ταράζεται, συγκινείται κι ευθύς παραμερίζει για να περάσει το σκουλήκι από σεβασμό στην αλυσίδα της φθοράς και του θανάτου. Στα περισσότερα άλλωστε μικρά ποιήματα της ενότητας «νεκρές φύσεις» διαρκώς υποβάλλεται το ίδιο θέμα. Παραθέτω για παράδειγμα και μόνο:
Μάζα σιδερικών και αίματος/ αστράφτει πένθιμα/ απομεσήμερο στην εθνική (σ. 26).
Οσονούπω νυχτώνει/ και τα χρόνια αστράφτουν καρφιά/ στο φέρετρο της μνήμης (σ. 34)
Ολάνοιχτο στον ήλιο το φυλάκιο/ και μέσα στραφταλίζοντας/ ο κόσμος των οστών (σ. 18)
Με άλλα λόγια, σχολιάζω εγώ: κι ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.
     Και η ζωή πώς προβάλλεται μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα; Και ο άλλος πόλος της, ο έρωτας; Είπαμε, αυτή η συλλογή αποτελεί ποιητική πραγματεία για τον θάνατο, όχι για τον έρωτα. Όμως η ζωή δεν παύει να είναι «πρώτο αγαθό και μέγα», ιδίως για κείνον που επίμονα μελετά τον θάνατο. Η επιθυμία της ζωής, που τον προτρέπει να βάλει «φωτιά να καούν τα όρια» (σ. 13), είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο περισσότερο ο φορέας της βιώνει οδυνηρά τον θάνατο. Προσωπικά θα ήθελα μέσα στην ίδια συλλογή, για ψυχολογικούς και μόνο λόγους, να ισορροπούν κατά κάποιον τρόπο οι δύο πόλοι: έρωτας θάνατος, για να κρατηθεί ανάμεσά τους η ποθητή αρμονία. Αυτή όμως η αρμονία ίσως είναι μια ουτοπία κι εκείνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να ανεβάζει σαν τον Σίσυφο το βράχο στην κορυφή του βουνού, ξέροντας ότι, ενώ σ’ αυτό το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου πάντα θα χάνει, ωστόσο μπορεί να χαίρεται τις μικρές του νίκες και την όποια παράταση κερδίσει στο παιχνίδι. Αυτά τα νοήματα βρίσκουμε στο ποίημα «παίζω άρα υπάρχω» και στο «coda» (=το τελευταίο τμήμα ενός μουσικού μέρους):
 
σπρώχνω ανυποχώρητος                           
την πέτρα στην κορυφή                                
κι ευθύς ποντάρω απ’ την αρχή
                   
ευτυχώς που πάλι θα χάσω (σ. 42)  
    
Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος
το ξέρω
 
ωστόσο εγώ πασχίζω
να παίξω μαζί σου στα ίσια
γευόμενος μέχρι το μεδούλι
την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια
κι αν καταφέρω στο φινάλε
λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις
την τύχη μου να ιντριγκάρω
θα πάρω ακόμη μια βαθιάν ανάσα
και βγάζοντας από το μανίκι μου τον άσο
θα σ’ αναγκάσω σε παράταση (σ. 43)
 
Η αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας και ο αγώνας για το όποιο ξεπέρασμά της συνιστούν ασφαλώς μια γενναία στάση ζωής κι αυτό στην ουσία θέλει ο ποιητής να μας διδάξει. Όσο για την καλή ψυχολογία μας  φροντίζει  βάζοντας ως προμετωπίδα της συλλογής τον ευριπίδειο στίχο «τόδ’ ήμαρ ημίν κύριον» (Ορέστης, 1035), που αποτελεί μια ρεαλιστική και γενναία απάντηση του Ορέστη στο «θανούμεθα» της Ηλέκτρας.
     Τελειώνοντας , θα ήθελα να πω ότι η τεχνική του Στάθη Κουτσούνη και στις προηγούμενες βέβαια συλλογές του είναι η εκφραστική λιτότητα, αλλά σ’ αυτή, για την οποία γίνεται λόγος, είναι η πλήρης λιτότητα. Δεν υπάρχει τίποτε το περιττό, ούτε μια λέξη. Δεν υπάρχει τίποτε, για να το πούμε ακριβέστερα, που δεν είναι άκρως απαραίτητο. Έχει αφαιρέσει μάλιστα τα κεφαλαία γράμματα και τα σημεία στίξης. Επικρατεί ένας απόλυτος μινιμαλισμός καθώς και τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, ιδίως οι «νεκρές φύσεις», είναι σχετικά μικρά. Είναι φανερό ότι ο ποιητής σάρωσε πολλές φορές τα ποιήματά του, για να πάρουν τη μορφή που ταιριάζει σ’ ένα τέτοιο σοβαρό και τραγικό θέμα, στον θάνατο. Για τη μελέτη όμως της αισθητικής του Στάθη Κουτσούνη χρειάζεται ένα  ακόμη τουλάχιστον κριτικό σημείωμα. Προς το παρόν ας κρατήσουμε ότι μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε μια σολωμική αρμονία.
Χρ. Δ. Αντωνίου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Περί ου, 21 Νοεμβρίου 2020]

Εί­ναι η έβδο­μη ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή του ση­μα­ντι­κού ποι­η­τή της γε­νιάς του ’80 Στά­θη Κου­τσού­νη. Τί­τλος της Στου κα­νε­νός τη χώ­ρα. Χώ­ρα και χω­ρο­άρ­χων, προσ­διο­ρι­σμέ­να απροσ­διό­ρι­στα. Όμως δεν εί­ναι έτσι ακρι­βώς, εφό­σον πί­σω από τον κα­νέ­να κρύ­βε­ται ο ού­τις, εκεί­νος ο πο­νη­ρός Οδυσ­σέ­ας που τα έβα­λε με τους θε­ούς και τις φυ­σι­κές δυ­νά­μεις και κα­τά­φε­ρε στο τέ­λος να ολο­κλη­ρώ­σει το στό­χο του· την επι­στρο­φή του στην Ιθά­κη. Άρα υπάρ­χει χώ­ρα και υπάρ­χει και ο κά­τοι­κος και, για όσο ζει, ιδιο­κτή­της της.
     Νο­μί­ζω πως μπή­κα­με στο νό­η­μα που φυ­γο­δι­κούν τα αό­ρι­στα. Η χώ­ρα που δεν υπάρ­χει, αλ­λά υπάρ­χει, ο κα­νέ­νας που εί­ναι κά­ποιος, κρυμ­μέ­νος μέ­σα στο «τις» της αντω­νυ­μί­ας «ού­τις». Ο άν­θρω­πος που φαί­νε­ται ανώ­νυ­μος, αλ­λά δεν εί­ναι. Που κα­τοι­κεί μια χώ­ρα συ­γκε­κρι­μέ­νη πριν φύ­γει για την άλ­λη την αφη­ρη­μέ­νη, προς την οποία οδεύ­ει από την ώρα της γέν­νη­σής του, εί­τε τη λέ­νε Ιθά­κη εί­τε τη λέ­νε ου­το­πία, και που γεν­νιέ­ται από την ώρα που γεν­νιέ­ται ο κά­θε «κα­νέ­νας». Μό­νο που ο ποι­η­τής, ο κά­θε ποι­η­τής, ξέ­ρει κα­λά πού βα­δί­ζει και, όταν έχει πα­νο­πλία τη βα­ριά φι­λο­λο­γι­κή σκευή του, τό­τε τρα­βά­ει τις ρί­ζες του από βα­θιά στο χρό­νο. Δεν μας δια­φεύ­γει το «νό­στι­μον ήμαρ» του Ομή­ρου ή το «τό­δ’ ήμαρ ημίν κύ­ριον» του Ορέ­στη από τον Ευ­ρι­πί­δη (στ. 1035), μό­το της συλ­λο­γής. Αυ­τή η μέ­ρα απο­φα­σί­ζει, μέ­ρα που θα φέ­ρει θά­να­το.
     Τριά­ντα δύο εί­ναι συ­νο­λι­κά τα ποι­ή­μα­τα ή, με τα μι­κρά των ενο­τή­των «νε­κρές φύ­σεις», σα­ρά­ντα τέσ­σε­ρα. Το «diminuendo», δέ­κα­το όγδοο στη συλ­λο­γή, μοιά­ζει σαν ανά­χω­μα από το οποίο αρ­χί­ζει η στα­δια­κή απο­φόρ­τι­ση. Εκεί πρέ­πει να γί­νε­ται και η το­μή. Και το τέ­λος οριο­θε­τεί­ται από την «coda». Δύο μου­σι­κοί όροι, λοι­πόν, ορί­ζουν τη μέ­ση και το τέ­λος. Ο Κου­τσού­νης αξιο­ποιεί τη σχέ­ση του με τη μου­σι­κή. Σαν να εί­ναι η συλ­λο­γή η εκτέ­λε­ση μιας μου­σι­κής σύν­θε­σης. Πα­ρα­κο­λου­θώ τη δο­μή της, τα Μέ­ρη: Ει­σα­γω­γή «το σχοι­νί», «νε­κρές φύ­σεις i», εφτά ποι­ή­μα­τα, «νε­κρές φύ­σεις ii», έξι ποι­ή­μα­τα, «νε­κρές φύ­σεις iii», έξι ποι­ή­μα­τα, «νε­κρές φύ­σεις iv», εφτά ποι­ή­μα­τα, «coda».  
     Στα Μέ­ρη λοι­πόν ο ποι­η­τής γί­νε­ται το εγώ που στο­χά­ζε­ται πά­νω στα αιώ­νια ζη­τή­μα­τα που απα­σχο­λούν τον άν­θρω­πο, ενώ στις «νε­κρές φύ­σεις» τα μά­τια βλέ­πουν τα τε­κται­νό­με­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Μέ­σα και έξω από αυ­τά συγ­χρό­νως. Θα έλε­γα ότι η δο­μή τη συλ­λο­γής μού θυ­μί­ζει κά­πως τον Μι­κρό ναυ­τί­λο του Οδυσ­σέα Ελύ­τη και οι «νε­κρές φύ­σεις» τον «προ­βο­λέα» του. Στο προ­βο­λέα παί­ζουν τα εγκλή­μα­τα της Ιστο­ρί­ας, στις νε­κρές φύ­σεις, σε άλ­λο επί­πε­δο, αλ­λά όχι πο­λύ μα­κριά, παί­ζουν πα­ρεμ­φε­ρή εγκλή­μα­τα. Με τον τρό­πο αυ­τό, ο Κου­τσού­νης ζει μέ­σα στον κό­σμο, βλέ­πει και πά­σχει από όσα συμ­βαί­νουν γύ­ρω του, τα απο­δί­δει συμ­βο­λο­ποι­η­μέ­να, σαν έρ­γα τέ­χνης, αλ­λά στα άλ­λα ποι­ή­μα­τα απο­μα­κρύ­νε­ται για να στο­χα­στεί πά­νω στα αιώ­νια χω­ρίς απά­ντη­ση ερω­τή­μα­τα.
     Αρ­χι­κό ποί­η­μα «στο σχοι­νί». Μια νέ­κυια νο­μί­ζω πως βλέ­πω, μια τρι­ή­με­ρη κα­τά­δυ­ση στον Άδη:
 
Νερά του ποταμού θολά                                                                                  
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος                                                                            
όρνια μονάχα κρώζουνε                                                                                
τροχίζοντας τα ράμφη τους                                                                                
κι ο αέρας τού χτενίζει τα μαλλιά                                                                      
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας                                                                  
απ’ τη δική του όμως τη μεριά                                                                    
τίποτα δεν σκιρτά

στου κανενός τη χώρα                                                                                    
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινί
 
Η ει­σα­γω­γή έγι­νε και ένα σχοι­νί ση­μα­το­δο­τεί το δρό­μο. Πο­ρεία στα έν­δον.
     Από τις «νε­κρές φύ­σεις» επι­λέ­γω στιγ­μιό­τυ­πα: «Αε­τός που κεί­τε­ται/ στου κυ­νη­γού τα πό­δια», «Επά­νω στο τρα­πέ­ζι ζώ­νη κυ­νη­γού/ με δυο ορ­τύ­κια στ’ άγκι­στρά της», «Σπουρ­γί­τι νε­κρό πά­νω στο ράμ­φος του», «Κου­φά­ρι αλό­γου σε ρε­μα­τιά/ κι ολό­γυ­ρα όρ­νια και σμή­νη μυ­γών». Εί­ναι προ­φα­νές το μή­νυ­μα της κά­θε «νε­κρής φύ­σης», όπως και το πα­ρα­ση­μαι­νό­με­νο. Ο τί­τλος «νε­κρές φύ­σεις» πα­ρα­πέ­μπει σε πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, όπου η φύ­ση δί­νει το πα­ρά­δειγ­μα για όποιον έχει τη δύ­να­μη να δει πί­σω από τον καμ­βά. Και να πά­λι: «Ρο­τό­ντα με δύο κα­ρέ­κλες/ σ’ όποια και να κα­θί­σω/ η άλ­λη μέ­νει άδεια» (προ­φα­νώς, αλ­λά η άδεια κα­ρέ­κλα κα­τα­δη­λώ­νει οδυ­νη­ρή απου­σία αγα­πη­μέ­νου προ­σώ­που), οπό­τε, φυ­σιο­λο­γι­κά πά­με στο άλ­λο επί­πε­δο: «Χώ­μα στο χώ­μα ο νε­κρός/ ωραί­ος απο­τρό­παια/ μες στο μι­κρό εξο­χι­κό του» (τά­φος και χους εις χουν), «Οσο­νού­πω νυ­χτώ­νει/ και τα χρό­νια αστρά­φτουν καρ­φιά/ στο φέ­ρε­τρο της μνή­μης».
Κα­τό­πιν τού­των, η συλ­λο­γή αφε­νός σαν μου­σι­κή σύν­θε­ση και αφε­τέ­ρου σαν έκ­θε­ση ζω­γρα­φι­κής μας οδη­γεί στα έρ­γα που κρέ­μο­νται στα κά­δρα των μου­σεί­ων. Τα μά­τια του καλ­λι­τέ­χνη, πά­ντα και πα­ντού, το ίδιο θέ­μα βλέ­πουν, από τις σκη­νές της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής –το κυ­νή­γι– από την Ιστο­ρία –τον πό­λε­μο– από την πα­νάρ­χαια ενο­χή –το μή­λο του πα­ρα­δεί­σου.  
   Πα­ρά­δειγ­μα:
     Στο ποί­η­μα «Εύα», η Εύα «κό­βει το μή­λο», δα­γκώ­νει και τό­τε εμ­φα­νί­ζε­ται το σκου­λή­κι με φω­νή και πρό­τα­ση:
 
αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου
θα σου φανερώσω τη γνώση
το μυστικό για να μείνεις αμάραντη
 
Έτσι απλά, ο ποι­η­τής έχει μά­θει πια για ποια γνώ­ση εν­δια­φέ­ρε­ται η Εύα… Εί­ναι η αιω­νιό­τη­τα της ομορ­φιάς το προ­φα­νές, πί­σω της όμως εί­ναι η Ζωή και αυ­τό εί­ναι το ζη­τού­με­νο· με την αιώ­νια ζωή δό­λω­μα μπή­κε το σκου­λή­κι στην αν­θρώ­πι­νη ιστο­ρία και «με­γα­λώ­νει», «θε­ριεύ­ει» και «τρώ­ει οχιά τα σω­θι­κά». Το πε­ρί­φη­μο φί­δι έγι­νε με­τα­φο­ρά κι ο θά­να­τος «σκου­λή­κι».
     Στο ποί­η­μα «το μή­λο», αντι­κρυ­στά στη σε­λί­δα, εί­ναι ο Αδάμ που την επι­θυ­μεί με όλους τους τρό­πους (την Εύα, τη Ζωή):
 
σε πεινώ και λοξά σε κοιτάζω
που πασχίζεις να βγεις απ’ το κάδρο
ψιθυρίζω τ’ όνομά σου και γυρίζεις
αλλά δεν έχεις πρόσωπο
ένα μήλο προβάλλει στον λαιμό σου
 
έλα μού φωνάζεις
δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη
 
Μή­λο και φί­δι απέ­μει­ναν προσ­διο­ρι­στι­κά χα­μέ­νου πα­ρα­δεί­σου ή αιω­νιό­τη­τας ή Ζω­ής που δυ­νά­μει εμπε­ριέ­χει και τον θά­να­το. Έτσι, από την αρ­χή της ζω­ής και από ένα απλό μή­λο, εκ­κι­νεί η απει­κό­νι­ση της πα­ρα­κο­ής των πρω­το­πλά­στων για να βρει σε πά­μπολ­λες πα­ραλ­λα­γές την ει­κα­στι­κή έκ­φρα­σή της και να φτά­σει στον μο­ντέρ­νο Μα­γκρίτ, μό­νο που το μή­λο δεν το έχει η Εύα στο λαι­μό, όπως στο ποί­η­μα, αλ­λά ο Αδάμ στο πρό­σω­πο. Σαν να ακού­με τον Μα­γκρίτ: «οι πί­να­κές μου εί­ναι ορα­τές σκέ­ψεις. Δεν με εν­δια­φέ­ρει η ζω­γρα­φι­κή, μ’ εν­δια­φέ­ρει η σκέ­ψη».
     Στο ποί­η­μα «χί­μαι­ρα» ο ποι­η­τής κα­τε­βαί­νει στο υπό­γειο και βρί­σκει όλα τα πα­λιά πα­πού­τσια του να του επι­τί­θε­νται, σαν ανά­δυ­ση από το κα­τα­πιε­σμέ­νο υπο­συ­νεί­δη­το εκεί­νων όλων των λα­μπε­ρών πο­λι­τι­σμι­κών αγα­θών –σαν τα λου­στρί­νια του–, ονεί­ρων που δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ή που απο­δεί­χτη­καν μά­ταια. Γε­ρα­σμέ­να σαν την αλή­θεια του Κα­βά­φη που όταν γερ­νά­ει γί­νε­ται ψεύ­δος… Πα­λιό­τε­ρα, προ­βάλ­λο­ντας την οι­κο­λο­γι­κή του ευαι­σθη­σία, ο Κου­τσού­νης εί­δε να δρα­πε­τεύ­ουν στο δά­σος τα δερ­μά­τι­να της ντου­λά­πας του για να βρουν το ζώο από το οποίο γεν­νή­θη­καν και τα έπι­πλα του σα­λο­νιού του να ανα­ζη­τούν τη «χώ­ρα» τους και την αιώ­νια ρί­ζα τους.
     Όπως ήδη έχου­με επι­ση­μά­νει τα ποι­ή­μα­τα δί­νουν την εντύ­πω­ση ότι το ένα αντα­πο­κρί­νε­ται στο απέ­να­ντί του –η αρι­στε­ρή σε­λί­δα στη δε­ξιά–, έτσι στα δύο τε­λευ­ταία ποι­ή­μα­τα, «παί­ζω άρα υπάρ­χω» και «coda», ο ποι­η­τής σαν παι­δί του Ηρά­κλει­του παί­ζει, αντί πεσ­σούς, ποι­ή­μα­τα και σαν από­γο­νος του ορ­θο­λο­γι­στή Ντε­κάρτ «υπάρ­χει επει­δή γρά­φει ποι­ή­μα­τα». Στην «μου­σι­κή coda» ο αμε­τα­νό­η­τος παί­κτης, εν γνώ­σει του χα­μέ­νος από χέ­ρι, επι­μέ­νει:
 
Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος
το ξέρω

ωστόσο εγώ πασχίζω
να παίξω μαζί σου στα ίσια
γευόμενος μέχρι το μεδούλι
την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια
κι αν καταφέρω στο φινάλε
λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις
την τύχη μου να ιντριγκάρω
θα πάρω ακόμα μια βαθιάν ανάσα
και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο
θα σ’ αναγκάσω σε παράταση
 
Το «σχοι­νί» που αιω­ρεί­ται στο πρώ­το ποί­η­μα της συλ­λο­γής αιω­ρεί­ται ακό­μα. Η μου­σι­κή ακού­γε­ται, η ζω­γρα­φι­κή φαί­νε­ται, ο στο­χα­σμός ολο­έ­να πλη­σιά­ζει.
     Η συλ­λο­γή έχει ποι­ή­μα­τα ελεύ­θε­ρης μορ­φής, αλ­λά ο ρυθ­μός τους εί­ναι δια­κρι­τός. Ακού­γο­νται τα μου­σι­κά πα­τή­μα­τα, κου­δου­νί­ζουν οι ήχοι. Οι λέ­ξεις στή­νουν ζω­γρα­φιές και της ψυ­χής τα ζη­τή­μα­τα εί­ναι όλα μα­ζί εκ­φρά­σεις. Το ύφος εί­ναι υπο­βλη­τι­κό, το κλί­μα ατμο­σφαι­ρι­κό, το θέ­μα αιώ­νιο.
     Το ρή­μα δυ­να­μι­κό καρ­φώ­νε­ται στην ου­σία ακα­ριαία, ενώ η με­το­χή αφή­νει με­τέ­ω­ρο αυ­τό που κα­θί­στα­ται πλέ­ον διαρ­κές. Το δια­κεί­με­νο αγ­γί­ζει τον θρη­σκευ­τι­κό μύ­θο, αλ­λά δια­τρέ­χει την αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη. Όλοι οι δρό­μοι συ­να­ντη­μέ­νοι πά­λι, εδώ, και ο ποι­η­τής σε αέ­ναο διά­λο­γο με το εγώ του, ως κα­νέ­νας στου κα­νε­νός τη χώ­ρα. Από εδώ νιώ­θει και από απέ­να­ντι φα­ντά­ζε­ται ότι νιώ­θει. Υπο­λο­γί­ζει με τα μέ­τρα του τα μη­νύ­μα­τα που έρ­χο­νται από την κα­θη­με­ρι­νή μι­κροϊ­στο­ρία, από το κά­δρο, από τον μύ­θο, από τη μέ­σα χώ­ρα του μυα­λού, της ψυ­χής, της καρ­διάς. Γί­νε­ται συγ­χρό­νως ο βλέ­πων και ο βλε­πό­με­νος, αυ­τός και ο άλ­λος, ο κα­νέ­νας και ο κά­ποιος, «ο Εί­ναι, ο Ήταν και ο Ερ­χό­με­νος», για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω μια φρά­ση από τα Ελε­γεία του Οδυσ­σέα Ελύ­τη. Ο αιεί παις παί­ζων με στί­χους.
     Με τη συλ­λο­γή αυ­τή ο Στά­θης Κου­τσού­νης έχει κά­νει με­γά­λο άλ­μα, και όλες οι προη­γού­με­νες συλ­λο­γές, με την ιδιαι­τε­ρό­τη­τά της η κα­θε­μία, με την αγω­νία της να απο­δώ­σει το δυ­σπρό­σι­το, φαί­νε­ται σαν να ερ­γά­ζο­νταν για να φτά­σει ο ποι­η­τής Στου κα­νε­νός τη χώ­ρα.
 
Ανθούλα Δανιήλ
[ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης, τεύχος 24, Δεκέμβριος 2020]

Eν μέσω πανδημίας, στοχαστική ποίηση του Στάθη Κουτσούνη. Στην έβδομη κατά σειράν ποιητική του συλλογή και ενώ έχουν προηγηθεί πολλά ακόμη βιβλία του που ανήκουν σε άλλα κειμενικά είδη (μελέτες και πεζογραφήματα), ο Στάθης Κουτσούνης αγγίζει με προσοχή και σοφία έναν τόπο στον οποίο το πραγματικό και το ονειρικό συνυπάρχουν, ενώ ο μύθος και τα πρόσωπα του παρελθόντος επιστρέφουν διαρκώς, αποκαλύπτοντας την τρυφερή φύση των πραγμάτων, αλλά και τη βιαιότητα ενός κόσμου που στο βάθος του είναι εύθραυστος και ευμετάβλητος.
     Είναι χαρακτηριστικό το ποίημα «Άχθος» στο οποίο η νεκρή μητέρα έρχεται μέσα σε μια οπτασία, για να υπενθυμίσει στον γιο της ότι γεννιέται αέναα, μέσα στις σχισμές του άχρονου, εκεί όπου τελικά γέννηση και θάνατος είναι το καθρέφτισμα μόνο από έναν κόσμο που κινείται πέραν της φθοράς:

σήκω μού φωνάζει
γρήγορα να με ξεγεννήσεις
μέρες σε κουβαλώ κι έχω βαρύνει

     Μια παρόμοια μετάβαση στο άχρονο γίνεται και στο ποίημα «Απολογία», όπου η Κλυταιμνήστρα καταθέτει τη δική της εκδοχή στα τραγικά γεγονότα του εγκλήματος: η πράξη της δεν ήταν προσχεδιασμένη, το τσεκούρι βρέθηκε τυχαία μπροστά της τη στιγμή που δεν έπρεπε, όπως συχνά η μοίρα μάς θέτει μπροστά στον πειρασμό της επιστροφής σε μια βίαιη (ή μήπως δίκαιη;) φύση. Ο πειρασμός, όμως, επανέρχεται και στο ποίημα «Εύα», όπου το σκουλήκι του δέντρου της γνώσης γίνεται οχιά, αλλά και καρπός του μέλλοντος, αφού ορίζει την αρχή της ανθρώπινης περιπέτειας.
     Τα ποιήματα του Κουτσούνη είναι γοητευτικά, γιατί εκκινούν από του κανενός τη χώρα, εκεί όπου τα ονόματα και οι τόποι αντανακλούν το φως μιας άλλης πατρίδας, πέρα από τις εύκολες ταξινομήσεις, εκεί όπου η ζωή και ο θάνατος διαπλέκουν αδιάλυτα το μυστικό της ύπαρξης:

εδώ στην αιωνιότητα
περιττός είναι ο χρόνος
 
ένας μοιραίος σαλπιγκτής του κανενός
 
     O Κουτσούνης αδράχνει το νήμα ενός λυρισμού που κάποτε έχει τις ρίζες του στον μαγικό κόσμο της Νέκυιας. Από το βιβλίο του αναδύεται το φως εκείνο που φωλιάζει στη μνήμη, στο βίωμα και στην αγωνία της γραφής.
Άννα Γρίβα
[ηλεκτρονικό περιοδικό Poeticanet, 4 Δεκεμβρίου 2020]
 

Αυτά που ξεχώρισαν το 2020
 
Σελίδες ελληνικής ποίησης
[Το Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών κινητοποιεί το δυναμικό του για την επισκόπηση της χρονιάς. Δέκα σταθεροί συνεργάτες του παρουσιάζουν μια απαιτητική βεντάλια από τίτλους, σχεδόν όλου του βιβλιογραφικού φάσματος, που απασχόλησαν στη χρονιά που εκπνέει μελετητές, κριτικούς και αναγνώστες.

Ο Πέτρος Γκολίτσης (ποιητής και δοκιμιογράφος) επιλέγει βιβλία από την ενότητα Ποίηση.]
 
Ο Στάθης Κουτσούνης (Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο) μεταξύ έντασης και μοναξιάς δουλεύει αυτοτελή ποιήματα-κάδρα ενός ενιαίου κλίματος.
 
Πέτρος Γκολίτσης
[εφημερίδα Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19 Δεκεμβρίου 2020]

Από την ακινησία της ροής στη μόχλευση του μύθου

Στο νέο ποιητικό βιβλίο του Στάθη Κουτσούνη, Στου κανενός τη χώρα, έβδομο ποιητικό του βιβλίο, όπως άλλωστε και στα προηγούμενα, ο ποιητής, με τη γνώριμη εκφραστική του δύναμη και αμεσότητα, μας εισάγει αυτοστιγμεί σ’ ένα σύμπαν πλούσιο σε εικόνες, φωνές και χρώματα.
     Η αμεσότητά του οφείλεται εν μέρει στην προφορικότητα. Τα ποιήματα διακόπτονται από ομιλήματα προσώπων σε α΄ και β΄ πρόσωπο (σύγχρονων, μυθικών, οικείων, άγνωστων ή και του ίδιου του συγγραφέα), που παρεμβάλλονται με πλάγια γράμματα, ως ετερογενές υλικό στο σώμα των ποιημάτων. Ο ποιητικός λόγος εγκολπώνεται έτσι τον προφορικό λόγο, σμιλεύοντας και σκηνοθετώντας τον, κερδίζοντας σε αλήθεια.
     Ο τίτλος του βιβλίου, Στου κανενός τη χώρα, απηχεί το Του κανενός το ρόδο (Niemandsrose) του Paul Celan, τίτλος στον οποίο το ρόδο αντιπροσωπεύει τη γλώσσα που διασώθηκε, τα γερμανικά της ποίησής του, κάποιου που μετά το Ολοκαύτωμα δεν του απέμεινε ούτε χώρα, ούτε γένος (πρβλ. ομιλία του με την ευκαιρία της απονομής του λογοτεχνικού βραβείου της Βρέμης, το 1958: «προσβάσιμο, κοντινό κι αλώβητο έμεινε εν μέσω των απωλειών το εξής ένα: η γλώσσα», στον τόμο Ο Μεσημβρινός και άλλα πεζά, Άγρα, 2006). Το ρόδο της γλώσσας-μη γλώσσας και του ποιήματος που υπάρχει δίχως να του το έχει ζητήσει κανείς, μετατρέπεται στα χέρια του Στάθη Κουτσούνη σε μια μυθική χώρα, που οι διαστάσεις και οι συντεταγμένες της ξεθωριάζουν κάτω από την επίδραση του χρόνου. Η υπόσταση του κανενός[=καθενός] της αφήγησης ολισθαίνει έτσι σ’ έναν μη-χρόνο, που αποτελεί τον χώρο ή χώρα της εμπειρίας, με τη βεβαιότητα ότι τα πάθη μας επαναλαμβάνονται κυκλικά.
     Η συλλογή ανοίγει με μια εικόνα ναρκωτικής ακινησίας: τρεις μέρες ανεμίζει στο σκοινί ένας απαγχονισμένος στην όχθη, την ώρα που ο άνεμος του χαϊδεύει τα μαλλιά (έμμεση αναφορά στην αυτοκτονία του Τσέλαν στον Σηκουάνα, το 1970, στα 50 του;).
 
[Παράθεμα 1: «Στο σχοινί», σελ. 9]
 
Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αέρας του χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά
 
στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινί
 
     Η μορφή του μαραθωνοδρόμου Φειδιππίδη παραλλάσσεται σ’ ένα πληθυντικό ποίημα με την ηθική δύναμη επιγράμματος.
 
[Παράθεμα 2: «Πρωταθλητισμός», σελ. 11]
 
Τρέχουμε τρέχουμε

δρομείς που βιάζονται να φτάσουν
ψελλίζοντας ανίδεοι
νενικήκαμεν
 
     Πολύ σύντομα το σκηνικό αλλάζει κι ο έρωτας περνάει στο επίκεντρο της προσοχής, προσημειωμένος όμως από το αρχικείμενο του μύθου. Στη δική του παραλλαγή, ο ποιητής βλέπει στο φίδι της Εδέμ ένα σκουλήκι που κατατρώγει τα σωθικά της Εύας, αναλώνοντάς την.
 
[Παράθεμα 3: «Εύα», σελ. 12]

[…]
είσαι όμορφη της λέει
αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου
θα σου φανερώσω τη γνώση
το μυστικό για να μείνεις αμάραντη
κολακευμένη εκείνη το πιστεύει
και το σκουλήκι εισχωρώντας
αρχίζει να δουλεύει ακάματα
 
από τότε μεγαλώνει
θεριεύει εντός μου και τρώει
οχιά τα σωθικά μου
 
Το δε μήλο (του Αδάμ) εντοπίζεται στην καρωτίδα του λαιμού της Εύας, η οποία φωνάζει στον Αδάμ «δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη», σε μια εξαιρετική λεκτική αντιμετάθεση.
 
[Παράθεμα 4: «Το μήλο», σελ. 13]

[…]
σε πεινώ και λοξά σε κοιτάζω
που πασχίζεις να βγεις απ’ το κάδρο
ψιθυρίζω τ’ όνομά σου και γυρίζεις
αλλά δεν έχεις πρόσωπο
ένα μήλο προβάλλει στον λαιμό σου
 
έλα μου φωνάζεις
δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη
 
     Όσον αφορά τον μύθο του ερωτικού νόστου, σ’ ένα απ’ τα πιο διεξοδικά αρθρωμένα ποιήματα της συλλογής, η Κλυταιμνήστρα είναι έτοιμη να δεχτεί και πάλι στην αγκαλιά της τον Αγαμέμνονα. Έχει διώξει τον Αίγισθο, ετοιμάζει μόνη της το λουτρό του και τον υποδέχεται «μ’ ένα διάφανο κομπινεζόν», γιατί τον αγαπάει «πάνω απ’ τη ζωή» της, λέει ο ποιητής. Ελπίζει [λόγος της Κλ.] «ήλπιζα εκεί που σ’ έτριβα […]/ να μ’ αρπάξεις επιτέλους κι ασυγκράτητα/ να σφηνωθείς μέσα μου αγρίμι ουρλιάζοντας». Η αδιαφορία του Ατρέα όμως είναι αυτή που την τρελαίνει, τελικά, καταλήγοντας αφηγούμενη:
 
[Παράθεμα 5: «Απολογία», σελ. 30, Κλ.]

[…]
μάταια όμως
η αδιαφορία σου με τρέλαινε
ένιωσα αίφνης γερασμένη σχεδόν ένα τίποτα
ώσπου άρχισα σύγκορμη να μανιάζω πνιγόμουν
και τότε το μάτι μου πήρε λοξά
 
το τσεκούρι
 
     Το άγχος της γέννησης και της μητρότητας γυρεύει στο επόμενο ποίημα να λυτρωθεί, αλλάζοντας κατεύθυνση, εκ των υστέρων.
 
[Παράθεμα 6: «Άχθος», σελ. 25]
 
Κάθε πρωί τελευταία
προτού ξημερώσει
έρχεται και με σκουντάει
η μάνα μου με την κοιλιά στο στόμα
 
σήκω μου φωνάζει
γρήγορα να με ξεγεννήσεις
μέρες σε κουβαλώ κι έχω βαρύνει
απλώνεσαι ψηλά στον οισοφάγο
μου φράζεις το λαιμό
η ανάσα μου δύσκολη κι εσύ
δεν λες να βγεις
 
βιάσου δεν έχω καιρό
γρήγορα να με ξεγεννήσεις
να λευτερωθώ
 
     Στο επόμενο ποίημα, τρέχουσες και μνημονικές υπάρξεις συναπαντώνται στο παρόν.
 
[Παράθεμα 7: «Σύγχυση», σελ. 22]

Χρόνια πολλά
λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο
δεν χρειάζομαι τις ευχές σου
του απαντά εκείνος
σε τούτη εδώ τη χώρα
εγώ κατέκτησα εξάπαντος
την αιωνιότητα
 
δική σου τώρα η σπουδή

[…]
     Η γεγονικότητα και το πένθος του θανάτου απεικονίζεται μέσα από δώδεκα έντεχνες ‘παγωμένες’ εικόνες-stills που πλάθει με δωρικό τρόπο ο ποιητής (στα ποιήματα, «Νεκρές φύσεις» i, ii, iii και iv). Ο τίτλος είναι παιγνιώδης (Νεκρή φύση=Still Nature αγγλ.), και αναφέρεται όχι μόνο στην αναπόφευκτη ακινητοποίηση παγωμένων εικονικών στιγμιότυπων, αλλά και στον ίδιο το θάνατο, όπως λ.χ. μ’ ένα σπουργίτι ή με όσους χάθηκαν στα νερά του Αιγαίου.
 
[Παραθέματα 8-11: «Νεκρές φύσεις i, ii, iii, iv»]

Ροτόντα με δύο καρέκλες
σ’ όποια και να καθίσω
η άλλη μένει άδεια
 
ÃÃÃ
 
Θάλασσα πηγμένη
από τα δάκρυα των πνιγμένων
 
ÃÃÃ
 
Σπουργίτι νεκρό πάνω στο ράμφος του
 
ÃÃÃ
 
Μπρούμυτα στην ακτή μελανιασμένο
παιδί χωρίς πατρίδα
που το ξέβρασε η θάλασσα
 
     Σε άλλα ποιήματα της συλλογής, επανέρχονται η ανάμνηση των παιδικών χρόνων, ξεχασμένα παλιά αντικείμενα, ένας οδυνηρός για τον ηττημένο ερωτικός χωρισμός, κοκ. Ωστόσο, ο χρόνος θα είναι, έστω και «στην παράταση», ο τελικός νικητής.

[Παράθεμα 12: «
Coda», σελ. 43 – ακροτελεύτιο ποίημα]
 
Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος
το ξέρω

ωστόσο εγώ πασχίζω
να παίξω μαζί σου στα ίσια
[…]
κι αν καταφέρω στο φινάλε
λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις
την τύχη μου να ιντριγκάρω
θα πάρω ακόμη μια βαθιάν ανάσα
και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο
θα σ’ αναγκάσω σε παράταση
 
     Οι μυθικές σκηνές του βιβλίου, όμως, παρατείνονται. Στο ποίημα «Αρέθουσα», που αντλεί τον τίτλο του από το τοπωνύμιο, την πηγή και τη μυθική νύμφη των νερών, η γυναικεία ερωτική επιθυμία αναπαρίσταται ως πηγή, μετατρέποντας την αντίστοιχη αντρική σε ποτάμι.
 
[Παράθεμα 13: «Αρέθουσα», σελ. 33]
 
Ο ήλιος έλαμνε στα κρύσταλλα
κάτασπρες οι πέτρες από τη γλώσσα της ροής
κι εμείς στις όχθες παίζοντας
 
τριγύρω γλαροπούλια κι ερωδιοί
και στις λάσπες βάτραχοι σαματατζήδες
 
σε κυνηγούσα κι έτρεχες
σαστισμένη ανάμεσα στα χόρτα
γλιστρούσες στη δροσιά και σ’ έσφιγγα
ώρες στην αγκαλιά μου κελαρύζοντας
μέχρι που κάποια στιγμή
θα γίνω πηγή μου φωνάζεις
μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα
κι εσύ αμέσως άφαντη
 
από μακριά ακούγονταν νερά και αέρας
αλλά ολόγυρα σωπαίνοντας
μονάχα λυγαριές και πικροδάφνες
ώσπου κατάλαβα πως το ποτάμι είμ’ εγώ
βολίδα τότε σχίζοντας τη θάλασσα
έρχομαι αφρισμένος να σε βρω
 
     Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην εισαγωγή του στο έργο Ελληνική μυθολογία (Εκδοτική Αθηνών, 1986), στο δοκίμιό του «Η έννοια του μύθου», σημειώνει πως «Ο μύθος αποτελεί μια αξία αυτή καθαυτήν, μια βασική στάση της ανθρώπινης συνείδησης που τον γεννά για την πλήρωση και την ολοκλήρωσή της. […] Η μυθολογούσα συνείδηση –πρεσβύτερη από τη συνείδηση που λειτουργεί κατά λόγον– υπήρξε κυρίαρχη, πριν εκτοπισθεί εν μέρει από τη διάνοια, από την επιστήμη, εκπηγάζοντας και από άλογες δυνάμεις, από το δέος του αγνώστου, του ακατάβλητου, του αναπότρεπτου […] Επομένως, ο μύθος έχει ως πρώτη πηγή τις αναγκαίες αντιδράσεις της συνείδησης μπροστά στο άγνωστο, το οποίο θέλει να εννοήσει και μέσα στο οποίο θέλει να ενεργήσει, αφού αλλιώς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η ύπαρξή της».
     Ο Ζαν Πολ Σαρτρ, στη διάλεξη του 1945 «Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός», εκφράζει το θεμελιώδες για τη σκέψη του επιχείρημα ότι «Υπάρχει ένα τουλάχιστον ον στο οποίο η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, ένα ον που υπάρχει προτού μπορέσει να οριστεί από οποιαδήποτε έννοια: το ον αυτό είναι ο άνθρωπος. […] Ο άνθρωπος είναι όχι μόνο ό,τι ο ίδιος συλλαμβάνει τον εαυτό του να είναι, αλλά και ό,τι θέλει να είναι» (μτφρ. Α. Χατζημωϋσής, Δώμα, 2020).
     Η γραφή του Στάθη Κουτσούνη στην ανά χείρας συλλογή, Στου κανενός τη χώρα, είναι ενσυνείδητα μυθοπλαστική. Επιχειρεί να λειτουργήσει η ίδια ως απάντηση στο ρίγος της ύπαρξης: αυτή είναι στην πραγματικότητα, και όχι άλλη, του Κανενός η χώρα ή το ρόδο. Αναστοχαζόμενος, ο ποιητής, μυθολογεί και, κάνοντάς το, ανταλλάσσει τον σημαίνοντα χρόνο της ύπαρξης (ο οποίος δεν ευοδώνεται) με το σημαίνον της τέχνης του.
 
[Ο τίτλος του κειμένου αναφέρεται στον τίτλο ποιητικής συλλογής του Υβ Μπονφουά, Πέρασμα και ακινησία της ροής, σε μτφρ. ΔημήτρηΤ. Άναλι (γαλλDu mouvement et de l’immobilité de Douve).]
 
Σωκράτης Καμπουρόπουλος
[ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, τεύχος #002, Χειμώνας 2021]

«Δρομείς που βιάζονται να φτάσουν»

«στου κανενός τη χώρα/ ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινί»
 
Ο Στάθης Κουτσούνης … έχει στο ενεργητικό του ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, Στου κανενός τη χώρα, ξεχωρίζει για την έξοχη χρήση της γλώσσας και τη λιτή αλλά ιδιαίτερη εικονοπλασία. Επιπλέον, χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και αντιφάσεις, καταγωγές και προορισμούς, παρουσίες και απουσίες, αλληλοεπιδρώντας με τα πιο καίρια δίπολα της ύπαρξης, τα πιο φλέγοντα κομμάτια του ανθρώπινου βίου.
 
«Τρέχουμε τρέχουμε// δρομείς που βιάζονται να φτάσου/ ψελλίζοντας ανίδεοι/ νενικήκαμεν»
 
     Ο ποιητής πραγματεύεται τη νίκη και την ήττα, το δίκαιο και το άδικο, την ηδονή και την οδύνη μέσα από την ένταση της εμπειρίας, εκθειάζοντας τη σημασία της στιγμής. Μοιάζει να έλκεται συχνά από τις νεκρές φύσεις. Απεικονίζοντάς τες με μοναδικό τρόπο σε τέσσερις συνθέσεις μες στη συλλογή, ο Κουτσούνης σκιαγραφεί την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, την απώλεια, τη φθορά, το πέρασμα του χρόνου με υπαινικτικό και συχνά αλληγορικό τρόπο, ο οποίος επηρεάζει βαθιά τον αναγνώστη.
 
«Φίδι που πείνασε και τρώει/ την ουρά του// επάνω στο κρεβάτι ο θρίαμβος/ αυτού που γλίτωσε ενώ στο πάτωμα/ εσώρουχα κι η οδύνη του άλλου»
 
     Η παρουσία του έρωτα μέσα στο βιβλίο είναι διακριτική αλλά πανταχού παρούσα. Άλλοτε ως μοχλός αναγέννησης, άλλοτε ως κινητήριος δύναμη και άλλοτε ως σαρκοβόρος λέοντας, ο έρωτας λειτουργεί μες στα ποιήματα με μια δύναμη η οποία καθιστά τον αναγνώστη συμμέτοχο στο θαύμα ή στην οδύνη.
     Βασική συνιστώσα στο βιβλίο είναι η απώλεια. Ο Κουτσούνης πραγματεύεται τη ματαίωση με ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό, συνοδεύοντάς την με μια αίσθηση αναπόφευκτης κατάληξης, κάποτε και απελευθέρωσης. Πίσω από το καθηλωτικό σώμα της απώλειας, με το οποίο ο ποιητής συνδέει οργανικά τα ποιήματά του, κρύβεται ένα στιβαρό φιλοσοφικό υπόβαθρο, μια φιλοσοφημένη προσέγγιση της απόπειρας για επιβίωση, πολύτιμη για όλους.
 
«μέχρι που κάποια στιγμή/ θα γίνω πηγή μού φωνάζεις/ μ’ έπιασαν τα γέλια ξεκαρδίστηκα/ κι εσύ αμέσως άφαντη»
 
     Και εδώ εντάσσεται η μνήμη: η μνήμη ως φορέας μεγαλείου και ομορφιάς, η μνήμη ως δημιουργός και θεματοφύλακας της Ιστορίας, προσωπικής και συλλογικής, η μνήμη ως καταλυτική παρουσία με σάρκα και οστά. «Οσονούπω νυχτώνει/ και τα χρόνια αστράφτουν καρφιά/ στο φέρετρο της μνήμης».  Η ματαιότητα της ύπαρξης ως διαπίστωση μέσα από τη ματαιοδοξία και ο τρόπος που πραγματεύεται το εν λόγω δίπολο ο Κουτσούνης κινούν το ενδιαφέρον μιας και η αίσθηση της ανυπαρξίας, του κενού, του «κανένα», του «τίποτα» ενισχύουν την φορτισμένη ατμόσφαιρα του έργου.
 
«Χρόνια πολλά/ λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο/ δεν έχω ανάγκη τις ευχές σου/ του απαντά εκείνος/ εδώ στην αιωνιότηταπεριττός είναι ο χρόνος// ένας μοιραίος σαλπιγκτής του κανενός»
 
     Ο χρόνος ως άμμος σε κλεψύδρα, ως αιώρηση μέσα στη βαρύτητα γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη μορφή της πιο μεγάλης χίμαιρας. Ο αθλητής, η μητέρα, η φύση, το ζώο, η γυναίκα είναι διακριτές παρουσίες μες στο έργο, οι οποίες θρέφουν μια πρωτόγνωρη πίστη στην αξία της ζωής, μια πίστη που διαπνέει όλη την ποιητική συλλογή, μια ορμή για την απόλαυση της ύπαρξης, ένα δέος και μια προσδοκία που τελικά κυριαρχεί, παρακινεί, συγκινεί, μας ξεσηκώνει.
 
«Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος/ το ξέρω// ωστόσο εγώ πασχίζω/ να παίξω μαζί σου στα ίσια/ γευόμενος μέχρι το μεδούλι/ την ηδονή από τα μικρά μου τρόπαια/ κι αν καταφέρω στο φινάλε/ λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις/ την τύχη μου να ιντριγκάρω/ θα πάρω ακόμη μια βαθιά ανάσα/ και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο/ θα σ’ αναγκάσω σε παράταση»
 
Τζούλια Γκανάσου
[ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, 6 Ιανουαρίου 2021]

Εκείνο που μου κέντρισε εξαρχής την προσοχή στη νέα συλλογή ποιημάτων του Στάθη Κουτσούνη, Στου κανενός τη χώρα, ήταν ο ίδιος ο τίτλος της, που ενώ νοηματικά δεν ξένιζε τόσο τον περίεργο υποψήφιο αναγνώστη, εντούτοις προσωπικά με προβλημάτιζε εάν σηματοδοτούσε και το έναυσμα για το περιεχόμενο του βιβλίου, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε και η προσωπική μου ανάγνωση, συνεπικουρούμενη από το ένστικτό μου.
     Οι λέξεις του Σ.Κ., κάθετες, γυμνές και ετυμολογικά αδιαπραγμάτευτες, δεν διστάζουν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους, αποφεύγοντας τη συναισθηματική τους διολίσθηση ή τον αποπροσανατολισμό του αναγνώστη χάριν της αισθητικής τέρψης με τα χαρακτηριστικά κάποιου νεότευκτου ή και παλαιότερου, προσφιλούς όμως και αναγνωρίσιμου, λογοτεχνικού ρεύματος. Η λιτή και ανεπιτήδευτη γλώσσα του ποιητή καταγράφεται στα θετικά του σημεία, εφόσον ο Σ.Κ. έχει τον τρόπο του να μας πείθει ότι εννοεί αυτά που λέει ή γράφει.
     Του κανενός η χώρα είναι, παρά την ονομασία της, μια πυκνοκατοικημένη χώρα. Κατοικημένη από ανθρώπους που δεν είναι σίγουροι εάν ζούνε σε μια αναμφισβήτητα απτή ή σε μια εικονική πραγματικότητα. Είναι εκεί όπου δίνεται η σκληρή μάχη της καθημερινής επιβίωσης, με απεχθείς συνήθως όρους και ασφυκτικά προκαθορισμένα τα λειτουργικά της όρια, επιβεβλημένη προπάντων από μία υπεράνω όλων και τα πάνθ’ ορώσα εξουσία για την αδιαπραγμάτευτη συμμόρφωση και προσαρμογή του ατόμου σε καταναγκαστικά μνημόνια και τρόπους ζωής, που συλλογικά υποβαθμίζουν το πολιτιστικό επίπεδο μιας κοινωνίας και καθορίζουν ανάλογα τις προσωπικές σχέσεις, τη διάθεση και τη νοοτροπία των ανθρώπων.
     Ο ποιητής Σ.Κ. προβαίνει άλλοτε σε εκλεκτική κι άλλοτε σε τυχαία δειγματοληψία της πραγματικότητας με βάση τα προσωπικά του βιώματα, αλλά παράλληλα παρατηρεί και καταγράφει ό,τι τυχαία ή βιωματικά εμβόλιμο από το υποσυνείδητό του διαθλάται σε αυτό που αναγνωρίζει ως προσωπική πρόκληση στον αβέβαιο στίβο της τέχνης. Έντεχνα ενσωματώνει στον ρεαλισμό του στοιχεία από απόηχους προγονικών ή λαογραφικών δοξασιών, που εγγυώνται, αν μη τι άλλο, μια εντοπιότητα στην προέλευση του ερεθίσματος. Η εμπλοκή μιας λανθάνουσας νοσταλγίας με το μέτρο της κριτικής αποστασιοποίησης ανασυνθέτει πρόσφορα το κατακερματισμένο παρελθόν και συνηγορεί διακριτικά με τη φωνή του ποιητή, ενώ παράλληλα ενισχύει τη δραματική διαδραστικότητα των φαινομενικά ασύνδετων εικόνων σε ένα ενιαίο ιστορικό γίγνεσθαι, που φαίνεται να φτάνει όμως τελεολογικά και ιστορικά στο αποκορύφωμα της κρίσης του. Το παρόν, κυνικά, ανάλαφρα ή απειλητικά εσχατολογικό, παρουσιάζεται αρνητικά αδιάφορο στο εάν μπορεί να ενσωματώσει το προσωπικό μας δράμα σε ένα λυρικό μελόδραμα παγκόσμιας δραματικής απήχησης. Αντίθετα, βρίσκει τρόπους να δημαγωγεί εκθειάζοντας τα επιτεύγματα της εποχής στο όνομα της εξέλιξης. Ο εν αμηχανία ποιητής, με επίγνωση του πνευματικού του χρέους, εκφράζει τον προβληματισμό και την ανησυχία του και επισημαίνει την κρισιμότητα της κατάστασης, για να εισπράξει όμως τελικά τη συνειδητοποίηση της απέραντής του ένδειας και απαξίωσης σε έναν ασύλληπτα και ολοκληρωτικά τεχνολογούμενο κόσμο. Η ταπεινότητα του ποιητή και ο ίλιγγος εμπρός στον κίνδυνο ενός αντιφατικού απολυταρχικά χειραγωγούμενου μέλλοντος τον στρέφουν στην πολιτιστική συσπείρωση και αναζήτηση στο παρελθόν, όπου η θεολογική πίστη, όσο δογματική κι αν ήταν, διεύρυνε τον ορίζοντα για την τελική ανάδειξη των ανθρωπιστικών αξιών κι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διάδοσή τους στο κοινωνικό πεδίο. Αυτή η εντύπωση με οδήγησε στο να ανιχνεύσω και να διακρίνω τελικά στα ποιήματα αυτά νύξεις παλαιών θεολογικών διλημμάτων, διατυπωμένων και διασκευασμένων βέβαια για τη σημερινή πραγματικότητα. Οι διδακτικές αλληγορίες των ιστορικών εποχών και των θεολογικών κειμένων είναι εύκολα αναγνωρίσιμες, στον λόγο όμως του ποιητή αποκτούν μια διαφορετική διάσταση, αφού τροφοδοτούν με δοκιμασμένα βέλη ιστορικής αναφοράς τη φαρέτρα του. Επίσης, σε λιγότερα ποιήματα διέγνωσα φουτουριστικά μοτίβα και επιρροές, που προφανώς ασυνείδητα παρεισέφρησαν στην εικονοπλασία και διαμόρφωση του κειμένου. Έτσι, αυτή η διαχρονική διάσταση των ποιημάτων τούς προσέδωσε μια ανακαινισμένη οπτική και μεταμοντερνιστική/μεταμοντέρνα διαδραστικότητα και συνέβαλε στην επικαιροποίηση της προβληματικής τους.
     Ο ποιητής στα έργα του Σ.Κ. δεν ξεχνάει τα παραδοσιακά του όπλα και τις κλασικές τεχνικές ανάδειξης του ποιήματος, αλλά επιλέγει να χρησιμοποιεί λιτά εκφραστικά μέσα και θαυμαστή οικονομία στη διατύπωση της εκάστοτε σύλληψής του. Η επιλογή και εναλλαγή της θεματικής ατμόσφαιρας των ποιημάτων της συλλογής γίνεται με συγκρατημένα εξπρεσιονιστικούς όρους και η όποια αντικειμενικότητά τους μου ανακαλεί την αυτοσυγκράτηση και την αμφιβολία, όπως καθρεφτίζεται στην ανθρώπινη έκφραση, π.χ. στα έργα των Max Beckmann και Christian Sand από τα τέλη του μεσοπολέμου και εντεύθεν.
   Ο Σ.Κ. με το προσωπείο του ποιητή αναζητεί και βρίσκει το υπαρξιακό του αντίβαρο και καταφύγιο εξίσου στο θησαυρισμένο παρελθόν όσο και στην καθημερινή ζωή, από όπου δανείζεται εικόνες για να προσδώσει οντολογικό βάθος στους συλλογισμούς του. Ανακαλεί σκηνές από το προπατορικό αμάρτημα και ανασύρει αρχέτυπα αλληγοριών για να αντιμετωπίσει τη νέα ύβρη που επιβουλεύεται θανάσιμα την ανθρώπινη ύπαρξη. Στη «χώρα του κανένα» ένας κόσμος παλλόμενου εν διεγέρσει υποσυνείδητου εναλλάσσεται με τον βίαιο ρυθμό της παγκοσμιοποιημένης υπαρκτής πραγματικότητας. Εκεί ο ποιητής μπαινοβγαίνει, ερήμην της θέλησής του, στα όνειρά του χωρίς να χρειάζεται να δείξει άμεσα την ιδεολογική του ταυτότητα. Η ελλειπτικότητα των κειμένων είναι ανεπαίσθητη και σε κανένα ποίημα δεν παρατηρείται νοηματικό χάσμα, που να το εκτρέπει από τον βασικό του άξονα. Αντίθετα, στο ποίημα «Σκεύος εκλογής» η παράθεση των γεγονότων γίνεται με διεξοδικά «πεζογραφικό» τρόπο. Σε αυτό το ποίημα ο δημιουργός γίνεται συνήγορος του Ιούδα και καγχάζει με τη θεμελιώδη αντίφαση στον ντετερμινισμό του συλλογισμού επάνω στην αναγκαιότητα της μοίρας και το μέγα ζήτημα της ελεύθερης βούλησης.
     Στα ποιήματα του Σ.Κ. δίνεται ισότιμη συμμετοχή και δικαιοδοσία στους νεκρούς, κάτι που μας βοηθά να κατανοήσουμε πληρέστερα το μεταφυσικό υπόβαθρο των ποιημάτων, που όμως δεν έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και τις εδραιωμένες θεολογικές πεποιθήσεις. Ο Σ.Κ. χαριεντίζεται με τους νεκρούς, αλλά πάντα υπεκφεύγει την αιωνιότητα. Οι νεκροί στα έργα του καταδέχονται να μας μιλούν και να μας ειρωνεύονται. Η ζωή κι ο θάνατος είναι οι δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος. Οι «Νεκρές φύσεις» του εκπέμπουν αναφορές σε πεπραγμένα του Κάτω Κόσμου και περιηγήσεις από υπερρεαλιστικά μοτίβα του Magritte και του Delveau.
     Στο ποίημα της σελίδας 24, «Το νήμα», δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το περίφημο ποίημα του John Donne, «The worm», τον William Blake και τις άλλες συναφείς υπαρξιακές αλληγορίες που εμπνεύστηκαν από αυτό. Κάποια αρχέγονη ενοχή και υπαρξιακή κατάρα φαίνεται να υποφώσκει με την ανθρώπινη μοίρα σύμφυτη με τη ραγδαία εξέλιξη της γνώσης, όταν παρασάγγας υπερβαίνει τα εσκαμμένα όρια της επιβίωσης. Οι ποιητικές «Νεκρές φύσεις» του Σ.Κ. στίλβουν από μια μακάβρια λαμπρότητα. Προσωπικά προτιμώ το ποίημα «Δέος», όπου κυριαρχεί μια εξπρεσιονιστική φοβία, και το ποίημα «Ορρωδία», κάτι σαν μια λαϊκή γελοιογραφία από τη συνειρμικά σαρκαστική παραλλαγή της λέξης κοροϊδία. Ο ποιητικός ομφάλιος λώρος ξετυλίγεται απρόσκοπτα και στα επόμενα ποιήματα, ώσπου διακόπτεται από το δύσκολο έργο της υπεράσπισης της συζυγοκτόνου βασίλισσας Κλυταιμνήστρας εμπρός στο φανταστικό πολυεφετείο της Ιστορίας. Παρακάτω, στη σελίδα 32, ευρηματική η αυτοάμυνα της πόρνης-ακανθόχοιρου, ενώ αλλού σαν σχολική ανάμνηση ο ποιητής διερευνά το θέμα της ανθρώπινης απουσίας και πραγματεύεται την υπαρξιακή της διάσταση. Στα τελευταία ποιήματα της συλλογής ο Σ.Κ. σαν αναχωρητής-μισάνθρωπος καταγγέλλει τον κυνισμό και την υποκρισία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και επιδίδεται στη μελαγχολική και ανώφελη, όπως αποδεικνύεται, αποκαθήλωση και καταγραφή των επιδιώξεων μιας ζωής, όπου όμως την ύστατη στιγμή επανακάμπτει με την εντύπωση ότι δεν έχει πει την τελευταία λέξη κι αφήνει σαν αποστροφή το γοητευτικό σημείο αναφοράς του τίτλου ενός χαρακτηριστικού έργου του αγαπημένου του προφανώς συγγραφέα G.G. Márquez, σαν μαγικό υστερόγραφο.
     Συνοψίζοντας μια αποτίμηση του βιβλίου, θεωρώ ότι προβάλλει πειστικά με ποιητική φόρμα όλα τα αδιέξοδα και την καθημερινή μας αγωνία μπροστά στα επείγοντα και πιεστικά προβλήματα που μας αφορούν τόσο άμεσα και συλλογικά. Ο ποιητής δεν εισάγει καινά δαιμόνια, αλλά επικαλείται τη βοήθεια των παλιών δαιμόνων, προκειμένου με τη συνεργία των Μουσών να ξυπνήσουμε τους συνανθρώπους μας από τη βαριά αφασία χωρίς να συναινέσουμε στην τεχνητή ευωχία ενός ανώδυνου τηλεοπτικού παιχνιδιού. Γιατί καλύτερα να χάνεσαι στις προσωπικές σου χίμαιρες, παρά να πέφτεις σε χειμερία νάρκη εφησυχασμού.
Πάτροκλος Λεβεντόπουλος
[ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, 12 Ιανουαρίου 2021]

Στην επικράτεια του θανάτου

Εκκινώντας τη συλλογή του Στου κανενός τη χώρα με την εικόνα ενός κρεμασμένου, ο Στάθης Κουτσούνης, στο έβδομο ποιητικό του βιβλίο, δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης περί της υποδήλωσης του τίτλου: η χώρα του κανενός είναι τόπος ανυπαρξίας, θανάτου. Το θανατερό σκηνικό επιβεβαιώνεται στην εξέλιξη της συλλογής. Ιδίως οι «Νεκρές φύσεις» του ποιητή, οι οποίες αναπτύσσονται σε τέσσερις ολιγόστιχες, συμπληρωματικές μεταξύ τους συνέχειες, αποδίδουν την εικόνα του θανάτου όχι μόνο διά πλασμάτων άψυχων πια, όπως ο αετός που «κείτεται/ στου κυνηγού τα πόδια», τα ορτύκια που κρέμονται νεκρά στη ζώνη του κυνηγού, οι πνιγμένοι στη θάλασσα· επίσης, όχι μόνο διά τόπων νεκρικών, όπως τα οστεοφυλάκια κι οι τάφοι· μα και διά προσώπων που, αν και εξακολουθούν να αναπνέουν, μοιάζουν με νεκρά λόγω της άχρωμης ζωής τους. Τέτοιο πρόσωπο είναι κι η γεροντοκόρη στο παράθυρο, που θυμίζει «ασπρόμαυρη φωτογραφία».
     Ο Κουτσούνης χτυπά πένθιμα την καμπάνα για να αναγγείλει στην κοινότητα τον θάνατο, ακόμη κι όταν το προσκλητήριο είναι γαμήλιο. Τα αγγελτήρια του γάμου συνοδεύονται από πένθιμη κωδωνοκρουσία και καρφώνονται σε κοινή θέα με το σφυρί, ανακαλώντας σαχτούρειες εικόνες και ήχους («μόνο σταυρούς/ σε μνήματα/ καρφώνω», από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη «Ο στρατιώτης ποιητής»). Με τον τρόπο αυτό ο Κουτσούνης συγκερνά ζωή και θάνατο, ρέποντας προς τον δεύτερο, καθώς οι χτύποι του σφυριού ακούγονται «σαν τα χρόνια του πεθαμένου/ που ξεκολλήσαν απ’ το σώμα του/ και πέφτουν ένα ένα/ κέρματα στο τσιμέντο». Η ίδια η εικόνα με τα κέρματα άλλωστε παραπέμπει στο έθιμο κατά το οποίο ο πατέρας, όταν στη βάφτιση του μωρού του γνωστοποιείται από τον νονό το όνομα, πετά κέρματα στο προαύλιο του ναού προς τα παρευρισκόμενα παιδιά. Έτσι, ο γάμος και η βάφτιση πολιτογραφούνται στην επικράτεια του θανάτου, εφόσον ο ποιητής δέχεται ότι στιγματίζονται από οδύνη και κινούνται στις παρυφές του πένθους, καθώς ο πόνος που προκαλούν είναι δυσανάλογος σε σχέση με τις χαρές τους προς τους ανθρώπους.
     Τρέχουν λοιπόν τα παιδιά για τα κέρματα, τρέχουν οι άνθρωποι για τη ζωή: «Τρέχουμε τρέχουμε// δρομείς που βιάζονται να φτάσουν/ ψελλίζοντας ανίδεοι/ νενικήκαμεν» (ποίημα «Πρωταθλητισμός»). Τρέχουν ν’ ανακοινώσουν τη νίκη, σχολιάζει ο Κουτσούνης, αναφερόμενος στον Αθηναίο δρομέα –κατά μία παράδοση ήταν ο Φειδιππίδης– που μετέφερε στην πόλη του τη χαρμόσυνη είδηση της νίκης («νενικήκαμεν») εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Η πεποίθηση της νίκης ωστόσο διαψεύδεται οικτρά, γιατί ο αγγελιοφόρος, στο τέλος της υπερπροσπάθειάς του, αφήνει την τελευταία του πνοή. Κι έτσι, όποιος νομίζει πως νικά αποδεικνύεται «ανίδεος», γιατί οι βουλές του θανάτου διαφέρουν. Η περίβλεπτη νίκη υποβιβάζεται σε οδυνηρή ήττα. Ομοίως ο «πρωταθλητισμός» (τίτλος του ποιήματος) οδηγεί σε υποβιβασμό στον κάτω κόσμο. Κι ίσως εκεί να συναντά κάποιο άλλο κέρμα, τον οβολό για τον βαρκάρη των ψυχών προς τον Άδη.
     Κατ’ αναλογία με τη νίκη, η τύχη των ανθρώπων σχολιάζεται ως «τύχη-βουνό» μόνο ειρωνικά. Σε χώρο που προσδιορίζεται ως οι «απέραντες/ φυτείες του ύπνου», δηλαδή σε νεκροταφείο, περιφέρεται ο «δίχως πρόσωπο» «επιστάτης», μια προσωποποίηση του Χάρου, και συναντά το ποιητικό υποκείμενο. Ο ποιητικός ήρωας είναι άρτι αφιχθείς στον νεκρικό λειμώνα, μα ο επιστάτης σπεύδει να τον καθησυχάσει, διαβεβαιώνοντάς του ότι δεν θα μείνει «ποτέ πια άνεργος». Μάλιστα, επαναλαμβάνει τη διαβεβαίωση εμφαντικά: «τυχερέ/ ποτέ πια άνεργος». Ο Κουτσούνης δεν αναφέρει πουθενά τη συνεκφορά «τύχη βουνό»· τιτλοφορώντας όμως «Βουνό» το ποίημά του, λειτουργεί συνειρμικά, υπονοώντας ακριβώς τη συγκεκριμένη έκφραση. Εντούτοις το σχόλιό του για την «τύχη βουνό» είναι άκρως ειρωνικό, γιατί η διασφάλιση από μια ενδεχόμενη ανεργία, υπό τη συνθήκη του θανάτου μόνο τύχη δεν είναι. Με τον τρόπο αυτό η τύχη ακυρώνεται κι απομένει μόνο το βουνό, ως Γολγοθάς μαρτυρίου για την ψυχή του νεκρού. Ο ποιητής απορρίπτει για μία ακόμη φορά το υποτιθέμενο κέρδος, για να τονίσει τον ζόφο του θανάτου.
     Η ειρωνεία του Κουτσούνη φύεται και στις «Νεκρές φύσεις» του, όταν παρουσιάζεται ο τάφος ως «μικρό εξοχικό» και ο νεκρός ως «ωραίος αποτρόπαια». Αν το «εξοχικό» δηλώνει, στη συνήθη του χρήση, την κατοικία στην εξοχή, η τελευταία κατοικία του νεκρού θεμελιώνεται στην καρδιά της εξοχής, μέσα στα σπλάχνα της γης, όπου ο γεννημένος από τα υλικά της άνθρωπος επιστρέφει, «χώμα στο χώμα». Η αναφορά στη βιβλική ρήση «Χους ει και εις χουν απελεύσει», με την οποία απευθύνεται ο Θεός στον πρωτόπλαστο Αδάμ, είναι σαφής, κι εξίσου σαφή τα βάσανα που συνοδεύουν τον άνθρωπο στον βίο του με την έκπτωσή του από τον Παράδεισο. Το οξύμωρο «ωραίος αποτρόπαια» ενισχύει την ειρωνεία κι επιβεβαιώνει το σχόλιο της θλιβερής ανθρώπινης διαδρομής εντός μιας μάταιης ζωής.
     Ο διάλογος του Κουτσούνη με τα βιβλικά παραδεδομένα είναι ευθύς στα ποιήματα «Εύα» και «Το μήλο». Το σκουλήκι στο μήλο της πρωτόπλαστης Εύας εισχωρεί στο ανθρώπινο σώμα και το κατατρώει, μετατρεπόμενο σε οχιά. Η μεταστοιχείωση του σκουληκιού σε φίδι συνοδεύεται κι από μετατόπιση του ενδιαφέροντος: ο ποιητής δίνει νέα διάσταση στο χρονικό των πρωτοπλάστων, καθώς το φίδι του πειρασμού εγκαταλείπει το δέντρο, μετοικεί στο ανθρώπινο σώμα και το υπονομεύει ψυχοσυναισθηματικά, επιτείνοντας τη σωματική κόπωση με την οποία τιμωρείται ο έκπτωτος από τον παράδεισο άνθρωπος. Επιμένοντας να αξιοποιεί ποιητικά τις μετατοπίσεις, ο Κουτσούνης μεταθέτει το μήλο των πρωτοπλάστων από το δέντρο στον ανθρώπινο λαιμό. Το ποιητικό υποκείμενο καλείται να το δαγκώσει στον λαιμό της αγαπημένης του, ως σωματικό όργανο, στο πλαίσιο του ερωτικού παιχνιδιού, εντός του οποίου μοιράζονται και οι ενοχές της προκλητικής ερωτικής πρόσκλησης: «έλα μού φωνάζεις/ δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη». Οι ενοχές, συνεπώς, επιτείνουν τον ερωτισμό, ως απόρροια από τη διεκδίκηση καρπού απαγορευμένου και γι’ αυτό ακόμη ποθητότερου, αλλά και τον επισκιάζουν, εγγράφοντας στο παθητικό του έρωτα μια ολέθρια πτυχή, συναφή με το θανατερό κλίμα του βίου.
     Οι συσχετισμοί τους οποίους διαρκώς επιχειρεί ο Κουτσούνης στην εξέλιξη της συλλογής του, είτε είναι λιγότερο είτε περισσότερο εμφανείς, προκαλούν και τον αναγνώστη να συσχετίσει τις νεκρές φύσεις του ποιητή με την κατεξοχήν ζωγραφική αποτύπωση της νεκρής φύσης, το κομμένο από το δέντρο μήλο. Στην προέκταση του συγκεκριμένου συσχετισμού θα επιβεβαιωνόταν πιθανώς η προβληματική φύση του έρωτα, στο πλαίσιο της μεταφορικής λειτουργίας του όρου «νεκρή φύση». Ο Κουτσούνης ωστόσο εκτείνει τους ποιητικούς του πειραματισμούς, οδηγώντας τον όρο από τη μεταφορική στην κυριολεκτική του σημασιοδότηση, όπως στην περίπτωση όπου ουσιαστικά άψυχη φύση καθίσταται το καμένο δάσος: «Δάσος μετά την πυρκαγιά/ ένα άδειο βλέμμα». Και με τον τρόπο αυτό, ενώ ο ποιητής ήδη είχε μεταβεί από τη μεταφορική στην κυριολεκτική λειτουργία, επιστρέφει πάλι, με τον συσχετισμό του καμένου δάσους με το «άδειο βλέμμα», στη μεταφορική λειτουργία, υπονοώντας τη νεκρή ψυχή ή, αλλού, και τη νεκρή μνήμη, όταν αυτή εξασθενεί στο πέρασμα των χρόνων: «Οσονούπω νυχτώνει/ και τα χρόνια αστράφτουν καρφιά/ στο φέρετρο της μνήμης».
     Η προσέγγιση του Κουτσούνη εύλογα γεννά το ερώτημα αν η ζωή είναι άχθος, και μάλιστα το ερώτημα έρχεται στο φως ακριβώς μέσα από μία εικόνα επίπονης γέννας. Σε σκηνικό υπερβατικής συνύπαρξης του ποιητικού υποκειμένου με τον εαυτό του, η μητέρα του λογοτεχνικού ήρωα τού ζητά να την ξεγεννήσει, καθώς κυοφορεί αυτόν τον ίδιο και το φορτίο του της προκαλεί ασφυξία. Ο Κουτσούνης εκλογικεύει την υπερβατική σκηνή τοποθετώντας την ιστορία του μέσα σε όνειρο. Το σχόλιο του «άχθους» ωστόσο, που αφορά τελικά όχι μόνο τη γέννα αλλά γενικότερα τη ζωή, διατυπώνεται. Ιδωμένο βέβαια αντίστροφα, το αίτημα της μάνας ερμηνεύεται και ως διάθεση για ελάφρυνση της προσωπικής της ζωής. Ο Κουτσούνης περιπλανιέται «στου κανενός τη χώρα», όμως η ισορροπία ζωής-θανάτου είναι εξαιρετικά λεπτή. Το «άχθος» παρουσιάζεται δεδομένο, μα κι η αγωνία της ύπαρξης οδηγεί στη διεκδίκηση της ζωής. Γι’ αυτό και η ηρωίδα στο ποίημα «Απουσιολόγιο» τρέμει μήπως ο ίδιος της ο θάνατος περάσει απαρατήρητος: «στα βαθιά της γεράματα τώρα/ ένα πράγμα μονάχα τη νοιάζει/ να σημειωθεί στο απουσιολόγιο/ κανονικά όταν λείψει/ μην τυχόν κι ο απουσιολόγος/ κάνει τα στραβά μάτια/ και προπάντων μην τυχόν/ και δεν αντιληφθεί/ την απουσία της».
     Η αμφιταλάντευση του ποιητή συγκροτεί λοιπόν από τη μια το τρίπτυχο «κανείς – τίποτα – μηδέν», καθώς, πέραν της χώρας του «κανενός», ο άνθρωπος καταλήγει νεκρός στο χώμα και κερδίζει «το έπαθλο του τίποτα» (ποίημα «Θέατρο»), ενώ κι ο αθλητής του έρωτα (ιδού και πάλι ο αθλητισμός!) είναι «ένας κοινός πρωταθλητής του μηδενός» (ποίημα «Η παλάμη»)· από την άλλη, συγκρουόμενη με το τρίπτυχο της ματαιότητας, η ίδια η «νεκρή φύση» ζωντανεύει, όταν τα πόδια του τραπεζιού βγάζουν ρίζες κι απλώνουν τη ζωογόνα τους ορμή. Κι όλα αυτά, σ’ ένα ποίημα («Δέος») που πηγάζει από το ποιητικό παρελθόν του Κουτσούνη, καταδεικνύοντας την ενότητα της ποίησής του (πρβλ. από τη συλλογή Έντομα στην εντατική το ποίημα «Επαναφορά», όπου τα ξύλινα έπιπλα ξαναγίνονται δέντρα, αλλά και το ποίημα «Επιστροφή», όπου ξαναγίνεται δέντρο η κιθάρα του ποιητικού ήρωα). Αν, επομένως, η προοπτική της «επαναφοράς» συνδυαστεί με τα ηχοχρώματα από τις κομβικές στη συλλογή μουσικές ορολογίες («diminuendo» και «coda»), και ιδίως με τη σήμανση του επιλογικού ποιήματος με τον μουσικό όρο «coda», ο οποίος δηλώνει το τελευταίο τμήμα μιας μουσικής σύνθεσης, τότε το μήνυμα της πάλης για μια «παράταση» ζωής («και βγάζοντας απ’ το μανίκι μου τον άσο/ θα σ’ αναγκάσω σε παράταση») επιτρέπει κάποια αισιοδοξία. Το βέβαιο παραμένει πως η πάλη θα συνεχίσει να ’ναι αμφίρροπη και σκληρή.
 
Γιάννης Στρούμπας
[ηλεκτρονικό περιοδικό Ο αναγνώστης, 12 Ιανουαρίου 2021]

Ποιος είναι ο «Ούτις» και ποια η χώρα του;
Μια αναγνωστική προσέγγιση
 
Ο τίτλος και μόνο της τελευταίας 7ης ποιητικής συλλογής του ξεχωριστού ποιητή Στάθη Κουτσούνη (Νέα Φιγαλία Ολυμπίας, 1959), μες στην πολυσημία του, θα μπορούσε μόνος του να είναι ένα μονόστιχο ποίημα, που θα λειτουργούσε ως ένα είδος «εισαγωγής» για να μπει κανείς στο κλίμα των 32 περιεχόμενων ποιημάτων της.
     Γιατί, ποιος είναι ο ανώνυμος «κανείς» και ποια η χώρα του; Θα μπορούσε βέβαια να είναι ο ίδιος ο ποιητής, οπότε η συλλογή θα είχε μια σαφή «αυτοβιογραφική», ας πούμε, νότα. Θα μπορούσε, όμως, να είναι και οποιοσδήποτε, στη χώρα του οποίου ζει και εμπνέεται ο ποιητής.
     Μοιραία, έρχεται στο μυαλό ο πολύτροπος «Ούτις»: «Ούτις εμοί γ’ όνομα· Ούτιν δε με κικλήσκουσιν/ μήτηρ ηδέ πατήρ ηδ’ άλλοι πάντες εταίροι» (Ομήρου, Οδύσσεια, 366-367).
     Είναι, μήπως, μια πρόσκληση στον αναγνώστη να επισκεφθεί τη χώρα του πολυμήχανου Οδυσσέα, προσωπίδα του ποιητή; Τότε, μήπως ο αναγνώστης προσομοιάζεται με τον μονόφθαλμο Πολύφημο;
 
«Χρόνια πολλά/ λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο/ δεν έχω ανάγκη τις ευχές σου/ του απαντά εκείνος/ σε τούτη εδώ τη χώρα/ εγώ κατέκτησα εξάπαντος/ την αιωνιότητα// δική σου τώρα η σπουδή» («Σύγχυση», σ. 22)
 
     Η ανωνυμία, πάντως, μπορεί να οφείλεται στην προσωπική επιθυμία ή/και σκοπιμότητα είτε να κρυφτούμε πίσω από το «κανένας» είτε να θεωρήσουμε ότι τα βιώματα και τα πάθη μας αναφέρονται όχι μόνο στο προσωπικό αλλά και στο συλλογικό επίπεδο μέσα σε συγκεκριμένο χωρόχρονο. Βέβαια, η απώλεια ονόματος συνεπάγεται μείωση της προσωπικής ευθύνης και, σε τελευταία ανάλυση, της ίδιας της ελευθερίας. Κάτι, δηλαδή, σαν δειλία, σαν λιποψυχία, σαν έλλειψη θάρρους, για την αντιμετώπιση μιας σκληρής πραγματικότητας που δεν την είχαμε υποψιαστεί. «Πένθιμα χτυπά η καμπάνα απ’ το πρωί/ και κάποιος καρφώνει αγγελτήρια/ …. // και μια γριά/ βγάζει κλεφτά τα κεφάλι της στην πόρτα/ και δεν κοτάει να ρωτήσει/ ποιος άραγε παντρεύτηκε» («Ορρωδία», σ. 15).
     Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στη χώρα του κανενός περισσεύουν μνήμες, εμπειρίες, αισθήματα και αντιδράσεις, που εκφέρονται με έναν λόγο βιωματικό και αντισυμβατικό, με λέξεις διαυγείς και ξεχωριστές για την ακρίβεια τους και την εκφραστική τους ρώμη, μνήμες που ανασύρονται από πολύτιμα σεντούκια και εκτίθενται σε κοινή θέα στον επισκέπτη του ποιητικού κόσμου του Σ.Κ., ακόμη κι αν πρόκειται για το νοητό «ένδυμά» του, όπως το (επεξεργασμένο) βαμβάκι που, ως πρώτη ύλη ενός λ.χ. αντρικού κοστουμιού, έχει εκτεθεί σε μια βιτρίνα-κλουβί και «ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση/ βγαλμένη από ταινία/ μεσάνυχτα να σπάνε τατζάμια της βιτρίνας/ στης αστραπής ν’ ανεβαίνει τη σέλα/ και στις φυτείες των απαλών του χρόνων/ να ξαναβρίσκει τη χαμένη του γενιά/ και με τον άνεμο παρέα ν’ αλητεύει» («Βαμβάκι στο κλουβί», σ. 16).
     Προς στιγμήν, μας φαίνεται ότι αρκεί μια μεταμφίεση, μια επιστροφή στην παραμυθία, στην Εδέμ της νιότης μας, για να μπορέσουμε να ξαναβρούμε το ρυθμό μας, την πρωτινή μας ζωτικότητα, μέχρις ότου παραδεχτούμε ότι το είναι μας έχει πλέον οριστικά προσαρμοστεί στο παρόν. «Πάσχιζα να βρω τι θα ντυθώ/ σ’ αυτό το μασκέ πάρτι των συμμαθητών/ μετά από τόσα χρόνια/ ώσπου ξεπήδησαν από μέσα μου/ οι πρωτινοί εαυτοί μου/ … // μα ήδη είχα πάρει τη στροφή/ κι ήταν αργά για υποκριτική/ έτσι δειλός και άσημος/ με ψίχουλα στα χέρια και σπασμένα δόντια/ πήγα στο πάρτι χωρίς μεταμφίεση/ μόνος εγώ μια θλιβερή παραφωνία» («Το πάρτι», σ. 17).
     Αυτές οι λοξές ματιές σε μύθους και ιστορίες διατρέχουν τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, για να συνδεθούν με τα πάθη και τα άλγη του ποιητή αλλά και να αποτυπώσουν την επικαιρότητα της εποχής μας. Ενδεικτικά είναι τα, κάπως πιο «μακροσκελή», ποιήματα «Απολογία» (σ. 30-31) και «Αρέθουσα» (σ. 33), που με τα προσωπεία των μύθων (Κλυταιμνήστρας, Αλφειού) αναφέρονται στα πάθη του έρωτα που φτάνουν μέχρι και τον φόνο.
     Τέσσερες συνθέσεις, που επιγράφονται «Νεκρές φύσεις», αναφέρονται σε φυτά, ζώα και ανθρώπους, όλα πεπερασμένα και οδηγημένα στον Κάτω Κόσμο. Εδώ καταγράφονται σε δίστιχα, τρίστιχα ή/και μονόστιχα, που θα μπορούσε να τα θεωρήσει κανείς και «ατίθασα» χαϊκού, στιγμιαίες απεικονίσεις σκληρότατων στιγμών της ζωής με μια ελλειπτική γραφή γεμάτη σιωπές: «Θάλασσα πηγμένη/ από τα δάκρυα των πνιγμένων» (σ. 18) και «Κουφάρι αλόγου σε ρεματιά/ κι ολόγυρα όρνια και σμήνη μυγών» (σ. 26) κι ακόμη «Δάσος μετά την πυρκαγιά/ ένα άδειο βλέμμα».
     Από την άλλη, η υπαρξιακή αγωνία σε προσωπικό ή συλλογικό επίπεδο, υποδόρια αλλά παρούσα, εκφράζεται συχνά ακαριαία, υπαινικτικά: «μονολογούσε η γυναίκα/ με το χιόνι στα μαλλιά/ και τα γαλάζια ποτάμια/ στα χέρια και τα πόδια» («Diminuendo», σ. 27), και «παρόν γεμάτο διαψεύσεις/ βλέπω το μέλλον που ονειρεύτηκα/ ξεθωριασμένο το λουστρίνι/ και τα κορδόνια λιωμένα» («Χίμαιρα», σ. 41).
     Επιπλέον, ένας βαθύς ερωτισμός διατρέχει σχεδόν όλα τα ποιήματα της συλλογής, ως «ασυμβίβαστοι κι ονειροπόλοι/ και προπαντός της ομορφιάς εραστές» («Το πάρτι», σ. 17), αγκαλιάζοντας τα υποκείμενα πρόσωπα και πράγματα με ευφάνταστες αλληγορίες του ελάχιστου και ευρηματικές μεταφορές. «Όταν σε σκέφτομαι/ τα χέρια μου πουλιά που δραπετεύουν/ φτιάχνουν φωλιές στο σώμα σου/ κι αρχίζει το παιχνίδι» («Το μήλο», σ 13) και «Έβγαλα τον έρωτά μου/ κόκκινο υγρό πουκάμισο/ τον κρέμασα στο δέντρο/ και τον κοιτάζω ενεός» («Καρφί», σ. 28).
     Γενικότερα, πάντως, η κοινωνική διάσταση στην ποίηση του Σ.Κ. είναι συνεχώς παρούσα, υπερακοντίζοντας ίσως, εν τοις πράγμασι, την εσωτερίκευση του «μοντερνισμού» που κατακλύζει συνήθως την ποιητική μας παραγωγή από την μεταπολίτευση και εντεύθεν.
     Τα στοιχεία που διακρίνουν την ποίηση του Σ.Κ. είναι, κατά τη γνώμη μου, η λιτότητα λόγου, η ελλειπτική αλλά καθαρή γραφή, η μουσικότητα και η εσωτερική ρυθμική που αφήνει χώρο για κρυμμένους έμμετρους στίχους, με επιτηδευμένα χάσματα, γεμάτα σιωπές. Η πλήρης έλλειψη, μάλιστα, των σημείων στίξης και των κεφαλαίων γραμμάτων, πολλαπλασιάζει τις έννοιες, αφήνοντας χώρο στον ρυθμικό παλμό του συνόλου της συλλογής, πράγμα που απελευθερώνει την πρόσληψη του δέκτη, κορυφώνοντας έτσι το ενδιαφέρον του.
     Τέλος, κατά την άποψή μου, τα ποιήματα της παρούσας συλλογής, αριστοτεχνικά δομημένα, συστρέφονται γύρω από έναν συγκεκριμένο άξονα που δικαιώνει απόλυτα τον τίτλο της, με τον ποιητή να δηλώνει, ολοκληρώνοντας το (μουσικό) κομμάτι του, «…εγώ πασχίζω/ να παίξω μαζί σου στα ίσια/ γευόμενος μέχρι το μεδούλι/ την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια» («Coda», σ. 43). ‘Η, όπως θα τραγουδούσε κι ο Μανώλης Ρασούλης, «εγώ είμαι ένας κανένας που σας σεργιανά».

 

Παύλος Πέζαρος
[ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ {στο διαδίκτυο}, 5 Φεβρουαρίου 2021]

Στην έβδομη ποιητική του κατάθεση ο Στάθης Κουτσούνης επιχειρεί με λόγο λιτό και καθαρό να συντάξει την προσωπική του μυθολογία, ανασύροντας επιβιώματα του παρελθόντος που τροφοδοτούν τη μνήμη και τον αφορούν. Συμπυκνώνει με την προσήκουσα ευγένεια στο παιχνίδι του φωτός με το σκότος την ευρηματική συνέχεια της ζωής. Ό,τι του ανήκει έρχεται και φεύγει με την παλίρροια και την άμπωτη τροφοδοτώντας τη σύγκρουση, επιτείνοντας τη συγκίνηση έτσι στο ποιητικό αποτέλεσμα.
     Η ιδέα στηρίζεται σε ένα είδος νοσταλγίας, η οποία ξεκινάει από τη μνήμη και σχεδιάζοντας διαδρομές έως το αναπόφευκτο αφήνει τα ποιητικά της ίχνη. Το καλό κατευόδιο των αγαπημένων είναι η πλάνη της αλήθειας, αφού το σκοτάδι αφαιρεί οποιαδήποτε δυνατότητα. Άλλωστε η εμπειρία της αντίπερα όχθης είναι οριστική και αμετάκλητη. Ιδού ο λόγος που ο ποιητής αποδέχεται τη συνδρομή του αρχαίου λόγου και της λαϊκής σοφίας για να εκφράσει τις παρηγορητικές στιγμές ενός επίμονου πόνου. Προτάσσει εικόνες οι οποίες φροντίζουν να επισημάνουν και να λειτουργήσουν την αλληγορία, ούτως ώστε το τετελεσμένο να δηλωθεί χωρίς τραγικές συνέπειες: «στου κανενός τη χώρα/ ήδη τρεις μέρες ανεμίζει το σχοινί».
     Ο χρόνος εφευρίσκει τρόπους μέσω της ποιητικής του Στάθη Κουτσούνη για να εισχωρήσει στις ζωές των ανθρώπων και να αναμετρηθεί με το πεπερασμένο. Στήνει τις ξόβεργες με δόλωμα τη ματαιοδοξία. Στη σκηνή του παραδείσου στο ποίημα «Εύα» γράφει:
«[…]// η γυναίκα γυμνή/ […]/ κόβει το μήλο για να δοκιμάσει/ και με την πρώτη δαγκωνιά/ ξεπροβάλλει ένα σκουλήκι// είσαι όμορφη της λέει/ αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου/ θα σου φανερώσω τη γνώση/ το μυστικό για να μείνεις αμάραντη/ κολακευμένη εκείνη το πιστεύει/ και το σκουλήκι εισχωρώντας/ αρχίζει να δουλεύει ακάματα// από τότε μεγαλώνει/ θεριεύει εντός μου και τρώει/ οχιά τα σωθικά μου».
Και στο επόμενο ποίημα, «Το μήλο», όπου η συμμετοχή στο ερωτικό παιχνίδι καταλήγει στη συναινετική ενοχή, ο ποιητής αφήνει στις προστακτικές («έλα», «βάλε», «γίνε», «πνίξε με», «δάγκωσέ το»…) τη χρονική ακολουθία για να προσδιορίσει την ερωτική αταξία.
     Η έννοια της τάξης και της διασάλευσής της χρήζει ιδιαίτερης μνείας, καθώς εισχωρούμε Στου κανενός τη χώρα. Έτσι λοιπόν, καθώς ο ποιητής γνωρίζει καλά τη νοοτροπία των ανθρώπων του γενέθλιου τόπου του για ό,τι ξενίζει και για τον κανόνα της έξωθεν καλής μαρτυρίας, τολμά να μεταλλάξει τον ιδιωτικό του χώρο και να τον μετατρέψει σε δημόσιο. Ο κίνδυνος αφορά ολόκληρη την κοινότητα κι ό,τι διαταράσσει την τάξη θέλει κουράγιο και αγώνα για να γίνει αποδεκτό. Το ποιος θα βγάλει το φίδι από την τρύπα είναι ένα στοίχημα που αντέχει ακόμα:
«[…]/ ήταν αταίριαστο με τ’ άλλα έπιπλα/ διατάρασσε την τάξη/ πού ακούστηκε τραπέζι ανθισμένο/ τι θα ’λεγαν οι φίλοι μου/ …» («Δέος»).
Στο ασφυκτικό αυτό περιβάλλον οι επιθυμίες αναβάλλονται και τότε το όνειρο αποκτά υπόσταση, γίνεται το ανάχωμα της ολοκληρωτικής υποταγής για ό,τι χάθηκε οριστικά και η προσδοκία της απόδρασης που έρχεται πιο κοντά:
«[…]// ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση/ βγαλμένη από ταινία/ […]/ και στις φυτείες των απαλών του χρόνων/ να ξαναβρίσκει τη χαμένη του γενιά/ και με τον άνεμο παρέα ν’ αλητεύει» («Βαμβάκι στο κλουβί»).
     Σ’ αυτή την ποιητική περιπέτεια ο Στάθης Κουτσούνης επιστρέφει σ’ ό,τι τον καθόρισε, «στους πρωτινούς του εαυτούς, τον Τρελαντώνη, τον Μικρό Σερίφη, τον Δον Κιχώτη, τον Μπολιβάρ, τον Καζανόβα και τον Σέρλοκ, τους ατίθασους, ονειροπόλους, ασυμβίβαστους επαναστάτες και προπαντός της ομορφιάς εραστές». Ο ποιητής καταφέρνει να εξηγήσει το ηρωικό και το πένθιμο της παιδικής ηλικίας στην ελληνική ενδοχώρα, καθώς και πώς προέκυψε και σε τι συνίσταται η συνέχεια. Οι παρακάτω στίχοι απαντούν, νομίζω:
«[…]// μα ήδη είχα πάρει τη στροφή /[ …] / έτσι δειλός και άσημος/ με ψίχουλα στα χέρια και σπασμένα δόντια/ πήγα στο πάρτι χωρίς μεταμφίεση/ μόνος εγώ μια θλιβερή παραφωνία» («Το πάρτι»).
     Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής βιώνει τα μικρά και τα μεγάλα. Αποκωδικοποιεί τα κελεύσματα και τις προτροπές και συνδέει τα αφηγήματα, τις μεταφυσικές ανησυχίες, κρατώντας αποστάσεις από τον κυρίαρχο λόγο. Στη μυθολογία του κατακερματίζεται το δεδομένο και επικρατεί η δική του αιρετική, ανθρώπινη ματιά. Στο ποίημα «Σκεύος εκλογής» που αναφέρεται στον Ιούδα, δεν επαναπαύεται στο αμάρτημα, αλλά στην παραπλάνηση: «[…]/ όλοι στο κόλπο κι όλοι ίδιοι/ προδομένος εγώ και όχι εσύ Κύριε».
     Η ζωή και ο θάνατος για τον ποιητή είναι ένα παιχνίδι της μεταφυσικής του νου. Εκφράζεται ακόμη κι ως ένα αστείο μεταξύ των ανθρώπων. Άλλοτε η αλληγορία γίνεται σαρκασμός και κάποιες φορές, όπως στον μεταθανάτιο γάμο, η παρηγορητική συνθήκη που γλυκαίνει το πένθος («Στεφάνι», «Νήμα», «Άχθος»). Από κοντά κι ο έρωτας που κατακτά τον ζωτικό χώρο των ανθρώπων, δεν νοείται χωρίς οδύνη. Αυτός ο πόνος κυλάει στις μικρές και τις μεγάλες στιγμές του βίου για να μείνουν τα τεκμήρια, άλλοτε ως εσώρουχα στο πάτωμα («Χωρισμός») και στην πιο ακραία μορφή ως εργαλεία του φόνου («Απολογία»). Όμως ο έρωτας για τον Στάθη Κουτσούνη είναι η ανυπέρβλητη στιγμή της σύγκρουσης, υπάρχει και μετά τον θάνατο, επιβιώνει, είναι το έπαθλο της κάθε στιγμής του βίου. Όπως γράφει, ο πόθος είναι ο άσος στο μανίκι κι είναι εκείνος που αναγκάζει σε παράταση («Παίζω άρα υπάρχω», «Coda»). Παρόλο που το τέλος ανήκει στον θάνατο, ο έρωτας πάντοτε θα διεκδικεί, μάταια έστω.
     Καταλήγοντας θέλω επιπροσθέτως να επισημάνω πως η εξαίρετη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη Στου κανενός τη χώρα διακόπτεται από τέσσερα στάσιμα-«νεκρές φύσεις» με ολιγόστιχα ακαριαία ποιήματα, τα οποία λειτουργούν σαν τις κοφτές ανάσες της ζωή μας και καθαγιάζουν τα μικρά κι ασήμαντα του βίου.
 
ΝΕΚΡΕΣ ΦΥΣΕΙΣ i
 
Αετός που κείτεται
στου κυνηγού τα πόδια
Γεροντοκόρη στο παράθυρο
ασπρόμαυρη φωτογραφία
Ροτόντα με δύο καρέκλες
σ' όποια και να καθίσω
η άλλη μένει άδεια
Γέρος στο καρεκλάκι του μωρού
στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας
που τον πάει αργά στην εξοχή
 
Επίσης πως ο ποιητικός άξονας είναι το παιχνίδι, η αναμέτρηση της ζωής με τον θάνατο· εκείνο όμως που επικρατεί δεν είναι ο ζόφος, αλλά η άγρια χαρά ότι παλέψαμε.
Βαγγέλης Τασιόπουλος
[διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό
BookPress, 20 Φεβρουαρίου 2021]

Στην παράταση
 
Ο Στάθης Κουτσούνης έχει μακρά πορεία και παρουσία στην ποίηση. Έξι ποιητικές συλλογές δηλώνουν ασφαλώς μια γόνιμη προσφορά. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τη διαδρομή του είναι η σταθερή συνέχεια, η συνέπεια, το ξεχωριστό χρώμα της φωνής, τα οποία διαμορφώνουν το ύφος της γραφής του, στο οποίο αναγνωρίζεται προσωπική ταυτότητα ως μοναδικός τρόπος έκφρασης.
     Ο Κουτσούνης είναι ποιητής με υπαρξιακές αναζητήσεις. Τον απασχολεί επίμονα η τύχη του ανθρώπινου όντος, στο πεπρωμένο του οποίου προσπαθεί υπομονετικά να εισχωρήσει από συλλογή σε συλλογή. Θεματική δύσβατη και αβέβαια, εστία απόρθητη για τους φιλοσόφους και τους ποιητές όλων των εποχών, πορεία στο ανασφαλές πεδίο μεταξύ ζωής και θανάτου, διανύθηκε έως τώρα από αυτόν με υπομονή και στωικότητα, με ήπιους τόνους, ένα είδος αντίστασης στη σκληρότητα και τραγικότητα του ζητούμενου –είναι άραγε αποδοχή του προορισμένου; ή μήπως η ελπίδα ανεύρεσης ενός αντίδοτου, της ανάλυσης δηλαδή του μαύρου, του «άχρωμου χρώματος», που διακρίνεται για την αμοιβαία αντιπάθειά του προς το φως, παρά την αναπόφευκτη εναλλαγή και συμβίωση μαζί του;
     Σύντομη θεώρηση της ποίησης του Κουτσούνη καταδεικνύει δύο τινά: α) τη μεγάλη ωρίμαση του έργου του, θεματικά και μορφικά, με σημάδια αποδεικτικά του παράλληλου σταδιακού μεστώματος της όλης θεωρητικής σκέψης του, και β) την επισήμανση της μετάβασης σε άλλο στάδιο, με τον σαφέστατο υπαινιγμό, εντίτλως, στη συλλογή Στου κανενός τη χώρα, η οποία έρχεται ως απόρροια βιωματική. Διότι χωρίς ενδοιασμούς, αμφιβολίες ή αναβολές στην έβδομη αυτή συλλογή χάραξε με έντονα σκούρα χρώματα το περίγραμμα της δικής του «έρημης χώρας». Ερυθρόχρωμος, σαν το αίμα, φιγουράρει ο τίτλος στο εξώφυλλο της συλλογής που διαχέει τη μοναξιά, την απέκδυση όσων ανήκουν στη ζωή, τη σκυθρωπότητα, με τη βοήθεια της εικόνας του εξωφύλλου, μιας αναγκαστικής εισόδου στο απόλυτο σκοτάδι με βήμα κουρασμένο και σκυμμένο το κεφάλι.
     Η θεματική, η μορφική και γλωσσική διαφορά σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε αυτής της συλλογής είναι θεαματική. Προμηνύθηκε, είναι η αλήθεια, ότι κάτι επίκειται. Όμως, γνωρίζοντας τα νηφάλια βήματα του ποιητή από συλλογή σε συλλογή, θεωρούμε άλμα τη μετάβαση στη χώρα του κανενός, τον αρχαίο ζόφο του προβληματιζόμενου ανθρώπου για το τι μέλλει γενέσθαι –το μότο, προς επίρρωση των ανωτέρω, αποδίδει εμφατικά με κάθε λέξη του τη θλίψη της ημέρας της κρίσεως: τόδ΄ ήμαρ ημίν κύριον, διασκεδάζοντας τις όποιες αμφιβολίες περί του περιεχομένου. Ως προς τη μορφή των ποιημάτων, θα παρατηρήσουμε ότι αποκτά αυτή ευελιξία, και ως προς τη γλώσσα, ότι αποδίδει ευθέως, χωρίς υπερρεαλίζοντα στοιχεία και αμφισημίες, τα σημαινόμενα, με μοναδικό μυστηριακό στοιχείο το τι κρύβεται στο απέραντο μαύρο των πεδίων τού τίποτε. Πρόκειται για την ωριμότερη και την καλύτερη από τις συλλογές του ποιητή, στην οποία η φθορά και η απώλεια (πολυώδυνες μορφές θανάτου και προσημάνσεις του) κατέχουν κεντρικό ρόλο, η δε περιπνέουσα περίσκεψη, με ένα είδος αναδρομικού διαλογισμού, βαπτισμένου στη μελαγχολική διάθεση, μοιάζει να λειτουργεί ως συνολική ανάκληση του παρελθόντος, ως επίγνωση για το πραγματικό νόημα της ζωής, ως ανελέητο τελικώς δούναι, έπειτα από πολλά αλλά φευγαλέα λαβείν.
     Ο Κουτσούνης επέτυχε από το πρώτο έως το έσχατο ποίημα του βιβλίου να μας οδηγήσει σε χώρους υποβλητικούς και να δώσει, αλλού διακριτικά, αλλού στιγματιστικά, το χρώμα του πένθους:1
 
Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αγέρας τού χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά
 
στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει στο σχοινί
                                   
Τα ποιήματα της «χώρας» τα διαποτίζει προδιάθεση γεμάτη θλίψη, δραματικότητα, εδρασμένη σε διαχρονικά πρότυπα τραγικών προσώπων2, μακάβριες υποσημάνσεις, η αίσθηση της ανέφικτης ανατροπής. Η απουσία θεωρητικών απόψεων ή κούφων φιλοσοφικών στοχασμών και η αντικατάστασή τους με παραδείγματα απτά από τη νομοτέλεια της φύσης ή από την ιερότητα απλών αντικειμένων3 που χαρακτηρίζουν με τη χρήση τους τη ζωή μας, εντάσσονται στα στοιχεία εκείνα που αφοπλίζουν τον αναγνώστη για τη μοίρα του. Οι «Νεκρές φύσεις», για παράδειγμα, ποιημάτια δύο-τριών στίχων, κατανεμημένες σε τέσσερα μέρη, είναι νεκρές στην κυριολεξία και πλήττουν πένθιμα ευαίσθητες χορδές του ανθρώπινου πόνου: Γεροντοκόρη στο παράθυρο/ ασπρόμαυρη φωτογραφία || Δάσος μετά από πυρκαγιά/ ένα άδειο βλέμμα || Κοκαλωμένος ο λαγός/ στου κυνηγού μπροστά τον προβολέα. Αλλού πλεονάζει η ματαιότητα, διογκωμένη από την αμεριμνησία, τη ματαιοπονία ή τη ματαιοδοξία4:
 
Τρέχουμε τρέχουμε
 
δρομείς που βιάζονται να φτάσουν
ψελλίζοντας ανίδεοι
νενικήκαμεν
     Και οι απολήξεις των ποιημάτων, κάτι σαν εγκαυστικά επιμύθια5, συνιστούν επιτυχείς τρόπους με μορφολογικό ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Παίζω άρα υπάρχω» (σ. 42), παραβάλλοντας τη ζωή με τυχερό παιχνίδι, έπειτα από αγωνίες χαρτοπαικτικού ιλίγγου, από ελιγμούς και μπλόφες, από στραβοπατήματα και ελπιδοφόρες ανακάμψεις, η «ανένδοτη γκίνια» ακολουθεί ανελέητη και ο ποιητής κλείνει με τον ελεγειακό τόνο της αναπότρεπτης ήττας: «ευτυχώς που πάλι θα χάσω» – μνήμη παλαιά της ήττας της ποίησης και των ποιητών. Στο ποίημα «Coda» (σ. 43) αποκαλύπτει τον νικητή, αρχίζοντας με τους στίχους «Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος» και κλείνοντας με τη θαρραλέα αντίσταση «θα σ’ αναγκάσω σε παράταση», που ωστόσο δεν παύει να συνιστά αποδοχή της ήττας, ενσυνείδητη, αλλά όχι μεμψίμοιρη υποταγή στο επικείμενο τέλος.
     Ο Στάθης Κουτσούνης με τη συλλογή αυτή έκανε εντυπωσιακή μετάβαση σε χώρους δύσβατους που καλείται τώρα να περπατήσει, δικαιώνοντας τη θέση του, ως ένας από τους αντιπροσωπευτικότερους ποιητές της γενιάς του.

[1] «Στο σχοινί», σ. 9.
[2] «Εύα», σ. 12.
[3] «Δέος», σ. 14.
[4] «Πρωταθλητισμός», σ. 11. Βλ. και «Θέατρο», σ. 36, όπου κλείνει με «το έπαθλο του τίποτα».
[5]  Βλ. «Σύγχυση», σ. 22, «Το μήλο», σ. 13.
Θεοδόσης Πυλαρινός
[εφημερίδα Η Αυγή της Κυριακής – Αναγνώσεις, 21 Φεβρουαρίου 2021]
 
  


© 2014-2020 Στάθης Κουτσούνης | fb icon